Οι Τρεις Ιεράρχες και η Παιδεία

Του Γ.Μ.Βαρδαβά

[Ομιλία στο 1ο ΕΠΑΛ Ηρακλείου στις 28/1/2011]

Σε μια εποχή συλλογικής κατάθλιψης, με την απειλή της κρίσεως να σοβεί, καλούμαστε και φέτος να «εορτάσουμε» τη μνήμη των Τριών Ιεραρχών. Αλήθεια, πόσοι από μας έχουν τη διάθεση του «εορτασμού»; Φυσικά δεν βγάζω ούτε τον εαυτό μου απέξω.
Πόσοι, ποιοι και γιατί γιορτάζουν; Υπάρχει νόημα, υπάρχει πρόταση ζωής ή απλά κάνουμε μια σύναξη εντολών άνωθεν ένεκα; Κι όλ’ αυτά μπροστά στα νέα προτάγματα μιας εκπαίδευσης που δεν θα προσανατολίζεται στην καλλιέργεια του ανθρωπίνου προσώπου, αλλά στις δεξιότητες, με ό, τι αυτό συνεπάγεται. Η γενική παιδεία, η καλλιέργεια πάει περίπατο. Κι εμείς; Άδομεν «ευλαβώς» και υποκριτικά εξαντλούμε την αγιότητα σε ομιλίες που δεν τις ακούει κανείς και σε εορταστικές εκδηλώσεις.
Όσο μπορώ λοιπόν πιο σύντομα θα σταθώ σε ορισμένες μόνο προτάσεις των Τριών Ιεραρχών για την παιδεία, που αντί να αποτελεί πολιτικό πρόταγμα με βάση τα κοινωνικά δεδομένα, παραπέμπεται στις ελληνικές καλένδες. Καλά λοιπόν λέει ο Ζίζεκ ότι ζούμε μια «μόνιμη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, που γίνεται μόνιμο καθεστώς». Ας ελπίσουμε τουλάχιστον η προφητεία του J.Gray,που επαναλαμβάνει ο Ζίζεκ ότι «θα αναγκαστούμε να δράσουμε σαν να μην είμαστε ελεύθεροι», να μην πραγματωθεί, αν και η απροσωπία και ο συγκεντρωτισμός των νεωτερικών συστημάτων δείχνουν το αντίθετο. Το δίπολο «ελευθερία ή ασφάλεια» είναι η απαραίτητη δικαιολογία για τη μετάβαση από την μερική αυτονομία στην απόλυτη ετερονομία. Για να μη μιλήσω για τη «βιοπολιτική» του Αγκάμπεν, «όπου οι μηχανισμοί δεν δημιουργούν πλέον υποκείμενα , αλλά απλώς διαχειρίζονται και ρυθμίζουν την φυσική ζωή των ιδιωτών». Ο μπιγκμπραδερισμός σε όλο του το μεγαλείο.
Ζοφερή η εικόνα, αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Η αλήθεια πρέπει να λέγεται, διότι ελευθερώνει. Ας έλθουμε όμως στο προκείμενο.

Την 30η Ιανουαρίου η εκκλησία μας τιμά τους «τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου θεότητος» Βασίλειο το Μέγα, Γρηγόριο το Θεολόγο και Ιωάννη το Χρυσόστομο. Πρότυπα αγιότητας, παιδείας αλλά και κοινωνικοκεντρικού βίου οι Τρεις τους συνέζευξαν αρμονικά το αρχαίο ελληνικό πνεύμα με τη χριστιανική διδασκαλία γι’ αυτό και δικαίως έχουν χαρακτηριστεί ως προστάτες των γραμμάτων και της παιδείας.
Σε μια εποχή έντονης σύγχυσης και προβολής του «νεωτερικού» προτύπου ως δογματικώς αυταποδείκτου προτάγματος καθολικής αξίας πολλές είναι οι «φωνές» που «εις μάτην» προσπαθούν να σχετικοποιήσουν την αξία του βίου και του έργου τους.
Σε αυτά προστίθενται οι γνωστές δήθεν (νέο-)«φωταδιστικές» προσπάθειες αποδόμησης τους, που εδράζονται στην επαρχιώτικη απομίμηση –ούτε καν αντιγραφή- ξένων πολιτιστικών προτύπων και παραδόσεων. Η μεταμοντερνιστική –μηδενιστική μόδα, που τόσο όψιμα έφτασε στη χώρα μας, και που βασικό της πρόταγμα έχει την απαξίωση όλων των αξιών, με ειρωνικό τρόπο καταδυναστεύει κάθε υπερατομική αξία και καθιστά τον άνθρωπο «άτομο», υποκείμενο στη συστημική απροσωπία. Κάθε έννοια κοινωνικότητας, συλλογικότητας, προσωπικής ή συμβολικής ετερότητας, υγιειούς κοινοτισμού, αλληλεγγύης καταλύεται και λοιδορείται. Σημασία έχει «να είσαι ο εαυτός σου», ήτοι μόνον ό,τι προτάσσει το συμφέρον σου.
Αυτή η αποθέωση της ατομικότητας, όχι μόνο εξαίρεται, αλλά θεωρείται από κάποιους διανοούμενους ως η λύση στην κρίση των καιρών μας. Το πρόβλημα -κατ’ αυτούς- εστιάζεται στην κρίση της εξατομίκευσης. Είμαστε «πίσω» οντολογικά και υπαρξιακά. Για να πάμε λοιπόν «μπροστά» θα πρέπει να καταστούμε «άτομα», έρμαια της απροσωπίας των νεωτερικών συστημάτων και της κερδοσκοπίας των «εχόντων και κατεχόντων» ελίτ. Αυτή η λογική του νεωτερικού μονόδρομου απαξιώνει κάθε έννοια πολιτιστικής ιδιοπροσωπίας και ετερότητας. Με τον τρόπο όμως αυτό ό,τιδήποτε προ-νεωτερικό και παραδοσιακό απαξιώνεται, θεωρείται «γραφικό», ενώ παράλληλα καταδυναστεύονται και τα κοινωνικά προτάγματα, οι κοινωνικοί αγώνες, τα σύμβολα, η συλλογική ετερότητα.
Φυσικά οι φωνές αυτές αγνοούν (ή καλύτερα: τους συμφέρει να αγνοούν) ότι κάτι τέτοιο αντίκειται στην παράδοση και την ιδιοπροσωπία μας, που συνδέεται με το κοινοτικό πνεύμα και την οντολογική προτεραιότητα των σχέσεων κοινωνίας. Δεν κατανοούν ότι «άλλο ανατολή και άλλο δύση», αλλά προσπαθούν με κάθε τρόπο να μας καταστήσουν παρασιτικούς καταναλωτές υπακούοντας στις ορέξεις των ολίγων, που τόσο άνετα υπηρετούν, «οργανικοί» όντες. Δεν νομίζω ότι υπάρχει αμφιβολία ότι η πνευματική μας ηγεσία περνά κρίση ταυτότητας και ότι ποδηγετείται (για να μην πω «εξαγοράζεται») από συγκεκριμένες «ομάδες συμφερόντων». Θα έπρεπε όμως να θυμάται την καίρια επισήμανση του Μαρκούζε: «Εκσυγχρονισμός χωρίς παράδοση συνιστά ολοκληρωτισμό». Φυσικά υπάρχουν πολλές εξαιρέσεις. Αλλά ας μην μακρηγορούμε άλλο κι ας επανέλθουμε.
Ο Βασίλειος (330 – 379) γεννήθηκε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο πατέρας του ονομαζόταν Βασίλειος και ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου. Η μητέρα του ονομαζόταν Εμμέλεια και έδωσε πολύ επιμελημένη αγωγή στο γιο της. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε από τον πατέρα του και μετά φοίτησε σε διάφορα σχολεία της πατρίδας του και του Βυζαντίου. Όταν έγινε 20 χρονών πήγε στην Αθήνα, όπου δίδασκαν διαπρεπείς δάσκαλοι τα ελληνικά γράμματα, τη φιλοσοφία, τη ρητορική κ.λπ. Εκεί συναντήθηκε με το Γρηγόριο το Ναζιανζηνό, που τον γνώριζε από την Καισάρεια, και συνδέθηκαν με μια σπάνια φιλία. Ο Βασίλειος έμεινε στην Αθήνα 4 χρόνια και σπούδασε ελληνική φιλολογία, φιλοσοφία, ρητορική, γεωμετρία, αστρονομία και ιατρική.
Ο Γρηγόριος (328-391) γεννήθηκε στην Αριανζό, ένα χωριό κοντά στη Ναζιανζό της Καππαδοκίας. Ανατράφηκε με ιδιαίτερη φροντίδα από τη χριστιανή μητέρα του Νόννα. Έκανε ανώτερες σπουδές στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, όπου γνώρισε το Βασίλειο και συνδέθηκε μαζί του με στενή φιλία. Συνέχισε τις σπουδές του στις φιλοσοφικές σχολές της Καισάρειας, της Παλαιστίνης, της Αλεξάνδρειας και της Αθήνας. Εκεί ξαναβρέθηκε με το Βασίλειο και η φιλία τους έγινε πιο μεγάλη.
Ο Ιωάννης (354 – 407) γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας. Ο πατέρας του Σεκούνδος ήταν ανώτερος αξιωματικός του συριακού στρατού. Η μητέρα του Ανθούσα έμεινε χήρα σε ηλικία 20 χρονών. Κύριο έργο της ήταν η ανατροφή και η μόρφωση του γιου της. Ο Ιωάννης είχε δάσκαλο στη ρητορική το Λιβάνιο και στη φιλοσοφία τον Ανδραγάθιο. Άσκησε για ένα διάστημα το επάγγελμα του δικηγόρου ή του ρητοροδιδάσκαλου. Βλέποντας όμως τις αδικίες των δικαστηρίων ακολούθησε θεολογικές σπουδές στην ακμάζουσα Θεολογική Σχολή της Αντιόχειας και κατόπιν στην Αλεξάνδρεια. Το όνομά του συνδεόταν με την έμφυτη ρητορική δεινότητα και ευγλωττία, εξ’ ου και το Χρυσόστομος, αλλά και με τη θεολογική, ψυχολογική και κοινωνική κατάρτιση και δράση. Ήταν λεπτή και πολυδιάστατη φύση. Διακρινόταν για τον ευθύ και ορμητικό του χαρακτήρα. Φερόταν με θάρρος προς τους ισχυρούς και με ηπιότητα προς τους αδυνάτους. Δεν ήταν λιγότερο σοφός από τους άλλους δύο ιεράρχες, απλά δε συστηματοποιούσε τις φιλοσοφικές του γνώσεις, τις παρουσίαζε με φυσικότητα, ζωντάνια και πάθος στα πλαίσια των έργων του. Αντιπροσωπευτικός για όλες τις εποχές ιεροκήρυκας, που μαστίγωνε με δριμύτητα τις δεισιδαιμονίες, την κοινωνική αδικία και την αθλιότητα.

