ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ ΘΕΟΕΙΔΗΣ: Προλεγόμενα στον Μέγα Κανόνα του Αγίου Ανδρέου Κρήτης

      Ανδρέα Πατέρων κλέος,

ευχαίς σου μή επιλάθη καθικετεύων,

παρεστώς Τριάδα τήν υπέρθεον,

όπως λυτρωθώμεν τής κολάσεως,

οι πόθω προστάτην σε θείον,

επικαλούντες, τό Κρήτης εγκαλλώπισμα.

Α’

Εισαγωγικά*

Η συγγραφή του Μ. Κανόνος τοποθετείται πιθανότατα περί το 717, λόγω εσωτερικών μαρτυριών, που αναφέρονται στην απόκρουση κάποιας βαρβαρικής επιδρομής («σκυλεύει πολεμίους» , «νικώσα»), ίσως αραβικής[1]. Ο Μ. Κανών αποτελείται από 9 ωδές και 11 ειρμούς. Το σύνολο των τροπαρίων του ανέρχεται σε 250 και περίπου αντιστοιχεί «προς το σύνολο των στίχων των εννέα βιβλικών ωδών»[2].

Η χαρμολύπη διαπνέει ολόκληρο το έργο. Το δίσημο, αλλά επ’ ουδενί οξύμωρο, αυτό σχήμα έχει ως τέλος του την «μακαριστήν έξιν και θεοειδή λήξιν» για να μιλήσουμε με αρεοπαγιτική ορολογία[3]. Ο ποιητής εκφράζει τη λύπη του για την πεπτωκυία ανθρώπινη φύση:

Απώλεσα το πρωτόκτιστον κάλλος και την ευπρέπειαν μου

Και άρτι κείμαι γυμνός και καταισχύνομαι (Β,11)

Η ατμόσφαιρα χαράς και γαλήνης συνδέεται με την ελπίδα σωτηρίας που τρέφει ο ποιητής και προϋποθέτει την δια της πραγματικής μετανοίας υπέρβαση της αμαρτίας και της «λύσσας των παθών».

Ο άγιος Ανδρέας στηλιτεύοντας την υποκρισία, που σωστά έχει χαρακτηρισθεί ως η «αυτοπροστασία της αμαρτίας» [4],οδηγείται βαθμηδόν στην υπέρβαση της αμαρτίας και στη διαμόρφωση μιας σωτηριολογικής δυναμικής. Προϋπόθεση της σωτηρίας  είναι η ειλικρινής μετάνοια αφού βέβαια έχει προηγηθεί η συνειδητοποίηση της αμαρτίας:

Πόθεν άρξομαι θρηνείν τας του αθλίου μου βίου πράξεις;

Ποίαν απαρχήν επιθήσω Χριστέ τη νυν θρηνωδία; (Α,1)

***

Ημάρτηκα υπέρ πάντας ανθρώπους μόνος ημάρτηκα σοι

Αλλ’ οίκτειρον ως Θεός, Σωτήρ,το ποίημα σου (Β,3)

Την ιδιαίτερη σημασία του Μ. Κανόνος επιγραμματικά διατυπώνει ο συναξαριστής:

 

Προτρέπεται γούν δια τούτου πάσαν ψυχήν ,

όσα μεν αγαθά της ιστορίας ζηλούν και μιμείσθαι,

όσα δε φαύλων αποφεύγειν και αεί προς Θεόν ανατρέχειν δια μετανοίας,

δια δακρύων και εξομολογήσεως και της άλλης δηλονότι ευαριστήσεως.

Δικαίως ο άγιος Ανδρέας Κρήτης έχει χαρακτηριστεί  «εν λόγοις λαμπρότερος και πανηγυρικώτερος εν δε τοις άσμασι ο πάντων μουσικώτερος»[5] .

Β’

Βιογραφικά

 Ο άγιος Ανδρέας Κρήτης γεννήθηκε στη Δαμασκό περί το 660. Σε ηλικία 15 ετών μεταβαίνει στα Ιεροσόλυμα και αφιερώνεται στο ναό της Αναστάσεως. Εκεί μετά την ενηλικίωση του εκάρη μοναχός και απέκτησε υψηλή θεολογική και θύραθεν μόρφωση. Πλησίον του πατριάρχου Θεοδώρου αναλαμβάνει καθήκοντα νοταρίου (οιονεί γραμματέως). Με την ιδιότητα του αυτή μεταβαίνει το 685 στην Κωνσταντινούπολη, όπου μεταφέρει εκ μέρους της εκκλησίας των Ιεροσολύμων έγγραφη ομολογία πίστεως, που είναι σύμφωνη με τα περί δυο θελήσεων και ενεργειών αποφασισθέντα υπό της Στ΄ Οικουμενικής Συνόδου (681). Για λόγους άγνωστους σε μας ο άγιος παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη και υπηρέτησε την εκκλησία επί εικοσαετία. Κατά μια άποψη ο άγιος χειροτονήθηκε διάκονος από τον πατριάρχη Κων/πόλεως  Γεώργιο σε ηλικία 25 ετών[6] . Ο αρχιμανδρίτης Σ. Κούτσας (νύν μητρ.Νέας Σμύρνης) υποθέτει ότι αρχικά ο άγιος εγκαταβίωσε στη μονή της Θεοτόκου των Βλαχερνών και στη συνέχεια ως διάκονος ανέλαβε τη φροντίδα δυο ιδρυμάτων, του «ευαγούς ορφανοτροφείου» και του «Ευγενείου»[7].

 Το 711 ο άγιος Ανδρέας εξελέγη αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Από τη θέση αυτή έδειξε όπως παρατηρεί ο βιογράφος του «το τε μεγαλοφυές αυτού της ψυχής και το της αρετής απαράμιλλον και την τελειωτάτην έξιν της ποιμαντικής επιστήμης»[8].Το 713 προσχωρεί στο μονοθελητισμό υπό την πίεση του αυτοκράτορα Φιλλιπικού (Βαρδάνη), απ’ όπου όμως σύντομα αποστασιοποιείται. Σχετικά ο Π. Χρήστου επισημαίνει ότι στον Μ. Κανόνα «ουδέν μονοθελητικόν ίχνος αναφαίνεται, αλλ’ ούτε και πολεμική κατ’ αυτού υπάρχει»[9].Ο άγιος Ανδρέας «χρείας καλεσάσης» μετέβη στην Κων/πολη. Ο ακριβής λόγος του ταξιδιού του δεν είναι γνωστός. Γίνεται λόγος για ποιμαντικό ταξίδι[10] ή για ταξίδι σχετιζόμενο με την εικοναμαχική έριδα[11]. Ο Ν. Τωμαδάκης[12] μάλιστα μεταφέρει την υπόθεση του Ι. Παπαδόπουλου περί δίωξης του αγίου από τον Λέοντα τον Γ’ τον Ίσαυρο. Ακολούθησε η εξορία του στη νήσο Λέσβο, όπου και πέθανε στις 4 Ιουλίου 740, στην πόλη της Ερεσού. Η καθιέρωση του ως αγίου θα πρέπει να έγινε πολύ νωρίς λαμβανομένου υπόψιν του γεγονότος ότι τον κανόνα της ακολουθίας του τον συνέγραψε ο Θεοφάνης ο Γραπτός (περί το  845).

