Ποδοσφαιρικά αξιοπερίεργα

Στο βιβλίο του γνωστού αθλητικογράφου Χρήστου Σωτηρακόπουλου με τίτλο «Παιχνίδι χωρίς όρια» (εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2008) πληροφορούμαστε την εξής απίστευτη ιστορία:

Για τρεις συνεχόμενες περιόδους (1955-56, 1956-57 και 1957-58) συναντήθηκαν στον τρίτο γύρο του Κυπέλλου Αγγλίας η Κάρντιφ με τη Λιντς!  Θα πείτε: και τι έγινε; Λοιπόν και στα τρία ματς κέρδισε η Κάρντιφ και μάλιστα με το ίδιο σκορ (2-1)! Πρόκειται για τις πιο αξιοπερίεργες συμπτώσεις στην ιστορία όχι μόνο του Κυπέλλου Αγγλίας, αλλά και ολοκλήρου του ποδοσφαίρου.

Όπως σημειώνει ο συγγραφέας (ο. π., σελ.68) «η πιθανότητα να έρχεται η Λιντς ως γηπεδούχος αντιμέτωπη με την Κάρντιφ Σίτι στον τρίτο γύρο του Κυπέλλου Αγγλίας για τρεις συνεχείς χρονιές ήταν στατιστικά μια στα δυο εκατομμύρια»(!). «Ποτέ μη λες ποτέ», λοιπόν, είναι το συμπέρασμα που βγαίνει.

Ένα άλλο αξιοπερίεργο ήταν ότι στις δυο πρώτες συναντήσεις το ημίχρονο ήταν 0-0 και το τελικό σκορ 1-2. Στην τελευταία συνάντηση της περιόδου 1957-58 το τελικό 1-2 διαμορφώθηκε από το πρώτο ημίχρονο!

Θα πει κάποιος: γιατί μας τα λέτε όλα αυτά; Μήπως για να γίνουμε φαταλιστές; Η απάντηση βέβαια είναι αρνητική. Ίσα-ίσα που αυτές οι συμπτώσεις έχουν γίνει το συστατικό στοιχείο που κάνει το συγκεκριμένο άθλημα να μας συγκινεί  και να είναι με διαφορά «ο βασιλιάς των σπορ».

Τέτοια γεγονότα και πολλά αλλά ακόμη είναι που ενισχύουν την αποδοχή του ποδοσφαίρου από ολόκληρο τον κοινωνικό ιστό. Το ποδόσφαιρο μας ενώνει ανεξάρτητα από κοινωνική καταγωγή, εθνικότητα, θρησκεία ή άλλες ετερότητες.

18-11-2010

Γ.Μ.Βαρδαβάς

Πρώτη δημοσίευση στην ηλεκτρονική εφημερίδα του 1ου ΕΠΑΛ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣ.

Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκὶ : Πορεία προς τα Χριστούγεννα

Στιγμές που σηματοδοτούν
πιο βαθιά και πιο πλατιά
μια σταθερή απώλεια.
Μέρα με τη μέρα,
χρόνο με το χρόνο
βιώνω τη σταθερή απώλεια.
Με τρομάζουν του ποιητή τα λόγια:
Ανέβασα τη στάχτη μου στο βουνό και σώπασε για πάντα