Από το τεράστιο έργο τους θα σταχυολογήσουμε ελάχιστες μόνο αναφορές τους περί αγωγής και παιδείας:

α. Για την αγωγή και την εν γένει συμπεριφορά των νέων ο Μ. Βασίλειος τονίζει: «Χρειάζεται ὁ νέος νά μάθει νά ἐρωτᾶ χωρίς ἐριστικότητα καί νά ἀπαντᾶ χωρίς ὑπεροψία. Νά μή διακόπτει τόν συνομιλητή του, οὔτε νά παρεμβάλλει τά δικά του λόγια ἐπιδεικτικά. Ἄν ἔχει διδαχθῆ κάτι ἀπό ἄλλον νά μήν τό κρύβει σά νά ἦταν δική του σκέψη, ἀλλά νά φανερώνει τίνος εἶναι».
β. Ποιος είναι ο καλός δάσκαλος;
Σύμφωνα με τον ιερό Χρυσόστομο:«Ὁ καλός δάσκαλος εἶναι ἀπαλλαγμένος ἀπό φθόνο καί ἔπαρση. Θέλει οἱ ἀρετές νά γίνουν κοινό κτῆμα τῶν μαθητῶν του, θέλει μόνο νά τούς ἐξισώσει σέ ὅλα μέ τόν ἑαυτό του» (Περί Παρθενίας).Κι αλλού:  «Γιατί αὐτό κυρίως εἶναι τό γνώρισμα τοῦ πραγματικοῦ δασκάλου, τό νά συμπάσχει στίς συμφορές τῶν μαθητῶν του, τό νά θρηνεῖ καί νά πενθεῖ γιά τά τραύματα αὐτῶν πού ἔχει στήν εὐθύνη του» (ομιλία 28).  Σωστός δάσκαλος λέει ο Χρυσόστομος στην 30η ομιλία του  είναι αυτός «που διδάσκει μᾶλλον παρά πού ἐλέγχει, που παιδαγωγεῖ παρά πού τιμωρεῖ, που βάζει τάξη παρά πού διαπομπεύει».
γ. Ποιος είναι αληθινά μορφωμένος;
Ας  ακούσουμε την άποψη του αγίου Γρηγορίου: «Γιά μένα δέν εἶναι σοφός ἐκεῖνος πού ἔχει σοφία λόγου, οὔτε ἐκεῖνος πού παρουσιάζει μέν εὐφράδεια ἀλλά ἔχει ἄστατη καί ἀδιαμόρφωτη ψυχή, σάν τούς τάφους οἱ ὁποῖοι ἐξωτερικά μέν εἶναι ἐμφανίσιμοι καί ὡραῖοι ἐνῶ ἐσωτερικά κρύβουν πτώματα καί δυσωδία. Σοφό θεωρῶ ἐκεῖνον πού λέει μέν λίγα περί ἀρετῆς, ἀλλά παρουσιάζει πολλά μέ τή ζωή του καί ἐπιβεβαιώνει μέ τήν πράξη τήν ἀξιοπιστία τοῦ λόγου του. (Λόγος 16)».
Κι αλλού: «Σοφία εἶναι τό νά γνωρίζει κανείς τόν ἑαυτό του καί νά μήν ὑπερηφανεύεται». (Λόγος 32)».

δ. Η ευρύτητα της σκέψης των τριών Ιεραρχών φαίνεται από την θετική αξιολόγηση της τεχνικής παιδείας, της οποίας δέχονται την χρησιμότητα και σπουδαιότητα. Σε μια εποχή που οι χειρωνακτικές τέχνες θεωρούνταν ακόμα  «βάναυσοι» (πρβλ. π.χ. τις αναφορές του Λουκιανού) , θα πει ο Χρυσόστομος: «Μη καταφρονώμεν των από χειρών τρεφομένων, αλλά μάλλον αυτούς μακαρίσωμεν δια τούτο» (ΡG 51, 193).

Οι Τρεις Ιεράρχες έλαμψαν ως ασκητές, μεγαλούργησαν ως θεολόγοι, συνέδεσαν το αρχαίο ελληνικό πνεύμα με τη χριστιανική διδασκαλία, άφησαν σε όλους μας παρακαταθήκη  αξιών σε κοινωνικό, παιδαγωγικό, φιλοσοφικό επίπεδο. Πνεύματα φωτεινά με απέραντη αγάπη στον άνθρωπο και στην εκκλησία άνοιξαν νέους ορίζοντες στην ελληνική παιδεία  και έκαναν τη χριστιανική διδασκαλία επίκαιρη σε κάθε εποχή. Αληθινοί φάροι ορθοδοξίας, πίστης και ζωής ας αποτελέσουν παράδειγμα για όλους μας  στους  καιρούς της κρίσεως που βιώνουμε.
Η  σύγχρονη εκπαιδευτική κοινότητα  ας εμπνευστεί από το ήθος των Τριών Ιεραρχών και ας αντλήσει από την πολυποίκιλη διδασκαλία τους στοιχεία που θα βοηθήσουν στην ουσιαστική ανανέωση της παρεχόμενης παιδείας  με κεντρικά σημεία προσανατολισμού τον άνθρωπο, τη μόρφωση, τη διαμόρφωση στοιχειώδους καλλιέργειας,  το σεβασμό της ετερότητας, το κοινοτικό πνεύμα, την καταπολέμηση κάθε είδους «αποκλειστικότητας», ρατσισμού και ξενοφοβίας  και την ειρήνη.