Γ’

Ανθρωπολογικές  Προεκτάσεις

Τον πηλόν ο κεραμεύς ζωοπλαστήσας

έθηκας μοι σάρκα και οστά και πνοήν και ζωήν

αλλ’ ω ποιητά μου, λυτρωτά μου και κριτά,

 μετανοούντα δέξαι με (Α,10)

Τα συστατικά στοιχεία του ανθρώπου κατά τον ποιητή συνδέουν οργανικά το ανθρώπινο πρόσωπο με το αισθητό και το νοητό της κτίσεως και καθιστούν τον άνθρωπο ανακεφαλαιωτή του σύμπαντος. Ο πλασθείς «κατ’ εικόνα» Θεού άνθρωπος οδηγείται στην πτώση, στην αμαύρωση της εικονικής του οντολογίας[13]:

 

Απώλεσα το πρωτόκτιστον κάλλος και την ευπρέπειαν μου

Και άρτι κείμαι γυμνός και καταισχύνομαι (Β,11)

***

Κατέχρωσα της πρίν εικόνος το κάλλος

Σώτερ τοις πάθεσι (Β,21)

Ο ποιητής εξηγεί με μοναδικό τρόπο τα βαθύτερα αίτια της πτώσεως:

Αυτείδωλον εγενόμην τοις πάθεσι

την ψυχήν μου βλάπτων  Οικτίρμον

αλλ’ εν μετανοία με παρέλαβε και εν επιγνώσει ανακαλέσαι

μη γένωμαι κτήμα, μη βρώμα του αλλοτρίου

Σωτήρ αυτός με οίκτηρον (Δ,26)

Ο άνθρωπος από υπερβάλλοντα  εγωισμό προσπαθεί να γίνει ισόθεος με τις δικές του δυνάμεις, να γίνει Θεός στη θέση του Θεού! Έτσι αγνοώντας το πεπερασμένο της φύσεως του και τη θνητότητα του καθίσταται «αυτείδωλον» και οδηγείται στη σχάση της κοινωνίας του με το Θεό. Η υπέρτατη αυτή οίηση και «ύβρις» οφείλεται στην έλλειψη «μέτρου αρίστου»  και εν τέλει στο, κατά Κ. Ζουράρι, «άμετρον»[14]. Κοντολογίς το άμετρον, που εκπορεύεται από το φίλαυτον- μια ιδιότυπη «ηδονή», που και αυτή έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ματαιοδοξία- οδηγεί στην αμαρτία και στην παγίωση του πνευματικού θανάτου. Ωστόσο ο άγιος Ανδρέας φαίνεται να  έχει επίγνωση περί  της αμαρτίας:

 Τον πρωτόπλαστον Αδάμ τη παραβάσει προζηλώσας

έγνων εμαυτόν γυμνωθέντα Θεού και της αϊδίου βασιλείας

και τρυφής δια τας αμαρτίας μου (Α,3)

Κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της εκ μέρους του μεταπτωτικού ανθρώπου συνειδητοποίησης της αμαρτίας είναι η μετάνοια, η οιονεί «αλλαγή του νου» και η υπέρβαση των φίλαυτων παθών. Μετάνοια είναι η διττή επιστροφή: η επιστροφή του απίστου στον πιστό και μεγαλόθυμο και η υιοθέτηση μιας στάσης ζωής, που ως πρότυπο έχει την αγιότητα[15]. Έτσι ο άνθρωπος φτάνει στην υπέρβαση της αμαρτίας, που δικαίως ο ποιητής τη χαρακτηρίζει αλογία:

Απόσχου τάλαινα ψυχή της πριν αλογίας (Α,2)

Η αλογία όμως αφορά τους πάντες και πρωτίστως τον ίδιο τον γεμάτο ταπεινότητα υμνογράφο, που οδηγείται στην υπέρβαση της δια αυτής ταύτης της  παραδοχής της!

Ου γέγονεν εν τω βίω αμάρτημα, ουδέ πράξις,ουδέ κακία

Ήν εγώ, Σωτήρ,ουκ επλημμέλησα κατά νούν και λόγον και προαίρεσιν,

Και θέσει και γνώμει και πράξει εξαμαρτήσας, ως άλλος ουδείς πώποτε (Δ,4).

Όπως παρατηρεί γνωστός καθηγητής, η κατ’ απόλυτον βαθμόν συναίσθηση της αμαρτωλότητας  αποτελεί το συγκλονιστικότερο χαρακτηριστικό της ζωής ενός αυθεντικού αγίου ανθρώπου[16].Ο υμνογράφος αναφέρεται διεξοδικά στην πολυείδεια και στην πολυπρισματικότητα των αμαρτημάτων:

Τα εκούσια Σωτήρ και τα ακούσια πταίσματα μου και τα φανερά και κρυπτά και γνωστά και άγνωστα πάντα συγχωρήσας ως Θεός, ιλάσθητι και σώσον με (Α,19)

Παραλλήλως δεν παραλείπει να επισημάνει τις οδυνηρές συνέπειες της αμαρτίας:

Ο νους τετραυμάτισται, το σώμα μεμαλάκισται, νοσεί το πνεύμα,

ο λόγος ησθένησεν, ο βίος νενέκρωται, το τέλος επι θύραις,

διό τάλαινα ψυχή, τι ποιήσεις, όταν έλθη ο Κριτής ανερευνήσαι τα σα; (Θ,1)

Δ’

Σωτηριολογικές  Προεκτάσεις

Το αίτημα για σωτηρία του πεπτωκότος αμαρτωλού ανθρώπου διαπνέει ολόκληρο το έργο. Αίτημα με την έννοια φυσικά της έκκλησης προς τη θεία αγάπη και δικαιοσύνη και όχι με την έννοια της απαίτησης. (Η  διευκρίνιση αυτή, όσο κι αν φαίνεται δεδομένη ,είναι απαραίτητη ειδικά στους χαλεπούς καιρούς μας, που ο άνθρωπος θυμάται το Θεό μόνο όταν τον έχει ανάγκη και φιλαύτως δρών κρίνει κατά το δοκούν τη θεία δικαιοσύνη. Το κτίσμα δεν σέβεται το Δημιουργό, το κτιστόν πάει να υπερκεράσει -έτσι τουλάχιστον ανοήτως νομίζει- το άκτιστον και άρρητον. Ουσιαστικά μιλάμε για «δεύτερο προπατορικό αμάρτημα»! Όπως οι πρωτόπλαστοι δεν έκαναν ορθή χρήση της ελευθερίας τους, έτσι και ο σύγχρονος άνθρωπος, που βιώνει τον κυκεώνα της παγκοσμιοποίησης νομίζει ότι όλα είναι «αγορά». Δεν τον ενδιαφέρει ο άνθρωπος, προσπαθεί να απαξιώσει τις αξίες, προβάλλει το ήσσον ως κάλλιστον και κατακεραυνώνει το ανθρώπινο πρόσωπο ανάγοντας τα πάντα στη λογική της αγοράς. Για το Θεό φυσικά ούτε λόγος!).

Η σωτηριολογία του έργου βασίζεται στη συνεργασία της θείας χάριτος και του ανθρώπινου παράγοντος. Ο άνθρωπος κατά την αξεπέραστη διατύπωση του αειμνήστου Π. Τρεμπέλα παρά τις αδυναμίες του δεν είναι «εντελώς παθητική ύπαρξις στερουμένη και της ελαχίστης ενεργητικότητος κατά τη στιγμήν των πρώτων κρούσεων της χάριτος» για σωτηρία[17].

Η ελπίδα σωτηρίας προοδευτικά μεταστοιχειώνεται σε βεβαιότητα:

Σύ ει ο γλυκύς Ιησούς, συ ει ο πλαστουργός μου, εν σοι Σωτήρ δικαιωθήσομαι (Γ,7).

Ο αμαρτωλός καλείται να πραγματώσει μια διαδρομή (αναδρομή την αποκαλεί ο Π. Νέλλας[18]) με στόχο την επιστροφή στα χαρίσματα του «κατ’ εικόνα».Έτσι θα ξεπεραστεί η οιονεί «έχθρα» μεταξύ Θεού και ανθρώπου και θα πραγματωθεί η σωτηρία, δοθέντος ότι η τελευταία προϋποθέτει την κοινωνία (και όχι τη σχάση, που επεκράτησε μεταπτωτικά) μεταξύ Θεού και ανθρώπου.