Ζούμε στον αιώνα της υπερβολής και της «απώλειας». Ο σύγχρονος άνθρωπος ή «μονοφυσίτης» θα είναι ή «μανιχαίος». Μάλιστα τις περισσότερες φορές με επιδερμικό τρόπο. Προς τι όμως το αφοριστικόν του ύφους;
Με δεδομένο ότι τα Χριστούγεννα πλησιάζουν αναρωτιέμαι αν ο μέσος «πιστός» έχει προσπαθήσει έστω και λίγο να συλλάβει το πραγματικό τους νόημα ή αρέσκεται σε μια καταναλωτική ομφαλοσκοπία, που πρόσκαιρα σχετικοποιεί την ανεστιότητα και την αλλοτρίωση του.
Ιδού! O Santa Claus αντικαθιστά το Μέγα Βασίλειο και η CocaCola του φορά κόκκινα ρούχα. Η Νέα Υόρκη «δεντροστολίζεται» και τα μικρά παιδάκια θέλουν «γλειφιτζούρι», που ο «γερό-λαδάς» το υπερτιμά. Κι ακόμα: ο υποκριτής «καρχαρίας», που καταδυναστεύει όλο το χρόνο τους πάντες θυμάται για μια μέρα τη φιλανθρωπία, όχι από ανθρωπιά αλλά από εγωισμό! Ω! τι κόσμος μπαμπά!
Είναι γεγονός ότι το βαθύτερο νόημα της εορτής των Χριστουγέννων θα πρέπει να αναζητηθεί στο μυστήριο της θείας ενανθρωπήσεως:
«Ὁ λόγος γὰρ ἐνηνθρώπησεν ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν» (Μ. Αθανάσιος).
***
« Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν. καὶ ἐθεασάμεθα τήν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας» (Ιω. 1,14).
Ο Ιησούς, «το φως του κόσμου» , ο «άρτος της ζωής», ο Νέος Αδάμ εγκαινιάζει με την ενανθρώπηση Του τη Βασιλεία του Θεού και φέρνει την καταλλαγή μεταξύ Θεού και πεπτωκότος ανθρώπου. Ο Ιησούς είναι Αυτός, που δια της άκρας ταπεινώσεως Του δίνει νόημα στην ύπαρξη του ανθρωπίνου προσώπου. Ταπεινώνεται εξ αγάπης για να υψωθεί ο άνθρωπος στο αρχικό του μεγαλείο.
Ας θυμηθούμε εδώ τα λόγια του Γέροντος Σωφρονίου του Essex: «Ο Θεός είναι ο Έτερος και, συγχρόνως, ο εμός».
Τα Χριστούγεννα σηματοδοτούν την υπαρξιακή ελπίδα του ανθρώπου ακόμα και στους χαλεπούς καιρούς μας. Ας κάνουμε την υπέρβαση στην φίλαυτη νοοτροπία που χαρακτηρίζει τις μέρες μας, καλλιεργώντας την ψυχή μας και την ανθρωπιά μας. Γιατί όπως έλεγε κι ένας μεγάλος δάσκαλος, που δεν είναι πια μαζί μας «τίποτε άλλο δεν είναι ο άνθρωπος παρά ο σκοπός του».
Καλά Χριστούγεννα
21-12-2006
Γ.Μ.Βαρδαβάς

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

«Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι προσκυνήσωμεν Άγιον Κύριον Ιησούν τον μόνον αναμάρτητον.Τον Σταυρόν σου Χριστέ προσκυνούμεν, και την Αγίαν σου Ανάστασιν, υμνούμεν και δοξάζομεν· συ γαρ ει Θεός ημών, εκτός σου άλλον ουκ οίδαμεν, το όνομά σου ονομάζομεν. Δεύτε πάντες οι πιστοί προσκυνήσωμεν την του Χριστού αγίαν Ανάστασιν·ιδού γαρ ήλθε διά του Σταυρού, χαρά εν όλω τω κόσμω. Διά παντός ευλογούντες τον Κύριον, υμνούμεν την Ανάστασιν αυτού. Σταυρόν γαρ υπομείνας δι ημάς, θανάτω θάνατον ώλεσεν».

Η προσευχή  (ή αν θέλετε  η πρόκληση) αυτή εμφαίνει τη σημασία που αποδίδει η ορθόδοξη εκκλησία στο γεγονός της «εν Χριστώ» Αναστάσεως. Πρόκειται για το κατεξοχήν ιστορικό και εσχατολογικό γεγονός. Το «καινόν», η «καινή κτίσις» (Γαλ.6,15) συμπορεύονται με την εσχατολογική ελπίδα και χαρά.

Ο αείμνηστος καθηγητής Π. Ι. Μπρατσιώτης επισημαίνει ότι στην ορθόδοξη εκκλησία «η Ανάσταση του Κυρίου κατέχει…την μάλιστα  κεντρική και θεμελιώδη θέσιν εν όλη τη θρησκευτική ζωή αυτής»[1]. Για  να κατανοήσουμε την σημασία της Αναστάσεως θα πρέπει πρωτίστως να τη συνδέσουμε με αυτό καθ’αυτό το γεγονός της Ανάστασης. Αυτή η θέση είναι θεμελιακή. Σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσαμε να αντικειμενικοποιήσουμε το σημαντικότερο γεγονός της ιστορίας και σε μια δεύτερη φάση να εκθέσουμε τη σημασία του. Εξάλλου είναι γνωστή η άποψη ότι η Ανάσταση έχει τη σημασία της «εν εαυτή»[2].

Σύμφωνα με την Α’ Κορινθίους 15,14 «ει δε Χριστός ουκ εγήγερται,κενόν αρα το κήρυγμα ημών,κενή δε και η πίστις υμών».