Βιβλιογραφικά(ενδεικτικά)

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ, Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ Ο ΚΟΙΝΩΝΙΟΚΕΝΤΡΙΚΟΣ ΒΙΟΣ

Του Γ. Μ. Βαρδαβά
Την 30η Ιανουαρίου η εκκλησία μας τιμά τους «τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου θεότητος» Βασίλειο το Μέγα, Γρηγόριο το Θεολόγο και Ιωάννη το Χρυσόστομο. Πρότυπα αγιότητας, ασκητικότητας, παιδείας αλλά και κοινωνικοκεντρικού βίου οι Τρεις τους συνέζευξαν αρμονικά το αρχαίο ελληνικό πνεύμα με τη χριστιανική διδασκαλία γι’ αυτό και δικαίως έχουν χαρακτηριστεί ως προστάτες των γραμμάτων και της παιδείας.
Σε μια εποχή έντονης σύγχυσης και προβολής του νεωτερικού προτύπου ως δογματικώς αυταποδείκτου προτάγματος καθολικής αξίας πολλές είναι οι «φωνές» που «εις μάτην» προσπαθούν να σχετικοποιήσουν την αξία του βίου και του έργου τους.
Σε αυτά προστίθενται οι γνωστές δήθεν (νέο-)«φωταδιστικές» προσπάθειες αποδόμησης τους, που εδράζονται στην επαρχιώτικη απομίμηση –ούτε καν αντιγραφή- ξένων πολιτιστικών προτύπων και παραδόσεων. Η μεταμοντερνιστική –μηδενιστική μόδα, που τόσο όψιμα έφτασε στη χώρα μας, και που βασικό της πρόταγμα έχει την απαξίωση όλων των αξιών, με ειρωνικό τρόπο καταδυναστεύει κάθε υπερατομική αξία και καθιστά τον άνθρωπο «άτομο», υποκείμενο στη συστημική απροσωπία. Κάθε έννοια κοινωνικότητας, συλλογικότητας, προσωπικής ή συμβολικής ετερότητας καταλύεται και λοιδορείται. Σημασία έχει «να είσαι ο εαυτός σου», ήτοι μόνον ό,τι προτάσσει το συμφέρον σου.
Αυτή η αποθέωση της ατομικότητας, όχι μόνο εξαίρεται, αλλά θεωρείται από κάποιους διανοούμενους ως η λύση στην κρίση των καιρών μας. Το πρόβλημα -κατ’ αυτούς- εστιάζεται στην κρίση της εξατομίκευσης. Είμαστε «πίσω» οντολογικά και υπαρξιακά. Για να πάμε λοιπόν «μπροστά» θα πρέπει να καταστούμε «άτομα», έρμαια της απροσωπίας των νεωτερικών συστημάτων και της κερδοσκοπίας των «εχόντων και κατεχόντων» ελίτ. Αυτή η λογική του νεωτερικού μονόδρομου απαξιώνει κάθε έννοια πολιτιστικής ιδιοπροσωπίας και ετερότητας. Με τον τρόπο όμως αυτό ό,τιδήποτε προ-νεωτερικό απαξιώνεται, θεωρείται «γραφικό», ενώ παράλληλα καταδυναστεύονται και τα κοινωνικά προτάγματα, οι κοινωνικοί αγώνες, τα σύμβολα του λαού μας, η συλλογική ετερότητα.
Φυσικά οι φωνές αυτές αγνοούν (ή καλύτερα: τους συμφέρει να αγνοούν) ότι κάτι τέτοιο αντίκειται στην παράδοση και την ιδιοπροσωπία μας, που συνδέεται με το κοινοτικό πνεύμα και την οντολογική προτεραιότητα των σχέσεων κοινωνίας. Δεν κατανοούν ότι «άλλο ανατολή και άλλο δύση», αλλά προσπαθούν με κάθε τρόπο να μας καταστήσουν καταναλωτές υπακούοντας στις ορέξεις των ολίγων, που τόσο άνετα υπηρετούν, «οργανικοί» όντες. Δεν νομίζω ότι υπάρχει αμφιβολία ότι η πνευματική μας ηγεσία περνά κρίση ταυτότητας και ότι ποδηγετείται (για να μην πω «εξαγοράζεται») από συγκεκριμένες «ομάδες συμφερόντων». Φυσικά υπάρχουν πολλές εξαιρέσεις. Αλλά ας μην μακρηγορούμε άλλο κι ας επανέλθουμε στο προκείμενο.
Ο Μέγας Βασίλειος (330 – 379) γεννήθηκε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο πατέρας του ονομαζόταν Βασίλειος και ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου. Η μητέρα του ονομαζόταν Εμμέλεια και έδωσε πολύ επιμελημένη αγωγή στο γιο της. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε από τον πατέρα του και μετά φοίτησε σε διάφορα σχολεία της πατρίδας του και του Βυζαντίου. Όταν έγινε 20 χρονών πήγε στην Αθήνα, όπου δίδασκαν διαπρεπείς δάσκαλοι τα ελληνικά γράμματα, τη φιλοσοφία, τη ρητορική κ.λπ. Εκεί συναντήθηκε με το Γρηγόριο το Ναζιανζηνό, που τον γνώριζε από την Καισάρεια, και συνδέθηκαν με μια σπάνια φιλία. Ο Βασίλειος έμεινε στην Αθήνα 4 χρόνια και σπούδασε ελληνική φιλολογία, φιλοσοφία, ρητορική, γεωμετρία, αστρονομία και ιατρική.
Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος(328-391) γεννήθηκε στην Αριανζό, ένα χωριό κοντά στη Ναζιανζό της Καππαδοκίας. Ανατράφηκε με ιδιαίτερη φροντίδα από τη χριστιανή μητέρα του Νόννα. Έκανε ανώτερες σπουδές στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, όπου γνώρισε το Βασίλειο και συνδέθηκε μαζί του με στενή φιλία. Συνέχισε τις σπουδές του στις φιλοσοφικές σχολές της Καισάρειας, της Παλαιστίνης, της Αλεξάνδρειας και της Αθήνας. Εκεί ξαναβρέθηκε με το Βασίλειο και η φιλία τους έγινε πιο μεγάλη.
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος (354 – 407) γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας. Ο πατέρας του Σεκούνδος ήταν ανώτερος αξιωματικός του συριακού στρατού. Η μητέρα του Ανθούσα έμεινε χήρα σε ηλικία 20 χρονών. Κύριο έργο της ήταν η ανατροφή και η μόρφωση του γιου της. Ο Ιωάννης είχε δάσκαλο στη ρητορική το Λιβάνιο και στη φιλοσοφία τον Ανδραγάθιο. Άσκησε για ένα διάστημα το επάγγελμα του δικηγόρου ή του ρητοροδιδάσκαλου. Βλέποντας όμως τις αδικίες των δικαστηρίων ακολούθησε θεολογικές σπουδές στην ακμάζουσα Θεολογική Σχολή της Αντιόχειας και κατόπιν στην Αλεξάνδρεια. Το όνομά του συνδεόταν με την έμφυτη ρητορική δεινότητα και ευγλωττία, εξ’ ου και το Χρυσόστομος, αλλά και με τη θεολογική, ψυχολογική και κοινωνική κατάρτιση και δράση. Ήταν λεπτή και πολυδιάστατη φύση. Διακρινόταν για τον ευθύ και ορμητικό του χαρακτήρα. Φερόταν με θάρρος προς τους ισχυρούς και με ηπιότητα προς τους αδυνάτους. Δεν ήταν λιγότερο σοφός από τους άλλους δύο ιεράρχες, απλά δε συστηματοποιούσε τις φιλοσοφικές του γνώσεις, τις παρουσίαζε με φυσικότητα, ζωντάνια και πάθος στα πλαίσια των έργων του. Αντιπροσωπευτικός για όλες τις εποχές ιεροκήρυκας, που μαστίγωνε με δριμύτητα τις δεισιδαιμονίες, την κοινωνική αδικία και την αθλιότητα.
Από το τεράστιο έργο τους θα σταχυολογήσουμε ελάχιστες μόνο αναφορές τους περί αγωγής και παιδείας:
α. Για την αγωγή και την εν γένει συμπεριφορά των νέων ο Μ. Βασίλειος τονίζει: «Χρειάζεται ὁ νέος νά μάθει νά ἐρωτᾶ χωρίς ἐριστικότητα καί νά ἀπαντᾶ χωρίς ὑπεροψία. Νά μή διακόπτει τόν συνομιλητή του, οὔτε νά παρεμβάλλει τά δικά του λόγια ἐπιδεικτικά. Ἄν ἔχει διδαχθῆ κάτι ἀπό ἄλλον νά μήν τό κρύβει σά νά ἦταν δική του σκέψη, ἀλλά νά φανερώνει τίνος εἶναι».