Η διαδρομή αυτή ξεκινά με την εξαγόρευση των αμαρτιών:

Εξαγγέλω σοι Σωτήρ,τας αμαρτίας, άς εργασάμην και τας της ψυχής και του σώματος μου πληγάς, άς μοι ένδον μιαιφόνοι λογισμοί ληστρικώς εναπέθηκαν (Α,11).

Έπονται οι πράξεις που θα οδηγήσουν τον άνθρωπο στην πνευματική του αναγέννηση και στην εν συνεχεία πραγμάτωση της υπαρξιακής του προοπτικής, που συνίσταται στο καθ’ ομοίωσιν.

Μια τέτοιου τύπου πραξιακή δυναμική προϋποθέτει τη χαλιναγώγηση της «λύσσας των παθών», την κατανίκηση των απατηλών λογισμών και θυσιαστική διάθεση:

Άνευ πόνων, ου πράξις, ου θεωρία, ψυχή κατορθωθήσεται (Δ,8).

Κορωνίδα αυτής της διαδρομής είναι η θεωρία, η θέα του Θεού:

Γρηγόρησον, ω ψυχή μου, αρίστευσον ως ο μέγας εν Πατριάρχαις,

ίνα κτίση πράξιν μετά γνώσεως, ίνα χρηματίσης νους ορών τον Θεόν,

και φθάσης τον άδυτον γνόφον[19] εν θεωρία  (Δ,9).

Η θεωρία συνδέεται οργανικά με την κατάσταση της απαθείας, που στην ορθόδοξη θεώρηση της δεν θεωρείται ως απλή νέκρωση των ψυχικών παθών, όπως τη θεωρούσαν οι στωικοί, αλλά ως το ακίνητον της ψυχής προς την κακία. Είναι μ’ άλλους λόγους η «καλή αλλοίωσις», η παλαμική «από των χειρόνων επι τα κρείττω μετάθεσις»[20].

Κοντολογίς ο Μέγας Κανών τοποθετεί τον άνθρωπο στα ορθά σωτηριολογικά πλαίσια. Τα κριτήρια της σωτηρίας δεν είναι νομικιστικά, κανονιστικά ή πιετιστικά, αλλά αυθεντικώς χριστοκεντρικά και αγαπητικά.


Υποσημειώσεις

* Θερμές ευχαριστίες από καρδίας οφείλουμε στον Παναγιώτη Ζερβάκο για την βιβλιογραφική του βοήθεια.

1.Βλ. Π. Χρήστου, Θεολογικά Μελετήματα, 4, Υμνογραφικά, ΠΙΠΜ, Θεσσαλονίκη 1981, σελ.234.

2. ο.π. ,σελ. 239.

3.Βλ. στο Ιγν. Σακαλή (επιμ.), Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, τόμος Α’,  Θεσσαλονίκη 1985, σελ.70.

4. Βλ. Ν. Ματσούκα, «Υπάρχει χριστιανική φιλοσοφία;», εν ΕΕΘΣΠΘ, τ. ΙΣΤ’ (1971), Θεσσαλονίκη 1971, σελ.361.

5.Βλ.κώδικα Paris Gr 1576, φ.140. Πρβλ. Π. Χρήστου, ό.π.,σελ.231,υποσ.2.

6.Βλ.το συνοδευτικό βιβλίο του μουσικού έργου «Κρητών Άγιοι», Αεράκης, Ηράκλειο 1995, σελ.70.

7. Βλ. Αρχιμανδρ. Σ. Κούτσα (νύν μητρ. Νέας Σμύρνης) , Αδαμιαίος Θρήνος, Αθήνα 1988, σελ.18

8. ο.π.

9. Π. Χρήστου,ό.π.,σελ.270. Περί του μονοθελητισμού βλ. αναλυτικά Βλ. Ιω. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία, τόμος Α΄, Αθήναι 1992, σελ.727-750.

10. Βλ. «Κρητών Άγιοι» ,σελ.71

11. Αρχιμανδρ. Σ. Κούτσα, ό.π., σελ.21

12. Ν. Τωμαδάκη, «Ανδρέας ο Κρήτης», στη ΘΗΕ, τ.2,Αθήναι 1963,στ.681.

13.Βλ. Π. Νέλλα, Ζώον Θεούμενον, Αθήνα 1992, σελ.196.

14. Βλ. περισσότερα στο Κ. Ζουράρι, Θεοείδεια Παρακατιανή, Αθήνα 1993, σελ.196 κ .ε. Σχετικά ο συγγραφέας παρατηρεί: «Αν δεν λογοδοτώ πουθενά και μέτρο μου είμαι εγώ, τότε φυσικό είναι να είμαι άμετρος και οι άλλοι να μη μετράνε για μένα».Για την έννοια της θεοείδειας στους αρχαίους βλ. στο ίδιο έργο, σελ.33 κ .ε.

15. Π.Χρήστου,ό.π.,σελ.265. Ο Άγιος Ανδρέας προβάλλει αυτή τη δυνατότητα επιστροφής, που προϋποθέτει τη θεία φιλανθρωπία: «Φιλάνθρωπε, ο πάντας θέλων  σωθήναι,συ ανακάλεσαι με» (Β,27), «Ο Πατήρ των οικτιρμών, προφθάσας συ με οίκτειρον» (Α,21).

16. Βλ. Ι. Κορναράκη, Θέματα Ποιμαντικής Ψυχολογίας, τ. ΙΙ, Θεσσαλονίκη χ. χ. , σελ.262

17. Π. Τρεμπέλα, Δογματική, τόμος 2, Αθήναι 1979, σελ.271-273.

18. Π. Νέλλα, ό.π.,σελ.214. Αναλυτικά περί αναδρομής και προσαρμογής κατά Νέλλα, βλ.,. ο.π., σελ.215-222.

19. Στα αρεοπαγιτικά ο γνόφος ορίζεται στο έργο «Περί Μυστικής Θεολογίας» ως εξής: «τα άτρεπτα της θεολογίας μυστήρια, κατά το υπέρφωτον εγκεκάλυπται της κρυφιομύστου σιγής γνόφον, εν τω σκοτεινοτάτω το υπερφανέστατον υπερλάμποντα». Βλ. Ιγν. Σακαλή, μν, έργον, τ. Β’, Περί Μυστικής Θεολογίας, Α,  Ι, σελ.238.

20. Βλ. περισσότερα περί απαθείας εξ ορθοδόξου επόψεως στο Μητρ. Ναυπάκτου Ι. Βλάχου, Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Λεβαδιά 1992, σελ. 277-290.