Μέσα από ένα «μανιχαϊστικό» μοντέλο «καινού» και «κενού» εξαίρεται η θεμελιώδης σημασία της Αναστάσεως για τον άνθρωπο από τη μία πλευρά και από την άλλη επισημαίνονται οι συνέπειες δογματικές και θρησκειολογικές του «χωρίς Ανάσταση».

Θα ξεκινήσουμε αντίστροφα. Ας δούμε τι συνεπάγεται το «χωρίς Ανάσταση»:

  • α) χωρίς Ανάσταση θα δικαιώνονταν οι Ιουδαίοι που απέρριπταν και λοιδορούσαν τον Χριστό
  • β) ο Σταυρός θα ήταν πράγματι «σκάνδαλον και μωρία»(Α’Κορ.1,23)
  • γ) χωρίς Ανάσταση δεν θα υπήρχε ευαγγέλιο. Οι μαθητές  θα ήταν θύματα της μεγαλύτερης ίσως πλάνης της ιστορίας αλλά σε καμία περίπτωση απόστολοι του χριστιανικού ευαγγελίου
  • δ) χωρίς Ανάσταση δεν θα υπήρχε Εκκλησία. Θα μπορούσε ενδεχομένως να δημιουργηθεί μια κίνηση ανθρώπων που θα τιμούσαν τη μνήμη του μεγάλου και «πεφωτισμένου» Ιησού από τη Ναζαρέτ ή μια εβραϊκή κοινότητα τύπου Qumran, όχι όμως εκκλησία που είναι ο  παρατεινόμενος εις τους αιώνας Χριστός (ι. Αυγουστίνος)
  • ε) χωρίς Ανάσταση δεν θα υπήρχε σωτηρία δοθέντος ότι «extra ecclesia nulla sallus» (Κυπριανός)[3].
  • στ)χωρίς Ανάσταση, κατά τον H.Schlier[4] θα γινόταν λόγος για μια φευκτέα πλάνη στην ιστορία του ανθρωπισμού, οι πιστοί όμως θα ήταν «τραγικοί απατημένοι απατεώνες».

Από το κενό περνάμε στο καινό. Συνοπτικά  θα λέγαμε ότι η σημασία της Αναστάσεως του Κυρίου έχει θεολογική, χριστολογική, εκκλησιολογική και σωτηριολογική διάσταση[5].

α) η θεολογική σημασία της Αναστάσεως

  • Η Ανάσταση φανερώνει το μεγαλείο της δυνάμεως και της δόξας του Θεού.
  • Η Ανάσταση διαφοροποιεί τη χριστιανική οντολογία από την ιουδαϊκή τυπολατρεία.
  • Η Aνάσταση αποτελεί την οριστική αυτοαποκάλυψη του θεού της Παλαιάς  Διαθήκης.
  • Με την Ανάσταση η παντοδυναμία του Θεού γίνεται παντοδυναμία της αγάπης.

β) η χριστολογική σημασία της Αναστάσεως

Η Ανάσταση αποτελεί το κέντρο της χριστολογικής διδασκαλίας όχι μόνο της Καινής Διαθήκης αλλά και της εκκλησίας. Η ορθόδοξη χριστολογία είναι τριαδολογική, σε αντίθεση με τη χριστοκεντρική χριστολογία -που ενίοτε καταντά χριστομονισμός –των προτεσταντών[6]. Θα πρέπει να επισημανθεί το απαράδεκτο της αντιπαράθεσης, από τους προτεστάντες, του Αναστημένου Ιησού του κηρύγματος προς τον ιστορικό Ιησού. Συνεπώς η άποψη ότι «η Ανάσταση σημαίνει την αποκατάσταση του ιστορικού Ιησού» [7]είναι θεολόγικα αβάσιμη και λογικά μη παραδεκτή.

γ) η εκκλησιολογική σημασία της Αναστάσεως

Τονίσαμε ήδη ότι χωρίς Ανάσταση δεν θα υπήρχε εκκλησία. Ο όρος εκκλησία αποτελεί κατά τον Μιρτσέα Ελιάντε τη θρησκειολογική ιδιαιτερότητα του χριστιανισμού. Ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία αλλά εκκλησία. Κέντρο του χριστιανισμού είναι η ιστορία και όχι η φύση, η εσχατολογία και όχι η κοσμολογία. Πολύ εύστοχα ο Μάριος Μπέγζος επισημαίνει ότι «η εκκλησία είναι εν τω κόσμω… χωρίς να είναι εκ της θρησκείας»[8].Ειδικότερα εκκλησιολογικά η ανάσταση συνδέεται με την Πεντηκοστή, την κλήση και τη δράση των μαθητών του Κυρίου, τη διάδοση του ευαγγελίου σε παγκόσμιο επίπεδο (οικουμενικότητα και παγκοσμιότητα, μυστήρια κλπ).