β. Ποιος είναι ο καλός δάσκαλος;
Σύμφωνα με τον ιερό Χρυσόστομο:«Ὁ καλός δάσκαλος εἶναι ἀπαλλαγμένος ἀπό φθόνο καί ἔπαρση. Θέλει οἱ ἀρετές νά γίνουν κοινό κτῆμα τῶν μαθητῶν του, θέλει μόνο νά τούς ἐξισώσει σέ ὅλα μέ τόν ἑαυτό του» (Περί Παρθενίας).Κι αλλού: «Γιατί αὐτό κυρίως εἶναι τό γνώρισμα τοῦ πραγματικοῦ δασκάλου, τό νά συμπάσχει στίς συμφορές τῶν μαθητῶν του, τό νά θρηνεῖ καί νά πενθεῖ γιά τά τραύματα αὐτῶν πού ἔχει στήν εὐθύνη του» (ομιλία 28). Σωστός δάσκαλος λέει ο Χρυσόστομος στην 30η ομιλία του είναι αυτός «που διδάσκει μᾶλλον παρά πού ἐλέγχει, που παιδαγωγεῖ παρά πού τιμωρεῖ, που βάζει τάξη παρά πού διαπομπεύει».
γ. Ποιος είναι αληθινά μορφωμένος;
Ας ακούσουμε την άποψη του αγίου Γρηγορίου: «Γιά μένα δέν εἶναι σοφός ἐκεῖνος πού ἔχει σοφία λόγου, οὔτε ἐκεῖνος πού παρουσιάζει μέν εὐφράδεια ἀλλά ἔχει ἄστατη καί ἀδιαμόρφωτη ψυχή, σάν τούς τάφους οἱ ὁποῖοι ἐξωτερικά μέν εἶναι ἐμφανίσιμοι καί ὡραῖοι ἐνῶ ἐσωτερικά κρύβουν πτώματα καί δυσωδία. Σοφό θεωρῶ ἐκεῖνον πού λέει μέν λίγα περί ἀρετῆς, ἀλλά παρουσιάζει πολλά μέ τή ζωή του καί ἐπιβεβαιώνει μέ τήν πράξη τήν ἀξιοπιστία τοῦ λόγου του. (Λόγος 16)».
Κι αλλού: «Σοφία εἶναι τό νά γνωρίζει κανείς τόν ἑαυτό του καί νά μήν ὑπερηφανεύεται». (Λόγος 32)».
δ. Η ευρύτητα της σκέψης των τριών Ιεραρχών φαίνεται από την θετική αξιολόγηση της τεχνικής παιδείας, της οποίας δέχονται την χρησιμότητα και σπουδαιότητα. Σε μια εποχή που οι χειρωνακτικές τέχνες θεωρούνταν ακόμα «βάναυσοι» (πρβλ. π.χ. τις αναφορές του Λουκιανού) , θα πει ο Χρυσόστομος: «Μη καταφρονώμεν των από χειρών τρεφομένων, αλ¬λά μάλλον αυτούς μακαρίσωμεν δια τούτο» (ΡG 51, 193).
Η κοινωνική τους διδασκαλία αξίζει να τονιστεί, γιατί εδράζεται στην ισότητα μεταξύ των ανθρώπων, κατά το πρότυπο της πρώτης χριστιανικής κοινότητας των Ιεροσολύμων, την αγάπη και την κοινοχρησία.
Περιττό είναι να ειπωθεί ότι ενώ και οι τρεις προερχόταν από πάμπλουτες οικογένειες και θα μπορούσαν να κάνουν αυτό που λέμε «άνετη ζωή» μένοντας σε μια θεωρητική διδασκαλία του «σαλονιού», προτίμησαν να κάνουν τη θεωρία πράξη (η γνωστή Βασιλειάδα του Μεγάλου Βασιλείου που περιλάμβανε συγκρότημα ευαγών ιδρυμάτων είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα) και να μοιράσουν ολόκληρη την τεράστια περιουσία τους στους άπορους.
Η κοινωνιοκενρική τους διδασκαλία με άλλα λόγια δεν είναι ένα θεωρητικό ιδεολόγημα, αλλά θυσιαστική και αγαπητική πράξη.
Τελείως τηλεγραφικά σταχυολογώ τα εξής:
Ο Χρυσόστομος αναφέρει:«όπου γαρ το εμόν και το σον εκεί πάσα μάχης ιδέα και φιλονικίας υπόθεσις». Ο Μέγας Βασίλειος συμπληρώνει: «αν αυτός που απογυμνώνει το ντυμένο ονομάζεται λωποδύτης, αυτός που δεν ντύνει το γυμνό, αν και μπορεί να το κάνει, δεν είναι το ίδιο;». Και ο Γρηγόριος τονίζει: «Μην τεντώνεις τα χέρια σου στον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών. Αν εκτείνεις τα χέρια σου στα χέρια των φτωχών έπιασες την κορυφή του ουρανού».
Η απάντηση τους στο κοινωνικό πρόβλημα που ακόμα σοβεί, είναι απάντηση της πράξης.
Δείγμα του ρηξικέλευθου αλλά και βαθιά ανθρωπιστικού πνεύματος που διακατείχε το Χρυσόστομο αποτελεί το γεγονός ότι και αυτή ακόμα η ύπαρξη εκκλησιαστικής περιουσίας τον ενοχλούσε, αν και τα εισοδήματα της δεν ήταν υπέρμετρα. Τον ενοχλούσε μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε συνιστούσε στους πιστούς αντί να δίνουν χρήματα για τη διακόσμηση των ναών να τα δίνουν αυτοπροσώπως στους φτωχούς. Έτσι εξυψώνεται το ανθρώπινο πρόσωπο και προάγεται η κοινωνικότητα.
Η ύπαρξη περιουσίας δικαιολογείται ωστόσο -κατά το Χρυσόστομο- εξαιτίας της απανθρωπίας εκείνων των χριστιανών, που δεν συνέβαλαν αποφασιστικά, ενώ είχαν τη δυνατότητα, στην καταπολέμηση των κοινωνικών διακρίσεων: «Σήμερα η εκκλησία έχει αγρούς, οικοδομές και εισπράξεις από νοίκια(…).Κι όλα αυτά τα έχει εξαιτίας της απανθρωπίας σας. Όλος αυτός ο πλούτος έπρεπε να βρίσκεται στα χέρια σας και τα έσοδα της εκκλησίας έπρεπε να προέρχονται από τη γενναιοδωρία σας. Τώρα όμως (…)εσείς δεν καρποφορείτε με προσφορές στην εκκλησία και οι ιερείς δεν μπορούν να προσφέρουν όσα πρέπει».
Και αλλού (PG 48, 656B) αναφέρει: «Πολλή φροντίδα πρέπει να έχει η εκκλησία ώστε ούτε να της περισσεύει, αλλ’ ούτε να της λείπει τίποτα, άλλα όσα εισπράττει να τα σκορπίζει γρήγορα σ’ αυτούς που έχουν ανάγκη».
Η γλώσσα του Χρυσοστόμου ξαφνιάζει. Είναι σκληρή, αλλά συνάμα τίμια και ρεαλιστική: «Καθημερινά βλασφημείται ο θεός από μας εξαιτίας των αρπαγών και της πλεονεξίας μας. Η αρρώστια αυτή κατάλαβε όλη την οικουμένη και τις ψυχές όλων. Κηρύττουμε το Χριστό και υπηρετούμε το χρυσό»(PG 59,413B-414B).
Η αναφορά μας αυτή δεν είναι απαραίτητο να συνδεθεί με τη θλιβερή επικαιρότητα. Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι άλλο ορθοδοξία και άλλο σχολαστικισμός ή πιετισμός ή φονταμενταλιστικός«ταλιμπανισμός», όπως επίσης άλλο αυθεντική διδασκαλία και άλλο σύγχρονη «εκκοσμικευμένη» παραφθορά.
Οι Τρεις Ιεράρχες έλαμψαν ως ασκητές, μεγαλούργησαν ως θεολόγοι, συνέδεσαν το αρχαίο ελληνικό πνεύμα με τη χριστιανική διδασκαλία, άφησαν σε όλους μας παρακαταθήκη αξιών σε κοινωνικό, παιδαγωγικό, φιλοσοφικό επίπεδο. Πνεύματα φωτεινά με απέραντη αγάπη στον άνθρωπο και στην εκκλησία άνοιξαν νέους ορίζοντες στην ελληνική παιδεία και έκαναν τη χριστιανική διδασκαλία επίκαιρη σε κάθε εποχή. Αληθινοί φάροι ορθοδοξίας, πίστης και ζωής ας αποτελέσουν παράδειγμα για όλους μας στους καιρούς της κρίσεως που βιώνουμε.
Η σύγχρονη εκπαιδευτική κοινότητα ας εμπνευστεί από το ήθος των Τριών Ιεραρχών και ας αντλήσει από την πολυποίκιλη διδασκαλία τους στοιχεία που θα βοηθήσουν στην ουσιαστική ανανέωση της παρεχόμενης παιδείας με κεντρικά σημεία προσανατολισμού τον άνθρωπο, τη μόρφωση, τη διαμόρφωση στοιχειώδους καλλιέργειας, το σεβασμό της ετερότητας, το κοινοτικό πνεύμα, την καταπολέμηση κάθε είδους «αποκλειστικότητας» ρατσισμού και ξενοφοβίας και την ειρήνη.
Βιβλιογραφικά

