«Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ» : ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΔ. Ι. ΖΙΑΚΑ

b137783

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Αρμός» το νέο βιβλίο του Θ. Ι. Ζιάκα με τίτλο «Ο σύγχρονος μηδενισμός». Ο συγγραφέας, γνωστός για τη βαθύτατη -εξαντλητική σχεδόν – ανάλυση της προβληματικής που τον απασχολεί, επανέρχεται με ένα πολύ «επίκαιρο» θέμα. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το συγγραφέα δεν τον ενδιαφέρει να γίνει «αρεστός». Μακριά από τις απαιτήσεις και τα προτάγματα της νεωτερικής «Βουλγάτας», ο συγγραφέας προβαίνει σε μια αντικειμενική επισκόπηση του θέματος.

Τον Θ. Ι. Ζιάκα απασχολεί το ζήτημα του μεταμοντέρνου μηδενισμού, που δεν έχει καμία σχέση με το γνωστό μας βιταλιστικό ή μοντέρνο μηδενισμό: «καθώς αξία γι’ αυτόν είναι η αποδόμηση των αξιών, ο μεταμοντερνισμός αναδεικνύεται στον κατ’ εξοχήν μηδενισμό» (σελ. 36).
Αυτή η απαξίωση των αξιών γίνεται στο όνομα της ισχύος και της δυνάμεως του χρήματος: «Μόνο στη δική μας εποχή η απαξίωση των αξιών έχει αποκτήσει την περιωπή αυτονόητης υπέρτατης αξίας. Μόνο σήμερα αντιμετωπίζουμε σαν γραφικά απολιθώματα όσους εκφράζουν την πίστη τους σε υπερατομικές αξίες. Ποτέ άλλοτε το Χρήμα δεν είχε τόσο ριζικά υποκαταστήσει το Άγιο Πνεύμα στο πλαίσιο του “χριστιανικού πολιτισμού”. Αν η πίστη σε υπερατομικές αξίες, ως αναγκαίες για την κοινωνική ευρυθμία και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του καθενός, συναντά σήμερα μια τόσο χαρακτηριστική δυσανεξία, είναι γιατί η σχετικιστική ουσία του μηδενισμού έχει καταστεί μαζική κουλτούρα» (σελ. 17). Ενισχύεται δε από το νεωτερικό πρόταγμα της θεοποίησης της επιστήμης και της τεχνικής: «Μιλάμε για έναν κόσμο όπου αληθές είναι μόνο το επιστημονικώς αληθές, δηλ. το πειραματικώς επαληθεύσιμο, γεγονός που εντάσσει την επιστήμη στη σφαίρα της τεχνικής. Η τεχνική γίνεται έτσι το κριτήριο της αλήθειας και τίθεται πέραν κάθε ηθικής και πολιτικής απόφανσης (…).Έχει γίνει μια θρησκεία, η οποία δεν δέχεται να την κρίνει κανείς» (σελ. 30).