δ) η σωτηριολογική σημασία της Αναστάσεως

Η Ανάσταση του Χριστού που σήμανε την ήττα του θανάτου αποτελεί την απαρχή της σωτηρίας του ανθρώπου, που έγκειται στην ένωση και συσσωμάτωση του ανθρώπου με το Θεό. Η θέωση που σημαίνει τη μετοχή του ανθρώπου στις άκτιστες θείες τριαδικές ενέργειες, είναι αποτέλεσμα της Ανάστασης. Σε τελευταία ανάλυση «αυτός γάρ  ενηνθρώπησεν ίνα ημείς θεοποιηθώμεν» (Μ.Αθανάσιος,PG25,192B).
Θα κλείσουμε την σύντομη αυτή αναφορά μας με ένα τμήμα της «Περί Πάσχα» ομιλίας  του Μελίτωνος Σάρδεων:

καινόν και παλαιόν,αΐδιον και πρόσκαιρον, φθαρτόν και αθάνατον το του πάσχα μυστήριον. Παλαιόν μέν κατά τον νόμον, καινόν δε κατά τον λόγον, πρόσκαιρον δια τον τύπον, αΐδιον δια την χάριν, φθαρτόν δια την του προβάτου σφαγήν , άφθαρτον δια την του Κυρίου ζωήν, θνητόν δια την εν τη γη ταφήν, αθάνατον δια την εκ νεκρών ανάστασιν

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (ενδεικτική)

  • Π.Ανδριόπουλου,Θέματα της θεολογίας της Καινής Διαθήκης, εκδ. Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα 1990
  • Ι.Καραβιδόπουλου, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1983
  • Μ.Μπέγζου, Δοκίμια φιλοσοφίας της θρησκείας, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1991(β’έκδοση)
  • Π.Ι.Μπρατσιώτου, Η Ανάστασις του Χριστού εν τη ορθοδόξω εκκλησία, στο περιοδικό «Εκκλησί», 1953, σελ.131κ.ε.
  • Ι.Παναγόπουλου, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Αθήνα 1994(β’΄εκδοση)
  • Στ.Παπαδόπουλου, Πατρολογία, τ.Β’, Αθήνα 1990
  • Σ.Αγουρίδου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, εκδ. Γρηγόρη, Αθήναι 1971

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


1.Π. Ι. Μπρατσιώτου, Η Ανάστασις του Χριστού εν τη ορθοδόξω εκκλησία, στο περιοδικό «Εκκλησία», 1953, σελ.131κ.ε.

2.Π. Ανδριόπουλου,Θέματα της θεολογίας της  Καινής Διαθήκης, Αθήνα 1990, σελ.298

3. «εκτός εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία»

4.  Π. Ανδριόπουλου, ο.π., σελ.299

5.  βλ.αναλυτικά ο.π.,σελ.301-340

6.  ο.π., σελ.51

7. ο.π., σελ.305

8. βλ.  Μ. Μπέγζου, Δοκίμια φιλοσοφίας της θρησκείας, σελ.85.

Το μικρό αυτό άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Εκπαιδευτικοί Προσανατολισμοί», αριθμ. φυλ. 6-7, Ιανουάριος-Απρίλιος 1995, σελ.26. Εδώ αναδημοσιεύεται με ελάχιστες αλλαγές και διορθώσεις.

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΙΩΑΝΝΟΥ

Ας μας επιτραπεί να πούμε δυο λόγια ως αναγνώστες για τον Γ. Ιωάννου. Αφορμή για να τον γνωρίσουμε στάθηκε ένα αφιέρωμα σε γνωστή κυριακάτικη εφημερίδα. Φυσικά δεν μπορούμε να εκφέρουμε ολοκληρωμένη άποψη για το συγγραφέα δοθέντος του γεγονότος ότι δεν έχουμε διαβάσει όλο το έργο του. Όσα ακολουθούν αποτελούν προσωπικές απόψεις, που προέκυψαν από την ανάγνωση των έργων του «Για ένα φιλότιμο», «Η μόνη κληρονομιά» και «Εφήβων και μη».