  • Ηλία Βουλγαράκη, Χριστιανισμός και κόσμος, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1993
  • Χρ. Γιανναρά, Το αλφαβητάρι της πίστης, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1983
  • Θεόδ. Ι. Ζιάκα, Ο σύγχρονος μηδενισμός, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2008
  • πρωτοπρ. Γεωργίου Μεταλληνού, Η πρόταση των Τριών Ιεραρχών για την παιδεία της Ευρώπης, στο http://www.impantokratoros.gr/dat/314CCF49/file.doc
  • Σάββα Αν. Σαββίδη, Οι τρεις Ιεράρχες ως πνευματικοί ηγέτες και παιδαγωγοί, στο http://www.theologika.gr/eishghseis/savvas/10.doc
  • π. Φιλόθεος Φάρος, Ήθος άηθες, Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2004
  • Τρεις Ιεράρχες και παιδεία: έξοδος στη Ζωή, στο http://www.dide.ach.sch.gr/thriskeftika/share/th_ierarxes.doc

Οι Τρεις Ιεράρχες

Ομιλία στον Ιερό Ναό Αγίου Ιωάννου
Ηράκλειο 30 Ιανουαρίου 2009

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Η Εκκλησία μας σήμερα τιμά «τους τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου θεότητος» Βασίλειο το Μέγα, Γρηγόριο το Θεολόγο και Ιωάννη το Χρυσόστομο. Το ήθος, η πνευματική καλλιέργεια, η αγιότητα βίου, η σύνδεση της ελληνικής παιδείας με τη χριστιανική πίστη, το ενδιαφέρον τους για τη μόρφωση και για το συνάνθρωπο, η διαμόρφωση της θεολογικής ορολογίας και η παγίωση της χριστιανικής αλήθειας οδήγησαν την Εκκλησία στην ανάδειξη των Τριών Ιεραρχών σε προστάτες των γραμμάτων και της παιδείας.

Δεν θα υπεισέλθουμε στα βιογραφικά των Τριών Ιεραρχών, που νομίζω είναι γνωστά.Εδώ θα επικεντρωθούμε σε ένα φαινόμενο, που τα τελευταία χρόνια αρχίζει να γίνεται εντονότερο και σαφώς μας προβληματίζει. Πρόκειται για τη συστηματική προσπάθεια να αποδομηθεί η ουσία της εορτής των Τριών Ιεραρχών, να σχετικοποιηθεί η συμβολή τους στα γράμματα, τον πολιτισμό και την παιδεία. Θα μπορούσαν να παρατεθούν πλήθος θλιβερών παραδειγμάτων προς επίρρωσιν, αλλά αρκούμεθα να αναφερθούμε στην παράλειψη των Τριών Ιεραρχών από την ύλη των Θρησκευτικών της Γ’ Γυμνασίου. Δικαιολογίες που επικαλούνται λόγους συντομίας προφανώς προκαλούν θυμηδία, δοθείσης της τεράστιας αξίας του έργου και της προσωπικότητας τους. Ίσως θα είχε ενδιαφέρον να αναζητήσουμε τις αιτίες. Θα μπορούσαν να αναφερθούν αρκετές. Περιοριζόμαστε όμως στα βασικά.

Σε έναν κόσμο, που η χρησιμοθηρία, η χρησιμότητα και ο ατομοκεντρισμός λειτουργούν κανονιστικά, πολλοί διερωτώνται αν έχουν οι Τρεις Ιεράρχες να δώσουν μαρτυρία και υπαρξιακό νόημα στο σύγχρονο άνθρωπο. Σε αυτά προστίθενται οι γνωστές δήθεν «φωταδιστικές» προσπάθειες αποδόμησης τους, που εδράζονται στην επαρχιώτικη απομίμηση –ούτε καν αντιγραφή- ξένων πολιτιστικών προτύπων και παραδόσεων.
Η μεταμοντερνιστική –μηδενιστική μόδα, που τόσο όψιμα έφτασε στη χώρα μας, και βασικό της πρόταγμα έχει την απαξίωση όλων των αξιών, με ειρωνικό τρόπο καταδυναστεύει κάθε υπερατομική αξία και καθιστά τον άνθρωπο «άτομο», υποκείμενο στη συστημική απροσωπία. Κάθε έννοια κοινωνικότητας, συλλογικότητας, προσωπικής ετερότητας καταλύεται και λοιδορείται. Σημασία έχει «να είσαι ο εαυτός σου», ήτοι ό,τι προτάσσει το συμφέρον σου. Αυτή η αποθέωση της ατομικότητας, όχι μόνο εξαίρεται, αλλά θεωρείται από κάποιους διανοούμενους ως η λύση στην κρίση των καιρών μας. Το πρόβλημα -κατ’ αυτούς- εστιάζεται στην κρίση της εξατομίκευσης. Είμαστε «πίσω» οντολογικά και υπαρξιακά. Για να πάμε λοιπόν «μπροστά» θα πρέπει να καταστούμε «άτομα», έρμαια της απροσωπίας των νεωτερικών συστημάτων.Φυσικά οι φωνές αυτές αγνοούν ότι κάτι τέτοιο αντίκειται στην παράδοση και την ιδιοπροσωπία μας, που συνδέεται με το κοινοτικό πνεύμα και την οντολογική προτεραιότητα των σχέσεων κοινωνίας. Αγνοούν προσέτι ότι το μοντέλο αυτό χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν και ξεπεράστηκε διότι οι ανάγκες των καιρών ήταν διαφορετικές.
Οντολογικά η πρόταση αυτή δεν έχει βάση. Αλλά οι θιασώτες της επιμένουν κι αντί να προτείνουν εναλλακτική λύση αρκούνται στη λογική του συρμού: «Εκεί πάνε τα πράγματα, άρα αυτή είναι η μόνη διέξοδος». Με αυτή την απλουστευτική προσέγγιση απαντούν στο «κενό νοήματος» των καιρών μας. Τα προτάγματα της νεωτερικής «Βουλγάτας» αποκτούν έτσι καθολικό χαρακτήρα και θεωρούνται τα μόνα αποδεκτά, ενώ όλες οι άλλες παραδόσεις απλά μνημονεύονται ως «παραδόσεις», χωρίς όμως να έχουν για το νεωτερικό τρόπο σκέψης κάποιο αξιολογικό έρεισμα.
Αυτή η λογική του νεωτερικού μονόδρομου απαξιώνει κάθε έννοια πολιτιστικής ιδιοπροσωπίας και ετερότητας. Με τον τρόπο όμως αυτό ό,τιδήποτε προ-νεωτερικό απαξιώνεται, θεωρείται «γραφικό». Αυτή εν ολίγοις είναι η «κυρίαρχη» τάση στο χώρο της διανόησης στις μέρες μας. Με μια κουβέντα θα τη χαρακτηρίζαμε νεωτερικό μαξιμαλισμό.
Εν συνεχεία θα δούμε ορισμένες πτυχές της διδασκαλίας των Τριών Ιεραρχών και ας κρίνει ο καθένας ξεχωριστά αν είναι «επίκαιρες» ή όχι. Με αυτό τον τρόπο θα γίνει κατανοητή η διαπίστωση του Χρυσοστόμου: «Που οι πολεμήσαντες; Σεσίγηνται και λήθη παραδέδονται. Που δε η Εκκλησία; Υπέρ τον ήλιον λάμπει». (PG 52, 429).