Γ. Μ. Βαρδαβάς
1994/2006

Οι Τρεις Ιεράρχες και η Παιδεία

Του Γ.Μ.Βαρδαβά

[Ομιλία στο 1ο ΕΠΑΛ Ηρακλείου στις 28/1/2011]

Σε μια εποχή συλλογικής κατάθλιψης, με την απειλή της κρίσεως να σοβεί, καλούμαστε και φέτος να «εορτάσουμε» τη μνήμη των Τριών Ιεραρχών. Αλήθεια, πόσοι από μας έχουν τη διάθεση του «εορτασμού»; Φυσικά δεν βγάζω ούτε τον εαυτό μου απέξω.
Πόσοι, ποιοι και γιατί γιορτάζουν; Υπάρχει νόημα, υπάρχει πρόταση ζωής ή απλά κάνουμε μια σύναξη εντολών άνωθεν ένεκα; Κι όλ’ αυτά μπροστά στα νέα προτάγματα μιας εκπαίδευσης που δεν θα προσανατολίζεται στην καλλιέργεια του ανθρωπίνου προσώπου, αλλά στις δεξιότητες, με ό, τι αυτό συνεπάγεται. Η γενική παιδεία, η καλλιέργεια πάει περίπατο. Κι εμείς; Άδομεν «ευλαβώς» και υποκριτικά εξαντλούμε την αγιότητα σε ομιλίες που δεν τις ακούει κανείς και σε εορταστικές εκδηλώσεις.
Όσο μπορώ λοιπόν πιο σύντομα θα σταθώ σε ορισμένες μόνο προτάσεις των Τριών Ιεραρχών για την παιδεία, που αντί να αποτελεί πολιτικό πρόταγμα με βάση τα κοινωνικά δεδομένα, παραπέμπεται στις ελληνικές καλένδες. Καλά λοιπόν λέει ο Ζίζεκ ότι ζούμε μια «μόνιμη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, που γίνεται μόνιμο καθεστώς». Ας ελπίσουμε τουλάχιστον η προφητεία του J.Gray,που επαναλαμβάνει ο Ζίζεκ ότι «θα αναγκαστούμε να δράσουμε σαν να μην είμαστε ελεύθεροι», να μην πραγματωθεί, αν και η απροσωπία και ο συγκεντρωτισμός των νεωτερικών συστημάτων δείχνουν το αντίθετο. Το δίπολο «ελευθερία ή ασφάλεια» είναι η απαραίτητη δικαιολογία για τη μετάβαση από την μερική αυτονομία στην απόλυτη ετερονομία. Για να μη μιλήσω για τη «βιοπολιτική» του Αγκάμπεν, «όπου οι μηχανισμοί δεν δημιουργούν πλέον υποκείμενα , αλλά απλώς διαχειρίζονται και ρυθμίζουν την φυσική ζωή των ιδιωτών». Ο μπιγκμπραδερισμός σε όλο του το μεγαλείο.
Ζοφερή η εικόνα, αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Η αλήθεια πρέπει να λέγεται, διότι ελευθερώνει. Ας έλθουμε όμως στο προκείμενο.

Την 30η Ιανουαρίου η εκκλησία μας τιμά τους «τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου θεότητος» Βασίλειο το Μέγα, Γρηγόριο το Θεολόγο και Ιωάννη το Χρυσόστομο. Πρότυπα αγιότητας, παιδείας αλλά και κοινωνικοκεντρικού βίου οι Τρεις τους συνέζευξαν αρμονικά το αρχαίο ελληνικό πνεύμα με τη χριστιανική διδασκαλία γι’ αυτό και δικαίως έχουν χαρακτηριστεί ως προστάτες των γραμμάτων και της παιδείας.
Σε μια εποχή έντονης σύγχυσης και προβολής του «νεωτερικού» προτύπου ως δογματικώς αυταποδείκτου προτάγματος καθολικής αξίας πολλές είναι οι «φωνές» που «εις μάτην» προσπαθούν να σχετικοποιήσουν την αξία του βίου και του έργου τους.
Σε αυτά προστίθενται οι γνωστές δήθεν (νέο-)«φωταδιστικές» προσπάθειες αποδόμησης τους, που εδράζονται στην επαρχιώτικη απομίμηση –ούτε καν αντιγραφή- ξένων πολιτιστικών προτύπων και παραδόσεων. Η μεταμοντερνιστική –μηδενιστική μόδα, που τόσο όψιμα έφτασε στη χώρα μας, και που βασικό της πρόταγμα έχει την απαξίωση όλων των αξιών, με ειρωνικό τρόπο καταδυναστεύει κάθε υπερατομική αξία και καθιστά τον άνθρωπο «άτομο», υποκείμενο στη συστημική απροσωπία. Κάθε έννοια κοινωνικότητας, συλλογικότητας, προσωπικής ή συμβολικής ετερότητας, υγιειούς κοινοτισμού, αλληλεγγύης καταλύεται και λοιδορείται. Σημασία έχει «να είσαι ο εαυτός σου», ήτοι μόνον ό,τι προτάσσει το συμφέρον σου.
Αυτή η αποθέωση της ατομικότητας, όχι μόνο εξαίρεται, αλλά θεωρείται από κάποιους διανοούμενους ως η λύση στην κρίση των καιρών μας. Το πρόβλημα -κατ’ αυτούς- εστιάζεται στην κρίση της εξατομίκευσης. Είμαστε «πίσω» οντολογικά και υπαρξιακά. Για να πάμε λοιπόν «μπροστά» θα πρέπει να καταστούμε «άτομα», έρμαια της απροσωπίας των νεωτερικών συστημάτων και της κερδοσκοπίας των «εχόντων και κατεχόντων» ελίτ. Αυτή η λογική του νεωτερικού μονόδρομου απαξιώνει κάθε έννοια πολιτιστικής ιδιοπροσωπίας και ετερότητας. Με τον τρόπο όμως αυτό ό,τιδήποτε προ-νεωτερικό και παραδοσιακό απαξιώνεται, θεωρείται «γραφικό», ενώ παράλληλα καταδυναστεύονται και τα κοινωνικά προτάγματα, οι κοινωνικοί αγώνες, τα σύμβολα, η συλλογική ετερότητα.
Φυσικά οι φωνές αυτές αγνοούν (ή καλύτερα: τους συμφέρει να αγνοούν) ότι κάτι τέτοιο αντίκειται στην παράδοση και την ιδιοπροσωπία μας, που συνδέεται με το κοινοτικό πνεύμα και την οντολογική προτεραιότητα των σχέσεων κοινωνίας. Δεν κατανοούν ότι «άλλο ανατολή και άλλο δύση», αλλά προσπαθούν με κάθε τρόπο να μας καταστήσουν παρασιτικούς καταναλωτές υπακούοντας στις ορέξεις των ολίγων, που τόσο άνετα υπηρετούν, «οργανικοί» όντες. Δεν νομίζω ότι υπάρχει αμφιβολία ότι η πνευματική μας ηγεσία περνά κρίση ταυτότητας και ότι ποδηγετείται (για να μην πω «εξαγοράζεται») από συγκεκριμένες «ομάδες συμφερόντων». Θα έπρεπε όμως να θυμάται την καίρια επισήμανση του Μαρκούζε: «Εκσυγχρονισμός χωρίς παράδοση συνιστά ολοκληρωτισμό». Φυσικά υπάρχουν πολλές εξαιρέσεις. Αλλά ας μην μακρηγορούμε άλλο κι ας επανέλθουμε.
Ο Βασίλειος (330 – 379) γεννήθηκε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο πατέρας του ονομαζόταν Βασίλειος και ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου. Η μητέρα του ονομαζόταν Εμμέλεια και έδωσε πολύ επιμελημένη αγωγή στο γιο της. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε από τον πατέρα του και μετά φοίτησε σε διάφορα σχολεία της πατρίδας του και του Βυζαντίου. Όταν έγινε 20 χρονών πήγε στην Αθήνα, όπου δίδασκαν διαπρεπείς δάσκαλοι τα ελληνικά γράμματα, τη φιλοσοφία, τη ρητορική κ.λπ. Εκεί συναντήθηκε με το Γρηγόριο το Ναζιανζηνό, που τον γνώριζε από την Καισάρεια, και συνδέθηκαν με μια σπάνια φιλία. Ο Βασίλειος έμεινε στην Αθήνα 4 χρόνια και σπούδασε ελληνική φιλολογία, φιλοσοφία, ρητορική, γεωμετρία, αστρονομία και ιατρική.
Ο Γρηγόριος (328-391) γεννήθηκε στην Αριανζό, ένα χωριό κοντά στη Ναζιανζό της Καππαδοκίας. Ανατράφηκε με ιδιαίτερη φροντίδα από τη χριστιανή μητέρα του Νόννα. Έκανε ανώτερες σπουδές στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, όπου γνώρισε το Βασίλειο και συνδέθηκε μαζί του με στενή φιλία. Συνέχισε τις σπουδές του στις φιλοσοφικές σχολές της Καισάρειας, της Παλαιστίνης, της Αλεξάνδρειας και της Αθήνας. Εκεί ξαναβρέθηκε με το Βασίλειο και η φιλία τους έγινε πιο μεγάλη.
Ο Ιωάννης (354 – 407) γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας. Ο πατέρας του Σεκούνδος ήταν ανώτερος αξιωματικός του συριακού στρατού. Η μητέρα του Ανθούσα έμεινε χήρα σε ηλικία 20 χρονών. Κύριο έργο της ήταν η ανατροφή και η μόρφωση του γιου της. Ο Ιωάννης είχε δάσκαλο στη ρητορική το Λιβάνιο και στη φιλοσοφία τον Ανδραγάθιο. Άσκησε για ένα διάστημα το επάγγελμα του δικηγόρου ή του ρητοροδιδάσκαλου. Βλέποντας όμως τις αδικίες των δικαστηρίων ακολούθησε θεολογικές σπουδές στην ακμάζουσα Θεολογική Σχολή της Αντιόχειας και κατόπιν στην Αλεξάνδρεια. Το όνομά του συνδεόταν με την έμφυτη ρητορική δεινότητα και ευγλωττία, εξ’ ου και το Χρυσόστομος, αλλά και με τη θεολογική, ψυχολογική και κοινωνική κατάρτιση και δράση. Ήταν λεπτή και πολυδιάστατη φύση. Διακρινόταν για τον ευθύ και ορμητικό του χαρακτήρα. Φερόταν με θάρρος προς τους ισχυρούς και με ηπιότητα προς τους αδυνάτους. Δεν ήταν λιγότερο σοφός από τους άλλους δύο ιεράρχες, απλά δε συστηματοποιούσε τις φιλοσοφικές του γνώσεις, τις παρουσίαζε με φυσικότητα, ζωντάνια και πάθος στα πλαίσια των έργων του. Αντιπροσωπευτικός για όλες τις εποχές ιεροκήρυκας, που μαστίγωνε με δριμύτητα τις δεισιδαιμονίες, την κοινωνική αδικία και την αθλιότητα.