Τα κύρια σημεία του μεταμοντέρνου μηδενισμού εστιάζονται: α) στην απουσία ταυτότητας, β) στην εκμηδένιση της ελευθερίας του προσώπου και στην αντικατάσταση της από τη συστημική απροσωπία. Το διακύβευμα είναι σαφώς η ατομική ελευθερία. Γι’ αυτό ο συγγραφέας τοποθετεί ως υπότιτλο στο έργο του το «Μικρή αφήγηση για τη μοίρα της ελευθερίας». Αναλύοντας την «απουσία ταυτότητας» ο Ζιάκας οδηγείται στην αναζήτηση του ελληνικού ορισμού της πολιτισμικής ταυτότητας και στη θρησκειολογική ιδιαιτερότητα του χριστιανισμού, που δεν είναι «θρησκεία», αλλά «θεραπεία»: «Όλοι οι μύθοι και όλες οι θρησκείες ενοχοποιούν το θύμα (…) Το Ευαγγέλιο όμως, όπως και η Εβραϊκή Βίβλος, αποκαλύπτουν την αθωότητα του θύματος (…) Χάρη στο κρίσιμο αυτό γεγονός, το οποίο είναι και ο μόνος που ξεσκεπάζει με τρόπο ριζικό, συνειδητό και σκόπιμο, ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία στην κυριολεξία, γιατί αποκαλύπτει το καλά κρυμμένο μυστικό κάθε θρησκείας και συνεπώς κάθε πολιτισμού: το μηχανισμό του αποδιοπομπαίου τράγου. Και αναγορεύει την έγνοια για τα θύματα σε υπέρτατη αξία. Αν η θυσιαστική θεωρία συλλαμβάνει πράγματι την αλήθεια, τότε ορθώς έχει ειπωθεί ότι η θρησκεία είναι αρρώστια και ο χριστιανισμός η θεραπεία της» (σελ. 84).
Ο Ζιάκας προχωρά με ένα «θεώρημα» και ένα «πόρισμα» στην αναζήτηση των «τελεστών» της ταυτότητας και της σχέσης τους με το μηδενισμό: «Θεώρημα: Οι έννοιες πρότυπο, πίστη, μίμηση και παράδοση είναι οι τελεστές της ταυτότητας. Χωρίς αυτούς δεν νοείται ταυτότητα. Πόρισμα: Όταν η αυτοκατανόηση μας απορρίπτει κάθε πρότυπο, πίστη μίμηση και παράδοση, έχουμε προθετικό μηδενισμό. Ενώ, όταν η τετραπλή αυτή άρνηση είναι και πράξη, τότε έχουμε εμπράγματο μηδενισμό» (σελ. 89). Ακολούθως ασχολείται με την «ελληνική» απάντηση.
Η διαφορά στη σκέψη του Ζιάκα -σε σχέση με άλλους στοχαστές- είναι ότι εντάσσει ισότιμα στην ελληνική σκέψη και την προσωποκεντρική οντολογία. Αυτό τον οδηγεί σε αναλυτική διαπραγμάτευση του νηπτικού παραδείγματος: “το «ουδείς αναμάρτητος» προκύπτει πριν απ’ όλα απ’ το «ουδείς α-παθής»” (σελ. 102). Κι αλλού : “Τα πάθη είναι ένας όχλος αυτόνομων (κακομαθημένων) μικρών ή μεγάλων «εγώ»” (σελ. 91). Βαθύς γνώστης της νηπτικής παράδοσης, ο Ζιάκας αναλύει και την τρίβαθμη κλίμακα (μισθωτού – δούλου – φίλου) ως αναβαθμούς ανθρωπολογικής εξέλιξης και ανάπτυξης της θεοείδειας του ανθρώπου (βλ. αναλυτικά, σελ. 121 κ. επ.). Αν αντιπαραβάλουμε στα ανωτέρω την πρόταξη του «αυτοειδώλου» (νοούμενου ως αποθέωσης του α-τόμου) εκ μέρους της νεωτερικής σκέψης οδηγούμαστε στη συστημική απροσωπία: «Η τήρηση της αυτοαναφορικής εντολής, να είσαι ο εκάστοτε εαυτός/πάθος, είναι επαρκής συνθήκη (αναγκαία και ικανή), για την ομαλή αναπαραγωγή στο μαζικό επίπεδο, στο επίπεδο του Καταναλωτή των υπερκειμένων συστημάτων» (σελ. 105). Με αυτά τα δεδομένα ο Ζιάκας φτάνει να ορίσει την ταυτότητα ως «μηχανισμό ρύθμισης των παθών» (σελ. 92) και ως οδοδείκτη της ελευθερίας: «…επειδή εσωτερική αναρχία σημαίνει εξωτερική δουλεία (κατά την ελληνική παράδοση πάντα), η ταυτότητα, ως σύστημα ρύθμισης των παθών, αποτελεί προϋπόθεση για την αληθινή ανάδυση μας στο επίπεδο της «θεοείδειας», δηλαδή στο επίπεδο της ελευθερίας» (σελ. 93).
