Νικόλας Σεβαστάκης, Άνθρωπος στη σκιά

Νικόλας ΣεβαστάκηςΆνθρωπος στη σκιά: Μια ελληνική ιστορίαεκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2019, ISBN: 978-960-435-661-4.

 

Το πρώτο μυθιστόρημα του Νικόλα Σεβαστάκη με τίτλο Ἀνθρωπος στη σκιά διαβάζεται απνευστί. Μια ρεαλιστική παρουσίαση του πολιτικού κακού, όπως εκδιπλώθηκε στη χώρα μας με την εμφάνιση του φαινομένου της τρομοκρατίας.

Παρά το εξαιρετικά δύσκολο του θέματος το βιβλίο δεν υστερεί σε λογοτεχνική δεινότητα, ούτε πέφτει στην παγίδα ενός πολιτικού οιονεί μονισμού.

Πολυπρισματική γραφή, θαυμάσια αναπαράσταση της εποχής, πολλαπλοί αφηγηματικοί τρόποι προσπέλασης στην αφήγηση.

Έπειτα από την αναμέτρηση του με τη μικρή φόρμα, ο Νικόλας Σεβαστάκης αντιμετωπίζει επιτυχημένα και την πρόκληση του μυθιστορήματος.

Απείρανθος 4/8/2019

Γ. Μ. Βαρδαβάς

Advertisements

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ: ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Θεολόγου  3ου ΓΕΛ Ηρακλείου

 

[Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Χανιώτικα Νέα» , αρ. φ. 15808/13-7-2019, σελ. 42

Θ. Ι. Ρηγινιώτης, Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο: Δοκίμιο πνευματικής και κοινωνικής αναζήτησης, εκδόσεις Λεξίτυπον, Αθήνα 2019, σσ. 250, ISBN: 978-960-597-204-2.

   Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Λεξίτυπον» το νέο πόνημα του γνωστού θεολόγου εκ Ρεθύμνης Θ. Ι. Ρηγινιώτη με τίτλο: «Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο». Η προβληματική που απασχόλησε το συγγραφέα στο μυθιστόρημα του Εναντίον του Θεού (εκδόσεις Όμορφος Κόσμος, Ρέθυμνο 2006, βλ. σχετικό σημείωμα μας για το βιβλίο στην εφημερίδα «Πατρίς», αρ. φ. 17991/20-12-2006, σελ. 16) εδώ επεκτείνεται και διευρύνεται σε μια εξαντλητική διαπραγμάτευση. Στόχος του συγγραφέα είναι να πραγματώσει έναν οιονεί διάλογο με τον «σκεπτόμενο άθεο» της εποχής μας. Ο παραπάνω όρος δεν χρησιμοποιείται τυχαία από το συγγραφέα, δοθέντος του γεγονότος, ότι υπάρχουν άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως «άθεοι» αλλά εμφορούνται από τέτοιο βαθμό φανατισμού και καχυποψίας που καθιστούν απαγορευτική κάθε καλοπροαίρετη απόπειρα διαλόγου. Τα άτομα αυτά εμμένοντας με δογματισμό στις αθεϊστικές τους βεβαιότητες ουσιαστικά εγκλωβίζονται στην «απόλυτη αλήθεια» της  «πίστης» τους στην ανυπαρξία του Θεού. Το οντολογικό ερώτημα, ωστόσο, είναι διαχρονικό και δεν προσφέρεται για επιδερμικές προσεγγίσεις ή ιδεολογικοποιημένες απολυτοποιήσεις του τύπου «άσπρο-μαύρο». Πέραν τούτου, σαφώς  υπάρχουν και καλοπροαίρετοι άνθρωποι που μπορεί να δηλώνουν άθεοι, άθρησκοι, άπιστοι, αγνωστικιστές, σχετικιστές, σκεπτικιστές κ.α.π. (δικαίωμα τους βεβαίως, ελεύθεροι άνθρωποι είμαστε, δεν είναι εδώ Ιράν, όπως διατείνονται ορισμένοι) αλλά είναι ανοικτοί έμπρακτα στο διάλογο και τη γόνιμη ανταλλαγή επιχειρημάτων και απόψεων. Οι συγκεκριμένοι έχουν μια αρετή: έχουν μάθει να ακούνε και να σέβονται τη γνώμη του άλλου, ακόμα κι αν διαφωνούν· είναι με άλλα λόγια απροκατάληπτοι, γεγονός καθόλου αυτονόητο στους χαλεπούς καιρούς μας. Για να μην παρεξηγηθούμε, οι ανωτέρω παρατηρήσεις ισχύουν ενίοτε και για όσους δηλώνουν «ένθεοι», «πιστοί» κ.α.π., που δεν έχουν διάθεση να ακούσουν την αντίθετη άποψη αλλά θωρακίζονται πίσω από τις  «βεβαιότητες» τους. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι εν λόγω έχουν κατασκευάσει έναν χριστιανισμό «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» τους, έναν χριστιανισμό φονταμενταλιστικό και παραδοσιαρχικό, που δεν έχει καμιά σχέση με τον αυθεντικό χριστιανισμό.