Από το τεράστιο έργο τους θα σταχυολογήσουμε ελάχιστες μόνο αναφορές τους περί αγωγής και παιδείας:

α. Για την αγωγή και την εν γένει συμπεριφορά των νέων ο Μ. Βασίλειος τονίζει: «Χρειάζεται ὁ νέος νά μάθει νά ἐρωτᾶ χωρίς ἐριστικότητα καί νά ἀπαντᾶ χωρίς ὑπεροψία. Νά μή διακόπτει τόν συνομιλητή του, οὔτε νά παρεμβάλλει τά δικά του λόγια ἐπιδεικτικά. Ἄν ἔχει διδαχθῆ κάτι ἀπό ἄλλον νά μήν τό κρύβει σά νά ἦταν δική του σκέψη, ἀλλά νά φανερώνει τίνος εἶναι».
β. Ποιος είναι ο καλός δάσκαλος;
Σύμφωνα με τον ιερό Χρυσόστομο:«Ὁ καλός δάσκαλος εἶναι ἀπαλλαγμένος ἀπό φθόνο καί ἔπαρση. Θέλει οἱ ἀρετές νά γίνουν κοινό κτῆμα τῶν μαθητῶν του, θέλει μόνο νά τούς ἐξισώσει σέ ὅλα μέ τόν ἑαυτό του» (Περί Παρθενίας).Κι αλλού:  «Γιατί αὐτό κυρίως εἶναι τό γνώρισμα τοῦ πραγματικοῦ δασκάλου, τό νά συμπάσχει στίς συμφορές τῶν μαθητῶν του, τό νά θρηνεῖ καί νά πενθεῖ γιά τά τραύματα αὐτῶν πού ἔχει στήν εὐθύνη του» (ομιλία 28).  Σωστός δάσκαλος λέει ο Χρυσόστομος στην 30η ομιλία του  είναι αυτός «που διδάσκει μᾶλλον παρά πού ἐλέγχει, που παιδαγωγεῖ παρά πού τιμωρεῖ, που βάζει τάξη παρά πού διαπομπεύει».
γ. Ποιος είναι αληθινά μορφωμένος;
Ας  ακούσουμε την άποψη του αγίου Γρηγορίου: «Γιά μένα δέν εἶναι σοφός ἐκεῖνος πού ἔχει σοφία λόγου, οὔτε ἐκεῖνος πού παρουσιάζει μέν εὐφράδεια ἀλλά ἔχει ἄστατη καί ἀδιαμόρφωτη ψυχή, σάν τούς τάφους οἱ ὁποῖοι ἐξωτερικά μέν εἶναι ἐμφανίσιμοι καί ὡραῖοι ἐνῶ ἐσωτερικά κρύβουν πτώματα καί δυσωδία. Σοφό θεωρῶ ἐκεῖνον πού λέει μέν λίγα περί ἀρετῆς, ἀλλά παρουσιάζει πολλά μέ τή ζωή του καί ἐπιβεβαιώνει μέ τήν πράξη τήν ἀξιοπιστία τοῦ λόγου του. (Λόγος 16)».
Κι αλλού: «Σοφία εἶναι τό νά γνωρίζει κανείς τόν ἑαυτό του καί νά μήν ὑπερηφανεύεται». (Λόγος 32)».

δ. Η ευρύτητα της σκέψης των τριών Ιεραρχών φαίνεται από την θετική αξιολόγηση της τεχνικής παιδείας, της οποίας δέχονται την χρησιμότητα και σπουδαιότητα. Σε μια εποχή που οι χειρωνακτικές τέχνες θεωρούνταν ακόμα  «βάναυσοι» (πρβλ. π.χ. τις αναφορές του Λουκιανού) , θα πει ο Χρυσόστομος: «Μη καταφρονώμεν των από χειρών τρεφομένων, αλλά μάλλον αυτούς μακαρίσωμεν δια τούτο» (ΡG 51, 193).

Οι Τρεις Ιεράρχες έλαμψαν ως ασκητές, μεγαλούργησαν ως θεολόγοι, συνέδεσαν το αρχαίο ελληνικό πνεύμα με τη χριστιανική διδασκαλία, άφησαν σε όλους μας παρακαταθήκη  αξιών σε κοινωνικό, παιδαγωγικό, φιλοσοφικό επίπεδο. Πνεύματα φωτεινά με απέραντη αγάπη στον άνθρωπο και στην εκκλησία άνοιξαν νέους ορίζοντες στην ελληνική παιδεία  και έκαναν τη χριστιανική διδασκαλία επίκαιρη σε κάθε εποχή. Αληθινοί φάροι ορθοδοξίας, πίστης και ζωής ας αποτελέσουν παράδειγμα για όλους μας  στους  καιρούς της κρίσεως που βιώνουμε.
Η  σύγχρονη εκπαιδευτική κοινότητα  ας εμπνευστεί από το ήθος των Τριών Ιεραρχών και ας αντλήσει από την πολυποίκιλη διδασκαλία τους στοιχεία που θα βοηθήσουν στην ουσιαστική ανανέωση της παρεχόμενης παιδείας  με κεντρικά σημεία προσανατολισμού τον άνθρωπο, τη μόρφωση, τη διαμόρφωση στοιχειώδους καλλιέργειας,  το σεβασμό της ετερότητας, το κοινοτικό πνεύμα, την καταπολέμηση κάθε είδους «αποκλειστικότητας», ρατσισμού και ξενοφοβίας  και την ειρήνη.

