ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΙΩΑΝΝΟΥ

Ας μας επιτραπεί να πούμε δυο λόγια ως αναγνώστες για τον Γ. Ιωάννου. Αφορμή για να τον γνωρίσουμε στάθηκε ένα αφιέρωμα σε γνωστή κυριακάτικη εφημερίδα. Φυσικά δεν μπορούμε να εκφέρουμε ολοκληρωμένη άποψη για το συγγραφέα δοθέντος του γεγονότος ότι δεν έχουμε διαβάσει όλο το έργο του. Όσα ακολουθούν αποτελούν προσωπικές απόψεις, που προέκυψαν από την ανάγνωση των έργων του «Για ένα φιλότιμο», «Η μόνη κληρονομιά» και «Εφήβων και μη».

Το πρώτο σημείο, που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη του Ιωάννου είναι η απλότητα και η καθαρότητα της γραφής του. Κείμενα εύληπτα και κατανοητά, γλώσσα «σημερινή». Αν για παράδειγμα ρίξει κανείς μια ματιά στο πρωτόλειο του (από πλευράς πεζών) «Για ένα φιλότιμο» νομίζουμε ότι θα σχηματίσει την εντύπωση ότι γράφτηκε σχετικά πρόσφατα αν και πρόκειται για έργο του 1964! Ο Ιωάννου εξομολογείται περιστατικά, που απομόνωσε στη μνήμη του ως στιγμιότυπα. Απλός και απέριττος δίχως επιτηδευμένη γλώσσα δείχνει να συνειδητοποιεί ότι το επιτηδευμένο αποτελεί «επιτήδευμα του ανεπιτηδεύτου» για να θυμηθούμε και λίγο τη θεολογική ορολογία. Η περιγραφή των δυσκολιών της ζωής, που ενδεχομένως υποκρύπτει και προσωπικές του εμπειρίες, γίνεται με τρόπο ιδιαίτερα συγκινητικό. Ο συγγραφέας φαίνεται να κατέχει πολύ καλά τα του ορθόδοξου χριστιανισμού και μας εντυπωσιάζουν αναφορές χριστιανικού περιεχομένου στο έργο του:

Είναι συγκινητικό να αφήνεις κάτι από τον εαυτό σου στην έρημο(……).Θυμήθηκα το τροπάριο : «Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε»

(Γ. Ιωάννου, Η μόνη κληρονομιά, σελ.83)

Αλλά και σε κείμενα του με έντονο σκεπτικισμό είναι παραστατικός:

Υπάρχουν σ’ αυτό τον κόσμο σπουδαιότερα πράγματα απ΄ αυτά που μας είχαν μάθει να προσκυνάμε ως σπουδαία

(Γ. Ιωάννου, Για ένα φιλότιμο, σελ.63)

Κλείνοντας ας πάρουμε  ένα άρωμα βυζαντινής Θεσσαλονίκη[1] με  τον μοναδικό, κατά Ιωάννου, τρόπον:

Από όλες τις παλαιότερες ιστορικές της φάσεις η Θεσσαλονίκη γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή επί Βυζαντίου. Ήταν η δεύτερη πόλη της αυτοκρατορίας και η τρίτη του τότε κόσμου: Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη. Ήταν λοιπόν φυσικό η πολυάνθρωπη και πλούσια δεύτερη πόλη της κραταιάς αυτοκρατορίας να στολιστεί με πολλά μνημεία και κτίρια. Από αυτά άλλα γίνονται από το κρατικό ταμείο, άλλα οφείλονται στην ιδιωτική πρωτοβουλία και άλλα ανήκουν σε ανώτερους βαθμούχους του κράτους. Σήμερα σώζονται αρκετά από αυτά τα μνημεία, όσα σε καμιά άλλη πόλη, εκτός από την Κωνσταντινούπολη, και αποτελούν μοναδική πηγή γνωριμίας με τη βυζαντινή αρχιτεκτονική και τέχνη όλων των αιώνων. Η πόλη αποτελεί ένα βυζαντινό μουσείο, που θα προσπαθήσουμε να περιέλθουμε. Το πιο παλιό μα και το πιο εντυπωσιακό βυζαντινό κατάλοιπο είναι τα τείχη, που περιβάλλουν την πόλη.  Το σπουδαίο αυτό έργο φαίνεται ότι εκτελέστηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του στο τέλος του 4ου μ.Χ. αιώνα. Βέβαια, από τότε και ύστερα τα τείχη υπέστησαν άπειρες επισκευές και διορθώσεις, αλλά το βασικό τους κτίσμα έγινε στην αρχή της βυζαντινής εποχής. Αν ανεβούμε στο ψήλωμα, στο βυζαντινό μοναστήρι Βλαττάδων, βλέπουμε καλά όλη την περίμετρο των τειχών. Είναι τεράστια η περιοχή ακόμα και για τις σημερινές μας εκτιμήσεις. Μπορούμε λοιπόν εκτός από το μέγεθος να καταλάβουμε και την μεγάλη σημασία που είχε τότε η πόλη, αφού για την οχύρωση της γινόταν τέτοια έργα…

(Γ. Ιωάννου, Η βυζαντινή Θεσσαλονίκη, στο «Εφήβων και μη», σελ.57)

Γ. Μ. Βαρδαβάς

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2005


[1].Βλ. ολόκληρο το κείμενο στο Γ. Ιωάννου, «Εφήβων και μη»,σελ.57-61.