1. Ξεκινάμε από κάποιες βασικές θέσεις των Τριών Ιεραρχών για την παιδεία: «Ἡ πραγματική παιδεία εἶναι ἀγωγή ὠφέλιμη γιά τήν ψυχή, πού τήν καθαρίζει ἀπό ἐλαττώματα, πολλές φορές μέ κόπο καί πόνο» λέγει ο Μέγας Βασίλειος.

Αλλού για το δάσκαλο θα πει: «Αξιοπιστία του διδάσκοντος ευπαράδεκτον μεν τον λόγον καθίστησι, προσεχέστερους δε τους διδασκομένους παρασκευάζει». Και στον περίφημο λόγο του «Προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων» λέγει: «Η ψυχή έχει για καρπό την αλήθεια, αλλά είναι ωραίο να φοράει και την κοσμική σοφία ,όπως τα φύλλα των δέντρων που προστατεύουν τον καρπό και δίνουν καλή θέα».
Ο άγιος Γρηγόριος συμφωνεί: «Νομίζω ὅτι ὅλοι οἱ φρόνιμοι ἄνθρωποι ὁμολογοῦν πώς ἡ παιδεία εἶναι τό πρῶτο ἀγαθό πού διαθέτουμε. Ὄχι μόνο ἡ Χριστιανική, πού εἶναι καί ἡ εὐγενέστερη καί πού περιφρονεῖ κάθε κομψότητα καί κάθε φιλοδοξία τῶν λόγων γιά νά κρατήσει μόνο τή σωτηρία καί τό κάλλος τῶν νοητῶν πραγμάτων, ἀλλά καί ἡ ἐξωτερική (θύραθεν) μόρφωση τήν ὁποία κάποιοι Χριστιανοί ἀπό κακή ἐκτίμηση ἀπορρίπτουν, διότι τάχα εἶναι ὕπουλη καί ἀπατηλή καί ἀπομακρύνει ἀπό τόν Θεό».
Ο Χρυσόστομος ολοκληρώνει : «Τίποτε δέν συγκρίνεται μέ τό νά διαπαιδαγωγήσεις τήν ψυχή καί νά διαπλάσεις τή διάνοια ἑνός νέου». Και αλλού: «Ουδέν γαρ γνώσεως εστί τιμιώτερον. Η γαρ γνώσις φως εστι της ψυχής. Το έμπαλιν η άγνοια σκότος».
Φυσικώ τω λόγω η γνώση περιλαμβάνει και τη θεογνωσία, η οποία ωστόσο δεν ερείδεται σε νοησιαρχικές ή νομιναλιστικές προκείμενες, αλλά βιώνεται υπαρξιακά. Σχετικά ο άγιος Γρηγόριος θα πει: «δια πολιτείας άνελθε, δια καθάρσεως κτήσαι το καθαρόν, πράξις γάρ επίβασις θεωρίας». Συνεπώς η συμφωνία λόγων και έργων, η ταπείνωση, η άσκηση και η βίωση της θεολογίας ως αγιοπνευματικής θεοπτικής εμπειρίας συνιστούν τις απαρχές της ορθόδοξης πνευματικότητας και ταυτόχρονα το πρότυπο της κατά Χριστόν ζωής.
Για να γίνει κατανοητό το γεγονός ότι οι Τρεις Ιεράρχες συνδύασαν τη θύραθεν σοφία με το πρότυπο της αγιότητας και της ταπείνωσης αρκεί να θυμηθούμε ένα απόσπασμα από τον εναρκτήριο λόγο του Χρυσοστόμου το 386 μ.Χ., όταν χειροτονήθηκε ιερέας την Αντιόχεια :

Και τις αν ταύτα πιστεύσειεν, ότι ημέρας ούσης, νηφόντων ανθρώπων και εγρηγορούντων, μειρακίσκος ευτελής και απερριμμένος προς ύψος αρχής ανηνέχθη τοσούτον;(…)Καίτοι και ει κατά τους αενάους ως ρέοντας ποταμούς και πηγάς λόγων εναπέκειντό μου τω στόματι, τοσούτων αθρώων συνδραμόντων προς την ακρόασιν, ταχέως ανεστάλη μοι τω φόβω το ρείθρον και ανεχαίτισεν αν εις του πίσω τα νάματα…
(Ποιος θα μπορούσε να το πιστέψει, λέει, ότι μέρα μεσημέρι, μπροστά σε ανθρώπους ξυπνητούς και ξεμέθυστους, ένα κακομοίρης πιτσιρικάς θ’ ανεβεί να καθίσει τόσο ψηλά; … Μα, ακόμα κι αν έφταναν στο στόμα μου οι ποταμοί και οι πηγές των λόγων, ο φόβος θα γύριζε πίσω τα νερά τους).

Κι αλλού αναφέρει: «Τι θα προτιμήσουμε τέλος πάντων τα χειροκροτήματα του κόσμου ή την αγάπη του Θεού;». Ο Μ. Βασίλειος είναι ακόμα αυστηρότερος: «Πολλών μεν ακήκοα λόγων ψυχωφελών, πλην παρ’ ουδενί των διδασκάλων εύρον αξίαν των λόγων την αρετήν» (ΡG 32, 358). Η ευρύτητα της σκέψης των τριών Ιεραρχών φαίνεται από την θετική αξιολόγηση της τεχνικής παιδείας, της οποίας δέχονται την χρησιμότητα και σπουδαιότητα. Σε μια εποχή που οι χειρωνακτικές τέχνες ονομάζονταν «βάναυσοι», θα πει ο Χρυσόστομος: «Μη καταφρονώμεν των από χειρών τρεφομένων, αλλά μάλλον αυτούς μακαρίσωμεν δια τούτο» (ΡG 51, 193).