Βιβλιογραφικά(ενδεικτικά)

Γέροντος Σωφρονίου του Essex, Γράμματα στη Ρωσία

Σχετικά πρόσφατα είδαν το φως της δημοσιότητας οι επιστολές του Γέροντος Σωφρονίου (Σαχάρωφ) προς τις αδελφές του Μαρία και Αλεξάνδρα και μια συνομιλία με την οικογένεια του Γέροντος, που έλαβε χώρα στη Μόσχα το 1975, με τίτλο Γράμματα στη Ρωσία (εκδ. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Essex 2009, ISBN: 978-1-8746479-70-7).Πέραν από τις άγνωστες πτυχές του βίου του γέροντος, που αποκαλύπτουν τα γράμματα αυτά, ο αναγνώστης μπορεί να διαπιστώσει τη δυναμική της θεολογικής σκέψης του γέροντος, που ως γνωστόν, υπήρξε μαθητής του αγίου Σιλουανού.
Δεν υπάρχει, κατά την ταπεινή μας άποψη, θέμα που ν’ απασχολεί το σύγχρονο πνευματικό άνθρωπο, με το οποίο να μην έχει καταπιαστεί ο σοφός Γέρων.
Σταχυολογούμε ελάχιστα δείγματα της θεματικής των επιστολών: Περί προσευχής, περί της τραγωδίας του κόσμου, περί ειρήνης, περί θανάτου και άδου, περί υπερνίκησης του κόσμου, περί επιστημονικής αμάθειας, περί της σημασίας της Κυριακής Προσευχής, περί των αγίων εικόνων, περί ελευθερίας, περί των αυτοκτονιών στις σύγχρονες κοινωνίες, περί της σύγχρονης εκκλησιαστικής ζωής, περί της ερήμου, περί της ανθρώπινης αχαριστίας, περί δικαιοσύνης, περί πτώσεως, περί απογνώσεως, περί του Φωτός της θείας αποκαλύψεως, περί αναστάσεως, περί της Σινδόνης του Torino, περί μετανοίας.
Δίνουμε ένα μικρό δείγμα από τις επιστολές:
1
Ουσιαστικά δεν γνωρίζω άλλη δυστυχία εκτός από τη συμφορά του άλυτου προβλήματος του ύψιστου νοήματος ή  έσχατου σκοπού. Όταν αυτό λυθεί, τότε κάθε τραγωδία υποχωρεί, και ο άνθρωπος εισέρχεται στον χώρο της εσωτερικής ειρήνης. (Γράμμα 3, μν. έργον, σελ.69).
2
Στη διαμάχη αυτή με τον Θεό βγήκα νικημένος: Θα με κρίνει ο Άνθρωπος που εκπλήρωσε τον Νόμο, Εκείνος που δημιούργησε όλα αυτά. Αλλά, αν και κατάλαβα ότι θα με κρίνει Εκείνος που έζησε μέσα στις δικές μου συνθήκες και σε πιο δύσκολες ακόμη, και γι’ αυτό έχει το δικαίωμα να με κρίνει, ωστόσο αυτό δεν με ικανοποιούσε ακόμη, δηλαδή δεν έλυνε την απορία μου, τη δυσκολία μου. Κι έτσι, έχοντας μείνει σε τέτοια απόγνωση περίπου 6-7 χρόνια(…) συναντήθηκα με τον Γέροντα Σιλουανό. (Συνομιλία με την οικογένεια του Γέροντος, ό.π., σελ.37).
3
…το Υπερ-προσωπικό Απόλυτο δεν ταυτίζεται καθόλου με το Είναι. Αλλά το Είναι έχει Πρόσωπο, και χωρίς το πρόσωπο αυτό τίποτε δεν μπορεί να υπάρξει: πάντα δι’ Αυτού εγένετο, δηλαδή μέσω Αυτού προήλθαν όλα, και τίποτε δεν έγινε χωρίς Αυτόν. Για τον άνθρωπο όμως γεννιέται το παράδοξο ερώτημα: «Αν όλα έγιναν από πρόσωπο, τότε πως γίνεται εγώ να είμαι ένα τόσο μικρό άτομο;». Και τότε μου έγινε κατανοητό ότι ακόμη δεν είχα φτάσει αυτή τη μορφή του Είναι, ότι ακόμα βρισκόμουν στην περίοδο πραγματώσεως αυτής της μορφής του είναι που υπάρχει εν δυνάμει σε κάθε άνθρωπο από τη στιγμή της γεννήσεως του. Μπορεί να καταλάβει κανείς πότε γίνεται πρόσωπο μόνο με την προσευχή συμπόνοιας για όλο τον κόσμο…(Συνομιλία,ό.π.,σελ.42).
Θα μπορούσαν να παρατεθούν πολλά ακόμα αποσπάσματα από το θεολογικό θησαυρό του Γέροντος. Σταματάμε κάπου εδώ διότι θεωρούμε ότι ο αναγνώστης θα πρέπει να καταπιαστεί με αυτό το έργο συνολικά και όχι αποσπασματικά.

29-9-2009

Γ.Μ.Βαρδαβάς
Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ«, 29-9-2009

ΒΙΟΣ ΜΥΡΩΝΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ

του Γ. Μ. ΒΑΡΔΑΒΑ

«Μύρων ο θείος αρετής πνέων

ευωδίας πρόσεισιν οσμή Κυρίω»

(στίχοι εκ του συναξαρίου της εορτής του αγίου Mύρωνος)

Ο Άγιος Μύρων γεννήθηκε στην Κρήτη  επί Δεκίου[1],κατα τα Acta Sanctorum[2]. Ως προς τον τόπο γεννήσεως του αγίου δεν υπάρχει ομοφωνία στις πηγές. Συγκεκριμένα ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει ότι ο άγιος εγεννήθη στην πόλη Αυρακία, η οποία ευρίσκετο πλησίον της Κνωσού[3]. Την ίδια πληροφορία βρίσκουμε και σε άλλους συναξαριστές[4]καθώς και στο Μηναίον της η΄ Αυγούστου[5]. Απο τον Codex Sancti Sepuleri, αρ.17, της Πατριαρχικής βιβλιοθήκης των Ιεροσολύμων, που ανάγεται στον ιβ’ αιώνα και στον  οποίο περιέχεται «Βίος του οσίου πατρός ημών Μύρωνος επισκόπου Κρήτης του θαυματουργού» πληροφορούμαστε ότι ο άγιος εγεννήθη στην πόλη Ραύκεια[6]. Στα Acta Sanctorum ως τόπος γέννησης του αγίου αναφέρεται η πόλη Ραύκια[7]. Η ίδια πληροφορία παρέχεται και από τον Σωφρόνιο Ευστρατιάδη[8]. Η ΘΗΕ αναφέρει ότι ο άγιος «εγεννήθη εν τη κώμη Ραύκω (ή κατ’άλλους Ραυκεία)»[9], η οποία ευρίσκετο νοτιοδυτικά της Κνωσού. Αξιοσημείωτη είναι η πληροφορία του Lambecius, ο οποίος αναφέρει ότι ο άγιος μαρτύρησε επί Δεκίου[10].

Ο άγιος καταγόταν από ευγενή οικογένεια[11].Ο Codex 17 αναφέρει ότι οι γονείς του αγίου ήταν «θεοφιλείς άμα και χριστεπώνυμοι»[12].

O άγιος ήταν γεωργός στο επάγγελμα και πρόσφερε ένα μεγάλο μέρος της σοδειάς του στους φτωχούς. Ο Συναξαριστής αναφέρει χαρακτηριστικά ότι όσο ο άγιος ελεούσε τους φτωχούς τόσο και οι καρποί των αγρών του αυξάνονταν[13].Ο άγιος Μύρων ήταν έγγαμος με «γυναίκα νόμιμον», κατά τον Νικόδημο Αγιορείτη[14].