Συνεχίζοντας την ανάλυση του ελληνικού παραδείγματος αναφέρεται στην «ελληνική παγκοσμιοποίηση»: τη μετάβαση από την πόλη-κράτος στην Οικουμένη (σελ. 169 κ.ε.). Ο συγγραφέας αναφέρεται στα κοινά και τα «ίδια» του ελληνικού και του νεωτερικού παραδείγματος. Αναπόφευκτα οδηγείται στην καταγραφή των εκδοχών της ελληνικής αυτοκατανόησης και στους λόγους που έχουν καταστήσει τον εθνομηδενισμό καθολικό φαινόμενο με κύριο επιφαινόμενο τον «ιστορικό αναθεωρητισμό» (βλ. σελ. 160 κ.ε.). Ο Ζιάκας στο σημείο αυτό υιοθετεί την προβληματική του Γ. Κοντογιώργη, όπως έχει καταγραφεί στα έργα «Το ελληνικό κοσμοσύστημα» και «Η δημοκρατία ως ελευθερία». Για τον Ζιάκα «αν μπορούσαμε να παραλληλίσουμε τις πολεοκρατικές συνιστώσες των παλαιών αυτών μορφών Οικουμένης με τις εθνοκρατικές συνιστώσες της σημερινής νεωτερικής Οικουμένης, θα είχαμε ήδη τη βάση ενός χρήσιμου ιστοριογνωστικού αναθεωρητισμού, ικανού να προταθεί ως γόνιμη αντίθεση στον κυρίαρχο εθνομηδενιστικό αναθεωρητισμό» (σελ. 164-165). Απορρίπτοντας τους νεωτερικούς μαξιμαλισμούς περί «σκοταδιστικού» Βυζαντίου ο Ζιάκας εξηγεί για ποιο λόγο έγιναν οι Έλληνες χριστιανοί (σελ. 193 κ.ε.). Οδηγείται έτσι στις βασικές αρχές της προσωποκεντρικής οντολογίας αναφερόμενος στον Ησυχασμό, τη Φιλοκαλία και τη θεολογία των άκτιστων ενεργειών. Δεν του ξεφεύγει ούτε η βυζαντινή φιλανθρωπία, που από πολλούς σκόπιμα αποκρύπτεται ή τουλάχιστον παραθεωρείται. Αναφέρεται διεξοδικά στη σημασία που είχε για το βυζαντινό ο «ξένος» (με αφορμή το «Δος μοι τούτον τον ξένον…» του Γ. Ακροπολίτη): «Ο φιλοκαλικός άνθρωπος δεν είναι “προϊόν” της τύχης και της ανάγκης. Είναι αποτέλεσμα ελεύθερα επιλεγμένης και ένσαρκης μετοχής στην υπερσυμπαντική Κοινότητα των Ξένων» (σελ. 199).
Για τον Ζιάκα το ελληνικό ανθρωποκεντρικό κεκτημένο φτάνοντας στα πρόθυρα της ολοσχερούς εξαφάνισης του χρειάστηκε «μια βαθειά μετάλλαξη στο ανθρωπολογικό πεδίο, μια μεταφυσική επανάσταση», μια μετάβαση άμεσα ορατή «από το Άτομο στο Πρόσωπο» (σελ.196). Μήπως κάτι ανάλογο είναι αναγκαίο και στους μηδενιστικούς καιρούς μας; Ο συγγραφέας φαίνεται να το υιοθετεί: “Ο μηδενισμός μεταβάλλεται έτσι σε πανδημική ψυχοπαθολογία στον σύγχρονο κόσμο. Είναι ασθένεια κοινωνική. Ασθένεια του πολιτισμού, η οποία δεν επιδέχεται θεσμική αντιμετώπιση, Η θεραπεία της εξαρτάται πλέον από την αλλαγή των θεσμών αλλά από την αλλαγή των ψυχών: από μία μεταφυσική επανάσταση/μεταστροφή”.
Στο πλαίσιο ενός σύντομου σημειώματος δεν είναι δυνατόν να παρουσιαστεί ολόκληρη η προβληματική του σημαντικού αυτού βιβλίου. Θα κλείσουμε με μια καίρια επισήμανση του συγγραφέα, που αφορά στο νεωτερικό δόγμα περί καταστροφής της αρχαίας ελληνικής θρησκείας εκ μέρους των χριστιανών, δόγμα που τελείως επιδερμικά έχουν υιοθετήσει και πολλοί νεοπαγανιστές των καιρών μας. Ο συγγραφέας με πειστικά επιχειρήματα αποδεικνύει τη «μυθικότητα» αυτών των αιτιάσεων τονίζοντας ότι πίσω τους κρύβονται πολλές «συγκαλύψεις»:
1. Οι αρχαίοι θεοί είχαν πεθάνει πριν την εμφάνιση του χριστιανισμού. Ο Ζιάκας αναφέρεται στην περίπτωση του Δημητρίου του Πολιορκητή (337-283 π.Χ.): οι Αθηναίοι του παραχώρησαν τον Παρθενώνα και τον ανυμνούσαν σαν αληθινό θεό! (σελ.190).
2. Ο Πλούταρχος θα ομολογήσει «Πάν ο μέγας τέθνηκεν», ενώ και ο Παυσανίας τον β΄ αιώνα θα αναφερθεί στην εγκατάλειψη των ναών της αρχαίας θρησκείας (σελ. 191, υποσημ. 29).
3. Ο χριστιανισμός είχε ουσιαστικά επικρατήσει, παρά τους διωγμούς, πριν να γίνει επίσημη θρησκεία από το Μ. Θεοδόσιο και πριν εξοστρακιστούν τα άλλα θρησκεύματα με το διάταγμα του 392. Ακόμα και ο… Φ. Ένγκελς ειρωνικά παρατηρεί ότι ο διωγμός του Διοκλητιανού ήταν τόσο αποτελεσματικός, ώστε μετά από 17 χρόνια «ο στρατός ήταν σχεδόν καθ’ ολοκληρίαν χριστιανικός!» (εισαγωγή του Ένγκελς στο έργο του Μαρξ «Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία», βλ. υποσημ. 30, σελ. 191-192).