2. Η κοινωνική διδασκαλία των Τριών Ιεραρχών, αξίζει να αναφερθεί, γιατί θεμελιώνεται στην ισότητα μεταξύ των ανθρώπων, την αγάπη, την αλληλεγγύη και την κοινοχρησία, κατά το πρότυπο της πρώτης χριστιανικής κοινότητας των Ιεροσολύμων.  Η λύση του κοινωνικού προβλήματος προϋποθέτει μια εσωτερική επανάσταση, μια επανάσταση «ψυχών» (Ζιάκας). Κι όπως πολύ σωστά έχει παρατηρήσει ένας καλός συνάδελφος η λέξη «επανάσταση» εμπεριέχει εντός της την «Ανάσταση». Μάλλον θα είχε κατά νου τα λόγια του Χρυσοστόμου: «Όταν δεις τη φθορά, τότε ακριβώς να πιστεύεις στην ανάσταση, γιατί ο θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αναίρεση της φθοράς» (ΕΠΕ 36,130-131).
Ο Χρυσόστομος επί του κοινωνικού προβλήματος τονίζει: «όπου γαρ το εμον και το σον εκεί πάσα μάχης ιδέα και φιλονικίας υποθεσις». Ο Μέγας Βασίλειος συμπληρώνει: «αν αυτός που απογυμνώνει το ντυμένο ονομάζεται λωποδύτης, αυτός που δεν ντύνει το γυμνό, αν και μπορεί να το κάνει, δεν είναι το ίδιο;». Και ο Γρηγόριος τονίζει: «Μην τεντώνεις τα χέρια σου στον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών. Αν εκτείνεις τα χέρια σου στα χέρια των φτωχών έπιασες την κορυφή του ουρανού».
Μόλις που χρειάζεται να πούμε ότι η διδασκαλία αυτή δεν έμεινε στα λόγια.
Υπενθυμίζουμε τη «Βασιλειάδα», συγκρότημα ευαγών ιδρυμάτων, που ίδρυσε ο Μέγας Βασίλειος και εκεί βρήκαν καταφύγιο πτωχοί, ορφανά, λεπροί, απόκληροι ανεξαρτήτως αν ήταν χριστιανοί ή ειδωλολάτρες.

Επί των ημερών του Χρυσοστόμου η εκκλησία της Κωνσταντινούπολης έτρεφε 7000 φτωχούς. Ο ίδιος έδινε μεγάλα ποσά για να εξασφαλίσει την ελευθερία πολλών δούλων. Η δε αρετή της ακτημοσύνης εφαρμόστηκε και από τους τρεις (ενώ ήταν πάμπλουτοι μοίρασαν όλα τα υπάρχοντα τους στους φτωχούς).
Δείγμα του ρηξικέλευθου αλλά και βαθιά ανθρωπιστικού πνεύματος που διακατείχε το Χρυσόστομο αποτελεί το γεγονός ότι και αυτή ακόμα η ύπαρξη εκκλησιαστικής περιουσίας τον ενοχλούσε, αν και τα εισοδήματα της δεν ήταν υπέρμετρα. Τον ενοχλούσε μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε συνιστούσε στους πιστούς αντί να δίνουν χρήματα για τη διακόσμηση των ναών να τα δίνουν αυτοπροσώπως στους φτωχούς. Έτσι εξυψώνεται το ανθρώπινο πρόσωπο και προάγεται η κοινωνικότητα.

Η ύπαρξη περιουσίας δικαιολογείται ωστόσο -κατά το Χρυσόστομο- εξαιτίας της απανθρωπίας εκείνων των χριστιανών, που δεν συνέβαλαν αποφασιστικά, ενώ είχαν τη δυνατότητα, στην καταπολέμηση των κοινωνικών διακρίσεων: «Σήμερα η εκκλησία έχει αγρούς, οικοδομές και εισπράξεις από νοίκια(…).Κι όλα αυτά τα έχει εξαιτίας της απανθρωπίας σας. Όλος αυτός ο πλούτος έπρεπε να βρίσκεται στα χέρια σας και τα έσοδα της εκκλησίας έπρεπε να προέρχονται από τη γενναιοδωρία σας. Τώρα όμως (…)εσείς δεν καρποφορείτε με προσφορές στην εκκλησία και οι ιερείς δεν μπορούν να προσφέρουν όσα πρέπει».
Και αλλού (PG 48, 656B) αναφέρει: «Πολλή φροντίδα πρέπει να έχει η εκκλησία ώστε ούτε να της περισσεύει, αλλ’ ούτε να της λείπει τίποτα, άλλα όσα εισπράττει να τα σκορπίζει γρήγορα σ’ αυτούς που έχουν ανάγκη».
Η γλώσσα του Χρυσοστόμου ξαφνιάζει. Είναι σκληρή, αλλά συνάμα τίμια και ρεαλιστική: «Καθημερινά βλασφημείται ο θεός από μας εξαιτίας των αρπαγών και της πλεονεξίας μας. Η αρρώστια αυτή κατάλαβε όλη την οικουμένη και τις ψυχές όλων. Κηρύττουμε το Χριστό και υπηρετούμε το χρυσό».
Θα μπορούσαν να αναφερθούν ακόμη πολλά άλλα αποσπάσματα, αλλά νομίζω ότι -έστω και με αυτόν τον λακωνικό τρόπο- έγινε κατανοητή η κοινωνική τους διδασκαλία, που εκ πάσης επόψεως είναι επίκαιρη και τοποθετεί τα πράγματα στη θέση τους. Η αναφορά αυτή δεν συνδέεται απαραίτητα με τη θλιβερή επικαιρότητα. Οφείλουμε όμως να διευκρινίσουμε ότι άλλο ορθοδοξία και άλλο δυτικότροπος χριστιανισμός, όπως επίσης άλλο αυθεντική διδασκαλία και άλλο σύγχρονη «εκκοσμικευμένη» παραφθορά. Σε τελευταία ανάλυση η κακοπροαίρετη κριτική καθίσταται νεοδονατισμός.

Αλλά ας αφήσουμε να μας πει μια τελευταία λέξη επί του θέματος ο ιερός Χρυσόστομος: «Δεν θα υπήρχε ανάγκη για λόγια…αν επιδεικνύαμε έργα. Κανείς δεν θα ήταν άθεος, αν εμείς είμαστε χριστιανοί όπως πρέπει. Αν τηρούσαμε τις εντολές του Χριστού, αν ανεχόμασταν να μας αδικούν, αν επιτρέπαμε να μας εκμεταλλευτούν, αν ευλογούσαμε όταν μας βρίζουν, αν ευεργετούσαμε όταν μας κακομεταχειρίζονται, αν όλοι τα κάναμε αυτά κανείς δεν θα ήταν τέτοιο θηρίο, ώστε να μη μεταστραφεί σ’ αυτή την ευσέβεια» (Ομιλία Ι, εις την Α’ Τιμοθ., PG 62,551).

3. Η συμβολή των Τριών Ιεραρχών στη θεολογία και τη φιλοσοφία είναι
πανθομολογούμενη. Ορισμένες πτυχές είναι οι ακόλουθες:
α) η διάκριση ουσίας και ενέργειας στον τριαδικό Θεό από το Μέγα Βασίλειο: Λέγει χαρακτηριστικά στην επιστ.234: «Ημεις εκ των ενεργειών γνωρίζειν λέγομεν τον Θεόν ημών, τη δε ουσία προσεγγίζειν ουκ υπισχνούμεθα….Αι μεν γαρ ενέργειαι αυτού προς ημάς καταβαίνουσι, η δε ουσία αυτού μένει απρόσιτος».

β) η ουσία του απολυτρωτικού έργου του Χριστού και η ορθόδοξη χριστολογία από τον αγ. Γρηγόριο το Θεολόγο: «Ει τις εις άνουν άνθρωπον ήλπικεν ανόητος όντως εστίν και ουκ άξιος όλως σωθήσεται. Το απρόσληπτον και αθεράπευτον, ο δε ήνωται τω θεώ τούτο και σώζεται».

γ) η βάση της σωτηρίας του ανθρώπου είναι η ελεύθερη συνεργασία ανθρώπου και Θείας Χάριτος, κατά τη διδασκαλία του Χρυσοστόμου: «Εντεύθεν μανθάνομεν δόγμα μέγα, ως ουκ αρκεί προθυμία ανθρώπων αν μη της άνωθεν τις απολαύσει ροπής και πάλιν ουδέν κερδαίνομεν από της άνωθεν ροπής, προθυμίας ουκ ούσης».