Βασικές αρετές του αγίου ήταν η ευσέβεια, η ευσπλαχνία και η υπομονή.

Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό της σύλληψης επ΄ αυτοφόρω των 10 κλεφτών (κατ’ άλλους επρόκειτο για 12) στα κτήματα του αγίου[15]. Οι κλέφτες από την πλεονεξία τους είχαν γεμίσει τόσο πολύ τα σακιά με σίτο, ώστε δεν μπορούσαν να τα σηκώσουν. Ο άγιος όχι μόνο δεν είχε την αναμενόμενη αντίδραση αλλά και τους βοήθησε έναν-έναν να σηκώσουν τα σακιά και τους παρακάλεσε να μην αναφέρουν σε κανένα το περιστατικό[16].

Μετά τον πρόωρο θάνατο της συζύγου του, ο όσιος εντάχθηκε στον ιερό κλήρο και χειροτονήθηκε πρεσβύτερος κατά την περίοδο των διωγμών του Δεκίου[17]. Ακολούθως ο άγιος χειροτονείται «ψήφω παντός λαού» επίσκοπος Κνωσού από τον επίσκοπο Πινύτου στη Ραυκία[18]. Κατ΄ άλλους ο άγιος κατέστη Αρχιερεύς της Κρήτης και «πρόεδρος Κρήτης» (ήτοι αρχ. Γορτύνης)[19].Η άποψη ότι ο άγιος διετέλεσε επίσκοπος Κρήτης έχει απορριφθεί ήδη από το 1966[20] για τους εξής λόγους: α) κατά το χρόνο που φέρεται ο άγιος αρχιερατεύων ως πρώτος στη μεγαλόνησο, αναφέρεται άλλος ως κατέχων τον θρόνο[21], β) η τοπική παράδοση θεωρεί τον άγιο Μύρωνα ως επίσκοπο Κνωσού και όχι Γορτύνης. Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του εκδότη των ακολουθιών των Κρητών Αγίων επισκόπου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Ιλαρίωνος, που εξεδόθησαν το 1877 στην Αθήνα: «Ακολουθία του εν αγίοις πατρός ημών Μύρωνος επισκόπου Κνωσού Κρήτης του θαυματουργού». Στην εν λόγω ακολουθία ο άγιος εξυμνείται ως επίσκοπος Κνωσού στον οίκο, στο συναξάριο και σε ένα μεγαλυνάριο[22]. Η γνώμη του αρχιεπισκόπου Φινλανδίας Σεργίου (Πλήρες Μηνολόγιον, Β’, τμήμα β΄, σελ.316 γραμμένο ρωσσιστί) ότι ο άγιος διετέλεσε επίσκοπος Ραύκου δεν ευσταθεί διότι πουθενά στις πηγές δεν αναφέρεται τέτοια επισκοπή. Πιθανότατα λοιπόν ο άγιος διετέλεσε επίσκοπος Κνωσού γεγονός με το οποίο συμφωνεί και η τοπική παράδοση αλλά και δεδομένου ότι  η γενέτειρα του, όπου και ετάφη, ορίσθηκε ως έδρα της επισκοπής Κνωσού[23]. Παρά το υψηλό του αξίωμα ο άγιος παραμένει φιλάνθρωπος και ταπεινόφρων: «του θρόνου τοίνυν επιβάς άρα προς οφρύν έβλεψεν, οία δή φιλεί γίνεσθαι τοις πολλοίς άρ’ υπερόπτης εγένετο και υπέρογκος; Ου μεν ουν αλλά και λίαν ταπεινότερος του προτέρου και μετριώτερος και προς άπαν οτιούν των καλών σπουδαιότερος»(Codex17). Έτσι «επιρρεί τούτω του πνεύματος η ενέργεια και θαυμαστά πλείστα τελεί».

Στις πηγές αναφέρονται δύο θαύματα (εκδίωξη δράκοντος, έλεγχος των υδάτων του ποταμού Τρίτωνος):«εδίωξεν ένα δράκοντα, ο οποίος έβλαπτε την χώραν εκείνην εις την οποίαν εφώλευεν»[24],«ποταμού ρείθρον έστησε της ορμής τω όξει της φοράς είργοντος αυτόν της εις το πρόσω διαβάσεως και ου πρότερον εκκίνησε το ρείθρον ο ποταμός πρίν αυτός ο μέγας την εκκλησίαν καταλαβών ήν επεφέρετο ράβδον έστειλε και παρα ταύτης διεταράχθη το ύδωρ»[25].

Ο άγιος «διανύσας θεοφιλώς και οσίως» το υπόλοιπον της ζωης του πέθανε σε ηλικία 100 ετών κατά τον συναξαριστή[26],κατ’ άλλους  σε ηλικία 70 ετών (Σιρλετανό Μηνολόγιο), που είναι και το πιθανότερο[27].Ο άγιος κατά την Acta Sanctorum «κατακλιθείς τοίνυν εν νόσω και διαθέμενος τα υπολειφθέντα αυτώ της χρείας πράγματα δοθήναι πτωχοίς, εν ειρήνη ανεπαύσατο». Εν κατακλείδι αξίζει να αναφερθεί ότι η Ραυκεία μετονομάσθηκε προς τιμήν του Άγιος Μύρων, ονομασία που μέχρι τις μέρες μας διατηρείται

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (Κατ’ επιλογήν)

ACTA SANCTORUM, 36, Augusti,Tomus Secundus,Parisiis et Romae,1867

Δουκάκη Κωνσταντίνου, Ο μέγας Συναξαριστής, τόμος ιβ΄, μήνας Αύγουστος, έκδοση β΄, Αθήναι 1966

Ευστρατιάδου Σωφρονίου, Αγιολόγιον της ορθοδόξου εκκλησίας, Αθήναι 1960

Θ.Η.Ε.,τόμος 7, Αθήναι 1965, λ.«Κρήτης Μητρόπολις», στ.1013-1030

Θ.Η.Ε.,τόμος 9, Αθήναι 1966, λ.«Μύρων», στ.218-219

Λαούρδα Βασ., Κρητικά Παλαιογραφικά, στο περιοδικό «Κρητικά Χρονικά»,  ΣΤ’, Ηράκλειο 1952

Ματθαίου Βίκτωρος, Ο μέγας συναξαριστής της ορθοδόξου εκκλησίας, τόμος η’,  μήνας Αύγουστος, έκδοση β’,1963

Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, τόμος β’, Αθήνησι 1868

Τωμαδάκη Νικολάου, Η αποστολική εκκλησία της Κρήτης κατά τους αι. Η’-ΙΓ’,εν ΕΕΒΣ,έτος ΚΔ’,Αθήναι 1954

Φειδά Βλασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, Α’, Αθήναι 1992

Πρώτη δημοσίευση (χωρίς τις υποσημειώσεις) στην εφημερίδα  «ΠΑΤΡΙΣ» , αρ.φυλ.16989, Ηράκλειο 12/8/2003, σελ.4.

Το λίνκ του άρθρου είναι:

http://www.patris.gr/articles/14390

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


1.O Δέκιος ήταν αυτοκράτορας από το 249 έως το 253. Περί του διωγμού του Δεκίου βλ. αναλυτικά Βλ. Ιω. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Α’, Αθήναι 1992, σελ.124-125.

2. Acta Sanctorum,36,Augusti,Τomus Secundus,Parisiis et Romae 1867,σελ.344.

3.Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, τόμος Β’, Αθήνησι 1868, σελ.304, στ.β’.

4.βλ. Βίκτωρος Ματθαίου, Ο μέγας συναξαριστής της ορθοδόξου εκκλησίας, τόμος Η’, έκδοση β’, 1963, σελ.153. Πρβλ Κ. Χ. Δουκάκη, Ο μέγας συναξαριστής, τόμος ΙΒ’, έκδοση β’ Αθήναι 1966,σελ.67.