Σε κάθε περίπτωση «Ο σύγχρονος μηδενισμός» είναι το καλύτερο αντίδοτο για όσους έχουν «μπουχτίσει» από τα δόγματα του νεωτερικού μαξιμαλισμού και τις φιοριτούρες της μεταπρατικής διανόησης.

5/1/2009

Πρώτη δημοσίευση στην ιστοσελίδα «Θεολόγοι Κρήτης«, 14-1-2009.

Αναδημοσίευση στο www.antifono.gr , 3-4-2009 και στο www.antibaro.gr, 16-4-2009 .

Advertisements

Παναθηναϊκός και Αριστερά (λίγα λόγια για το νέο βιβλίο του Χριστόφορου Κάσδαγλη)

Χριστόφορος Κάσδαγλης, Το γαμώτο ενός Παναθηναϊκού,

εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2010, ΙSBN: 978-960-03-5103-3.

Στο οπισθόφυλλο του νέου βιβλίου του Χριστόφορου Κάσδαγλη Το γαμώτο ενός Παναθηναϊκού (που ο ίδιος το ονομάζει “αθλητικό αυτοβιογραφικό θρίλερ”) διαβάζουμε (οι επισημάνσεις δικές μας) τα εξής:

Είμαι ένας παναθηναϊκός που δεν του φτάνει να είναι παναθηναϊκός – θέλει να είναι με πολιτικά ορθό τρόπο. Είμαι ένας βάζελος που δεν του φτάνει να μισεί τον Ολυμπιακό – απαιτεί από τον εαυτό του να τον μισεί για τους σωστούς ιδεολογικά λόγους. Είμαι ένας τρελαμένος οπαδός που ελπίζει στη νίκη μέχρι να ακουστεί το σφύριγμα της λήξης ή να ηχήσει η σειρήνα της γραμματείας. Είμαι ένας παναθηναϊκός που δεν τον πειράζει η ομάδα να χάνει πού και πού, αρκεί να παίζει ωραία μπάλα μέσα στο γήπεδο· που δεν τον νοιάζει να φάει και δύο και τρία γκολάκια, αρκεί να βάλει και μερικά – κι αν αυτά που βάζει είναι κατά κανόνα περισσότερα απ’ όσα δέχεται, ακόμα καλύτερα. Εντάξει, έχω ψηλώσει καμιά δεκαριά πόντους επειδή πήραμε –έπειτα από τόσα χρόνια– το Πρωτάθλημα, αλλά κατά βάθος δεν ψήνομαι από κάτι τέτοια. Όχι, όσο η αιώνια αντίφαση ανάμεσα στον λαϊκό χαρακτήρα της ομάδας και στην ολιγαρχική ιδιοκτησία της από εκπροσώπους του μεγάλου κεφαλαίου εξακολουθεί να υφίσταται. Είμαι ένας βάζελος που δεν τον πολυνοιάζει επειδή η ομάδα έκανε τόσα χρόνια να το σηκώσει, αρκεί που είναι πράσινη, που πάει καλά στην Ευρώπη (ε, που έχει και το μπάσκετ για να ρεφάρει). Αν είχε και μια διοίκηση της προκοπής, αν η ενδεκάδα ξεκίναγε πάντα από τον Σωτήρη Νίνη, αν η Ακαδημία Ποδοσφαίρου ξανάρχιζε να βγάζει ταλέντα όπως παλιά, τότε η ζωή θα έτεινε προς την τελειότητα.