δ) η ορθή διατύπωση της τριαδικής ορολογίας και οι απαρχές της προσωποκεντρικής οντολογίας: Ο Μέγας Βασίλειος ήταν ο πρώτος που απερίφραστα χρησιμοποίησε την διατύπωση «ΜΙΑ ΟΥΣΙΑ, ΤΡΕΙΣ ΥΠΟΣΤΑΣΕΙΣ» προκειμένου να περιγράψει τον τριαδικό Θεό. Η ουσία είναι το «κοινόν» στην τριάδα και οι υποστάσεις είναι το «ίδιον». Υπόσταση για τον μέγα αυτό θεολόγο της εκκλησίας μας είναι αυτή αύτη η θεία ουσία μετά των χαρακτηριζόντων αυτήν υποστατικών ιδιωμάτων βάσει των οποίων επιτυγχάνεται η διάκρισις αυτών, αλλά όχι η διαίρεσις τους. Έτσι στην Αγία Τριάδα διακρίνουμε τα φυσικά ιδιώματα που είναι κοινά και ταυτίζονται με τη θεία ενέργεια και τα υποστατικά ιδιώματα που χαρακτηρίζουν τις υποστάσεις (πρόσωπα).
Ο αγ. Γρηγόριος εμβαθύνει σε αυτό το θέμα και ορίζει το «ίδιον», ήτοι το υποστατικό ιδίωμα εκάστης υποστάσεως της τριάδος, ως σχέση μεταξύ προσώπων. Επισημαίνει ορθά ότι τα ονόματα των υποστάσεων δηλώνουν σχέση και οδηγείται στις απαρχές της προσωποκεντρικής οντολογίας : «Ούτε ουσίας όνομα ο Πατήρ, ούτε ενεργείας. Σχέσεως δε και του πώς έχει προς τον Υιόν ο Πατήρ ή ο Υιός προς τον Πατέρα», λέγει ο άγιος στον 29ο λόγο του. Η θεολογική αυτή διατύπωση συμπληρωμένη από την αποφατική σκέψη των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων και τη θεολογία των ακτίστων ενεργειών του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά θα αποτελέσει τη βασική οντολογική προτεραιότητα της ορθοδοξίας.

ε)ο αποφατικός χαρακτήρας των δογματικών διατυπώσεων ως βασική οντολογική αρχή : Ο άγιος Γρηγόριος θα τονίσει το ακατάληπτο μυστήριο του Θεού: «Άπειρον το θείον και δυσθεώρητον και τούτο παντή καταληπτόν η απειρία». Και αλλού θα πει: «θεόν φράσαι μεν αδύνατον, νοήσαι δε αδυνατώτερον». Με τον τρόπο αυτό δείχνει πως η αλήθεια δεν περιορίζεται σε λεκτικές διατυπώσεις και εγκαινιάζει τη σύζευξη με τον ελληνικό αποφατισμό : «ο θεός ου ληπτός, ει δε ληπτός ου θεός» (Στοβαίου, Ανθολόγιον). Ο άγιος Γρηγόριος θα προχωρήσει ένα βήμα παρακάτω: ο αποφατισμός στη σκέψη του δε σημαίνει μια θεολογία των αρνήσεων, ούτε
μια κατάφαση στην απροσωπία του Θεού. Ο Θεός είναι προσωπικός, είναι σχέση και μυστήριο, που δεν υπόκειται σε λεκτικές κατηγοριοποιήσεις.

στ) η ορθή διδασκαλία περί αγίου πνεύματος και η αντιμετώπιση της πνευματομαχικής κακοδοξίας: «Λέγεται λοιπόν Πνεύμα Θεού, Πνεύμα Χριστού, νους Χριστού, Πνεύμα Κυρίου, το ίδιο επίσης Κύριος, Πνεύμα υιοθεσίας, αληθείας, ελευθερίας· Πνεύμα σοφίας, συνέσεως, θελήσεως, δυνάμεως, γνώσεως, ευσεβείας, φόβου Θεού. Διότι αυτό είναι το οποίο προκαλεί όλα αυτά. Όλα τα γεμίζει με το είναι του, όλα τα συγκρατεί. Με την ύπαρξή του γεμίζει όλο τον κόσμο, δεν περιορίζεται όμως η δύναμή του στον κόσμο. Είναι αγαθό, ευθές, ηγεμονικό, αγιάζει από τη φύση του και όχι λόγω θέσεως, δεν αγιάζεται, είναι το μέτρο, δεν μετριέται, μετέχεται δεν μετέχει, πληροί, δεν πληρούται, συγκρατεί δεν συγκρατείται, κληρονομείται, δοξάζεται, συναριθμείται, λέγεται δάκτυλος Θεού και φωτιά όπως ο Θεός, για να δοθεί νομίζω, έμφαση στο ομοούσιο» (Αγ. Γρηγ., Λόγος ΛΑ’).

ζ) οι απαρχές της πολιτικής θεολογίας: Στην περί εξουσίας αντίληψη του ο Χρυσόστομος μας εισάγει στα πρώτα κεφάλαια της λεγόμενης στις μέρες μας πολιτικής θεολογίας με κύρια θέση την αντίληψη ότι ο φορέας της εξουσίας ως πιστός δύναται να εξαγιαστεί, χωρίς παράλληλα να γίνεται αποδεκτή οποιαδήποτε έννοια αυθεντίας ή δεσποτείας: «ειπέ μοι τι εστί άρχοντος ίδιον;» θα τονίσει με έμφαση (και αλλού: «εισι άρχοντες; εαυτών άρχοντες»).Εντύπωση προκαλεί η περί τυράννων άποψη του: «Πιο καλά είναι να μην σε κυβερνά κανείς παρά να σε κυβερνά κακός άρχοντας». Η αναρχία λοιπόν με την έννοια της παντελούς απουσίας άρχοντα είναι προτιμότερη από την τυραννία. Καταλαβαίνει εύκολα κανείς ότι τα όσα καταγγέλλονται κατά του χριστιανισμού -τουλάχιστον σε ότι αφορά την «ανατολική» εκδοχή του- για συμβιβασμό με το «σύστημα» δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα.

4.Ο σεβασμός της ετερότητας: «Ετέρως εγώ βλέπω τα πράγματα και ετέρως εκείνος» (PG 48,1020D), θα πει χαρακτηριστικά ο Χρυσόστομος. Κι αλλού: «Μη φοβηθείς να προσεύχεσαι υπέρ των ειδωλολατρών, γιατί ο ίδιος ο Θεός το επιθυμεί. Εάν χρειάζεται να προσεύχεσαι υπέρ των ειδωλολατρών, είναι προφανές πως πρέπει να προσεύχεσαι και υπέρ των αιρετικών κι όλων
ανεξαιρέτως των ανθρώπων κι όχι να τους καταδιώκεις» (PG 62, 536).
Οι Τρεις Ιεράρχες έλαμψαν ως ασκητές, μεγαλούργησαν ως θεολόγοι, συνέδεσαν το αρχαίο ελληνικό πνεύμα με τη χριστιανική διδασκαλία, άφησαν σε όλους μας παρακαταθήκη αξιών σε κοινωνικό, παιδαγωγικό, φιλοσοφικό επίπεδο. Πνεύματα φωτεινά με απέραντη αγάπη στον άνθρωπο και στην εκκλησία άνοιξαν νέους ορίζοντες στην ελληνική παιδεία και έκαναν τη χριστιανική διδασκαλία επίκαιρη σε κάθε εποχή. Η αξία της ζωής και του έργου τους δεν αίρεται ούτε από τις εγωιστικές θεωρήσεις ιδεολογικής μονομέρειας, ούτε από τις γραφίδες ορισμένων διανοουμένων, που αποδεικνύονται (θα μου συγχωρέσετε την αυστηρότητα) οργανικοί.
Η σύγχρονη εκπαιδευτική κοινότητα ας εμπνευστεί από το ήθος των Τριών Ιεραρχών και ας αντλήσει από την πολυποίκιλη διδασκαλία τους στοιχεία που θα βοηθήσουν στην ουσιαστική ανανέωση της παρεχόμενης παιδείας με κεντρικά σημεία προσανατολισμού τον άνθρωπο, τη μόρφωση, τη διαμόρφωση στοιχειώδους καλλιέργειας, το σεβασμό της ετερότητας και την ειρήνη.

Πρώτη δημοσίευση στους Θεολόγους Κρήτης, 15-2-2009.