5.βλ.Μηναίον, μηνός Αυγούστου, εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1969, σελ53, στ .α’.

6.Ο κώδικας αυτός δημοσιεύθηκε από τον Β. Λαούρδα στη μελέτη του «Κρητικά Παλαιογραφικά» στο περιοδικό Κρητικά Χρονικά, ΣΤ’, Ηράκλειο 1952,σελ.48-50.

7.Acta Sanctorum, αυτόθι.

8. Σωφρονίου Ευστρατιάδου, Αγιολόγιον της ορθοδόξου εκκλησίας, Αθήναι 1960,σελ.341.

9.βλ.ΘΗΕ, τόμος 9, Αθήναι 1966,στ.218.

10.Lambecius,Bibl.Caesereae,lib.8.Πρβλ και ΘΗΕ, ο.π.

11.Αcta Sancorum, ο. π. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι ήταν «εξ ευγενών φύς γονέων».

12.Β.Λαούρδα ,ό. π., σελ.48.

13.βλ. Νικοδήμου Αγιορείτου,αυτόθι. Πρβλ. και Β. Ματθαίου, ό.π.,σελ.154 και Κ. Δουκάκη, ό. π.,σελ.88. Βλ..και Αcta Sanctorum, ό.π. όπου αναφέρεται ότι «τοσαύτη δε χάρις ήν ευφορίας εις τας αρούρας αυτού, ώστε πάντας τους πένητας και απόρους της νήσου επαρκείν δύνασθαι από τε σίτου και οίνου και ελαίου, μη μόνον εις την αυτών χρείαν, αλλά και εις τους διδομένους τω δημοσίω φόρους».

14. Νικοδήμου Αγιορείτου,ό.π

15.Για 10 κλέφτες κάνουν λόγο οι Νικόδημος (βλ. μν. έργον, αυτόθι), Β. Ματθαίου(βλ. ό.π., σελ.154) και ο Κ. Δουκάκης (βλ. ό.π., σελ.88).Ο Codex 17 δεν προσδιορίζει αριθμό. Για 12 κλέφτες κάνουν λόγο το Μηναίον (ό.π),και η Acta Sanctorum (ό.π.,σελ.345).

16.Κατά τον Σ. Ευστρατιάδη(αυτόθι) ο άγιος τους συμβούλεψε να μην κλέβουν εις το εξής. Στα Acta Sanctorum μαρτυρούνται τα εξής: «Ελθών ο όσιος και θεασάμενος αυτούς δι’ όλης της νυκτός κοπιάσαντας και μηδέν ανύσαντας, αυτός μόνος αναβαστάξας τους σάκους εις τους ώμους αυτών ανέθηκεν παραγγείλας αυτοίς, μηδενί μηδέν ειπείν». Σε άλλη συνάφεια αναφέρεται άλλο ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο: «ούτος ο όσιος  άρουραν είχεν ερεβίνθων, εν η κλέπται εισελθόντες και ταύτην δηώσαι βουληθέντες ακάνθαις περιεσπάρησαν».

17.βλ. Β.Λαούρδα, μν.έργον,σελ.49: «χρόνος παρήλθεν ουχί συχνός και γαμέτη μέν αυτώ την παρούσαν καταλύει ζωήν(….) τη εκκλησία φέρων δίδωσι εαυτόν ο θαυμαστός Μύρων, ής τους άλλους βαθμούς υπεραναβάς τη των πρεσβυτέρων καθέδρα καθέζεται». Βλ. και Σ. Ευστρατιάδου, αυτόθι.

18.Acta Sanctorum,ό.π

19.βλ. Νικοδήμου Αγιορείτου, ό.π, σελ.305, στ α’- Βασ.Λαούρδα, ό.π., σελ.48-49. Πρβλ. ΘΗΕ, ό.π.,σελ.219 και Νικολάου Β. Τωμαδάκη, Η αποστολική Εκκλησία της Κρήτης κατά τους αι. Η’-ΙΓ’,στην ΕΕΒΣ, έτος ΚΔ’, Αθήναι 1954, σελ.82 κ.ε.  Βλ. και Σ. Ευστρατιάδου, ό.π, αυτόθι: «εχειροτονήθη επίσκοπος Κνωσού (κατά τινάς), κατ’ άλλους Κρήτης».

20.βλ.ΘΗΕ,ό.π.,σελ219

21.βλ.ΘΗΕ,ό.π.Πρβλ.Ν.Τωμαδάκη,ό.π.,σελ.72κ.ε.

22.βλ. ΘΗΕ, αυτόθι.

23.βλ.ΘΗΕ,αυτόθι.Πρβλ.ΘΗΕ,τόμος 7,Αθήναι 1965,στ.1013-103

24.Νικοδήμου Αγιορείτου,αυτόθι. Ο Codex 17 αναφέρει: «Δράκων τις ενεφιλοχώρει κατά τινα τόπον και δεινώς την χώραν εκείνην κατελυμαίνετο. Ταύτης ούν οι κάτοικοι τω θαυματουργώ Μύρωνι προσιόντες απαλλαγήν ευρείν εξαιτούνται του τοσούτου κακού. Ευχαίς ούν ο άγιος ταίς προς τον  Θεόν δεήσεσι λυτρούται τους άνδρας του τοσούτου κακού και φυγάδα τούτον εκείθεν αποστέλλει». Παραθέτουμε και τη μαρτυρία των Acta Sanctorum: «Δράκων γάρ φοβερός, έχων ένοικον δαίμονα παλαμναίον, εδείκνυεν αυτόν εκ συμπτωμάτων αρχαίων, και κατέβλαπτε πολλούς. Ούτος ιδών τον Όσιον διερχόμενον, ποταμηδόν κατερρει τα δάκρυα κλίνων αυτού την κεφαλήν. Ο δε Όσιος, πρώτον μεν τον εμφωλεύοντα αυτώ δαίμονα απήλασε πάσι ορώμενον καθάπερ καπνόν υπό πνεύματος ελαυνόμενον. Έπειτα προς το δράκοντα είπεν έξελθε και σύ από των ορίων τούτων μηδέποτε τινι φαινόμενος ή καταβλάπτων τινα. Πάραυτα ουν καθ έτερον τόπον ερπύσας, αφανής γέγονεν».

25. Β. Λαούρδα,ό.π.,σελ.50. Πρβλ και Acta Sanctorum: «καταλαβούσης δε ποτε Κυριακής και βουλόμενος εις επίσκεψιν αδελφών της πόλεως Κνωσού παραγενέσθαι, και μη τε της συνάξεως της Κυριακής  απολειφθήναι, ήλθεν επι ποταμόν τον καλούμενον Τρίτωνα, και πλημμυρούντος, ηύξατο και εισήει συν τω ίππω αυτού, του ποταμού αναχαιτίσαντος το ρείθρον εαυτού και παραχόντος πάροδον τω Οσίω του διαβήναι αβρόχως άμα τοις συνούσι αυτώ. Εσπέρας δε καταλαβούσης ύπνωσε και ορά τινα δεδεμένον οπίσω τας χείρας και παρακαλούντα αυτόν λύσαι. Όστις διαναστάς και γνούς την του ποταμού στενοχωρίαν, απέστειλεν δυο τινας μετά της ράβδου αυτού, και τύψαντες το ύδωρ έφησαν λέλυσαι ποταμέ, πορεύου αβλαβώς εις τον τόπον σου».

26. βλ. Νικοδήμου Αγιορείτου, αυτόθι, Κ. Δουκάκη, αυτόθι, Β.Ματθαίου, αυτ., Μηναίον η΄ Αυγούστου, αυτ., Σ. Ευστρατιάδου, αυτ.

27.βλ.ΘΗΕ,ό.π,σελ.218