(απόσπασμα από το κεφ. 7 του προαναφερθέντος βιβλίου : “Οι πηγές μου, οι εμμονές μου”, σελ. 44-45). Το απόσπασμα υπάρχει στο ιστολόγιο του συγγραφέα:

http://xek2.wordpress.com/2010/05/18/to-vivlio.

Αφού επισημάνουμε ότι το βιβλίο είναι ακατάλληλο για Ολυμπιακούς, προχωράμε σε μια μικρή παρουσίαση του.

Το βιβλίο δείχνει με ενάργεια πως μπορεί να έχουν άμεση σχέση το ποδόσφαιρο, η πολιτική, ο κοινωνικός στίβος. Μερικά από τα ερωτήματα που βρίσκουν, κατά την άποψη μας, απάντηση στο βιβλίο του Χρ. Κάσδαγλη είναι τα ακόλουθα:

  • Μπορεί κάποιος να είναι αριστερός και Παναθηναϊκός;
  • Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο φίλαθλο και στον οπαδό;
  • Ποιοί ήταν οι ριψάσπιδες στην ιστορική νίκη του ΠΑΟ επί της Ρόμα;
  • Πως συμβιβάζεται ο λαϊκός χαρακτήρας της ομάδας με την ολιγαρχική ιδιοκτησία;
  • Είναι έρωτας αυτό που νιώθει κανείς για την αγαπημένη του ομάδα (για τον ΠΑΟ εν προκειμένω);
  • Ποιο είναι το “καλύτερο” τριφύλλι;
  • Ποιά είναι η ιδανικότερη ενδεκάδα στην ιστορία του ΠΑΟ;
  • Γιατί είναι “επικίνδυνα” στη Θύρα 13;
  • Είναι το ποδόσφαιρο το σύγχρονο “όπιο του λαού”;
  • Γιατί υπάρχει βία στα γήπεδα;
  • Τι σημαίνει για έναν Παναθηναϊκό να είναι μέσα στο Χάιμπουρι στο ιστορικό 1-1 με την πανίσχυρη Άρσεναλ;
  • Γιατί στο “μάτς” πολιτικές-αθλητικές εφημερίδες το αποτέλεσμα είναι πάντοτε “διπλό”;
  • Γιατί ο ΠΑΟ, όπως και ο Συνασπισμός, αποδίδουν καλύτερα στην Ευρώπη;
  • Είναι οπορτουνισμός η αλλαγή προπονητή στη μέση της σαιζόν;
  • Γιατί εμείς έχουμε Νίνη κι εκείνοι Μήτρογλου;
  • Μαραντόνα ή Πελέ;
  • Γιατί ο Αντωνιάδης εκτελώντας πέναλτι έστειλε επιδεικτικά τη μπάλα άουτ στο φιλικό με τη Χέρτα;
  • Γιατί δεν ζηλεύω τους Ολυμπιακούς;
  • Γιατί πήγε χαμένη η επέτειος των 100 χρόνων του ΠΑΟ;
  • Γιατί ο Ομπράντοβιτς στέκει υπεράνω κριτικής;

Συνελόντι ειπείν, ο Κάσδαγλης δίνει την καλύτερη απάντηση σε όσους “ελιτιστές” αποδομούν την αξία του ποδοσφαίρου για το κοινωνικό γίγνεσθαι. Ένα βιβλίο, που κάθε Παναθηναϊκός που σέβεται τον εαυτό του θα πρέπει να διαβάσει.

7 Ιουνίου 2010

Γ. Μ. Βαρδαβάς

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «Αναγνώσεις«, 7-6-2010