Το πρώτο σημείο, που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη του Ιωάννου είναι η απλότητα και η καθαρότητα της γραφής του. Κείμενα εύληπτα και κατανοητά, γλώσσα «σημερινή». Αν για παράδειγμα ρίξει κανείς μια ματιά στο πρωτόλειο του (από πλευράς πεζών) «Για ένα φιλότιμο» νομίζουμε ότι θα σχηματίσει την εντύπωση ότι γράφτηκε σχετικά πρόσφατα αν και πρόκειται για έργο του 1964! Ο Ιωάννου εξομολογείται περιστατικά, που απομόνωσε στη μνήμη του ως στιγμιότυπα. Απλός και απέριττος δίχως επιτηδευμένη γλώσσα δείχνει να συνειδητοποιεί ότι το επιτηδευμένο αποτελεί «επιτήδευμα του ανεπιτηδεύτου» για να θυμηθούμε και λίγο τη θεολογική ορολογία. Η περιγραφή των δυσκολιών της ζωής, που ενδεχομένως υποκρύπτει και προσωπικές του εμπειρίες, γίνεται με τρόπο ιδιαίτερα συγκινητικό. Ο συγγραφέας φαίνεται να κατέχει πολύ καλά τα του ορθόδοξου χριστιανισμού και μας εντυπωσιάζουν αναφορές χριστιανικού περιεχομένου στο έργο του:

Είναι συγκινητικό να αφήνεις κάτι από τον εαυτό σου στην έρημο(……).Θυμήθηκα το τροπάριο : «Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε»

(Γ. Ιωάννου, Η μόνη κληρονομιά, σελ.83)

Αλλά και σε κείμενα του με έντονο σκεπτικισμό είναι παραστατικός:

Υπάρχουν σ’ αυτό τον κόσμο σπουδαιότερα πράγματα απ΄ αυτά που μας είχαν μάθει να προσκυνάμε ως σπουδαία

(Γ. Ιωάννου, Για ένα φιλότιμο, σελ.63)

Κλείνοντας ας πάρουμε  ένα άρωμα βυζαντινής Θεσσαλονίκη[1] με  τον μοναδικό, κατά Ιωάννου, τρόπον:

Από όλες τις παλαιότερες ιστορικές της φάσεις η Θεσσαλονίκη γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή επί Βυζαντίου. Ήταν η δεύτερη πόλη της αυτοκρατορίας και η τρίτη του τότε κόσμου: Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη. Ήταν λοιπόν φυσικό η πολυάνθρωπη και πλούσια δεύτερη πόλη της κραταιάς αυτοκρατορίας να στολιστεί με πολλά μνημεία και κτίρια. Από αυτά άλλα γίνονται από το κρατικό ταμείο, άλλα οφείλονται στην ιδιωτική πρωτοβουλία και άλλα ανήκουν σε ανώτερους βαθμούχους του κράτους. Σήμερα σώζονται αρκετά από αυτά τα μνημεία, όσα σε καμιά άλλη πόλη, εκτός από την Κωνσταντινούπολη, και αποτελούν μοναδική πηγή γνωριμίας με τη βυζαντινή αρχιτεκτονική και τέχνη όλων των αιώνων. Η πόλη αποτελεί ένα βυζαντινό μουσείο, που θα προσπαθήσουμε να περιέλθουμε. Το πιο παλιό μα και το πιο εντυπωσιακό βυζαντινό κατάλοιπο είναι τα τείχη, που περιβάλλουν την πόλη.  Το σπουδαίο αυτό έργο φαίνεται ότι εκτελέστηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του στο τέλος του 4ου μ.Χ. αιώνα. Βέβαια, από τότε και ύστερα τα τείχη υπέστησαν άπειρες επισκευές και διορθώσεις, αλλά το βασικό τους κτίσμα έγινε στην αρχή της βυζαντινής εποχής. Αν ανεβούμε στο ψήλωμα, στο βυζαντινό μοναστήρι Βλαττάδων, βλέπουμε καλά όλη την περίμετρο των τειχών. Είναι τεράστια η περιοχή ακόμα και για τις σημερινές μας εκτιμήσεις. Μπορούμε λοιπόν εκτός από το μέγεθος να καταλάβουμε και την μεγάλη σημασία που είχε τότε η πόλη, αφού για την οχύρωση της γινόταν τέτοια έργα…

(Γ. Ιωάννου, Η βυζαντινή Θεσσαλονίκη, στο «Εφήβων και μη», σελ.57)

Γ. Μ. Βαρδαβάς

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2005


[1].Βλ. ολόκληρο το κείμενο στο Γ. Ιωάννου, «Εφήβων και μη»,σελ.57-61.