   Ο συγγραφέας προσπάθησε με τρόπο τω όντι εξαντλητικό να παρουσιάσει στα δοκίμια του την αυθεντική ορθοδοξία (αποστασιοποιούμενος επιτυχημένα  από τις πολυποίκιλλες παραφθορές της), δίδοντας τη ζωντανή μαρτυρία της στους ρευστούς μετανεωτερικούς καιρούς μας. Είναι νομίζουμε γνωστό ότι λάθος εικόνα περί ορθοδοξίας έχουν διαμορφώσει τόσο οι «ένθεοι», όσο και οι «άθεοι». Οι πρώτοι εμμένουν σε μια παραδοσιαρχία που εκβάλλει στη λογική των αλήστου μνήμης θρησκευτικών οργανώσεων ή σε έναν πιετισμό προτεσταντικού τύπου ή σε έναν υφέρποντα φονταμενταλισμό που εγγίζει τα όρια του παλαιοημερολογητισμού. Φαίνεται, ωστόσο, να απουσιάζει η μέση οδός αφού από την άλλη πλευρά υπάρχει η λεγόμενη «εκσυγχρονιστική» μερίδα που εμμένει σε μια ελιτίστικη πρόσληψη της θεολογίας, καθιστώντας την τελευταία «θεολογία του σαλονιού», μια θεολογία για λίγους και εκλεκτούς θεολογίζοντες, στα όρια της σέκτας, μη έχουσα σχέση με τα προβλήματα, τα βάσανα, τις ανάγκες και τις πνευματικές ανησυχίες του λαού μας. «Αλλά ταύτα περιττά», καθότι γνωστά για να θυμηθώ την εισαγωγή του βιβλίου (σελ. 11). Από την άλλη πλευρά, η μερίδα των «αθέων» προσλαμβάνει στη συντριπτική της πλειοψηφία το χριστιανισμό με τους όρους της δυτικής σκέψης και διανόησης αγνοώντας το κοσμοσυστημικό ελληνικό παράδειγμα: αγνοούν πεισματικά και με ιδεολογική προκατάληψη το γεγονός ότι στον ελληνικό χώρο ποτέ δεν βιώσαμε φεουδαρχία, ιερά εξέταση, θρησκευτικούς πολέμους κ.α.π. αλλά αντιθέτως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας άκμασαν οι ελληνικές κοινότητες, τα λεγόμενα κοινά, που όπως επαρκώς έχει αποδείξει ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης ήταν αυτοδιοίκητες, ήταν «κοινωνίες εν ελευθερία». Όλα αυτά αγνοούνται παντελώς και υιοθετούνται μεταπρατικά τα δυτικά ιδεολογήματα (E. Hobsbawm, B. Anderson, J. P. Fallmerayer κλπ)

     Ο συγγραφέας δεν αγνοεί ότι ζούμε σε καιρούς μεταχριστιανικούς (βλ. σελ. 11) αλλά εκείνο που θέλει να μεταδώσει στον αναγνώστη είναι η αυθεντική ορθοδοξία, η πνευματική κληρονομιά της καθ’ ημάς Ανατολής, η παρακαταθήκη της νηπτικής και ασκητικής θεολογίας των αγίων, των οσίων και όλων όσοι διέβησαν τη χαρισματική οδό μέσω των τριών σταδίων (κάθαρση, φωτισμός, θέωση, βλ. μεταξύ πολλών, σελ. 221 κ.ε.), που όμως δεν πρέπει να απολυτοποιούνται, ούτε να ιδεολογικοποιούνται.

  Eνθυμούμενος τις πολυποίκιλλες παραφθορές του χριστιανισμού ο συγγραφέας παραθέτει τα παρακάτω σοφά λόγια του π. Ι. Ρωμανίδη στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Αν η Ορθοδοξία ήταν αυτή που διδάσκουν τα νεοελληνικά εγχειρίδια, εγώ σήμερα θα ήμουν άθεος». Αξίζει στο σημείο αυτό να θυμηθούμε τις καίριες επισημάνσεις του Χρήστου Γιανναρά: «Ἄν ὁ Θεὸς ὁριζόταν μὲ τοὺς κανόνες τῆς συλλογιστικῆς τῶν Σχολαστικῶν, μὲ τὶς ἐπιταγὲς ἀναγκαιότητας τοῦ νευτώνειου κοσμοειδώλου, μὲ τὶς κανονιστικὲς ἀπαιτήσεις ἤ ἠθικὲς σκοπιμότητες τῶν Διαφωτιστῶν, θὰ ἦταν «θεὸς» ὑποδεέστερος καὶ τῆς ἔκπληξης τοῦ ὑποατομικοῦ πεδίου. Τὸ συμπαντικὸ θαῦμα καὶ δράμα τῆς ἐλευθερίας μεταγραμμένο σὲ ψευδαισθήσεις εἰδωλοποιημένης αὐτάρκειας. Κι ὁ ἔρωτας κενὸ στολισμένο αἰσθήματα». (Χρ. Γιανναρά, Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων, εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2003, σελ.101)

    Το βιβλίο περιλαμβάνει δοκίμια του συγγραφέα που έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε διάφορα έντυπα και ιστοσελίδες στο διαδίκτυο αλλά έχουν ξαναδουλευθεί και πήραν την τελική τους μορφή στο εν λόγω έργο.

    Στο Α’ μέρος του βιβλίου (σελ. 15-125) με τίτλο «Η περί Θεού επιστήμη» ο συγγραφέας προσπαθεί να προσεγγίσει το περί Θεού ερώτημα μέσα από την ορθόδοξη προοπτική. Αναλύονται εξαντλητικά πλήθος συναφών θεμάτων εκ των οποίων σταχυολογούμε ελάχιστα μόνο εν συνεχεία: α) Ο νεώτερος αθεϊσμός (σελ. 18-22), β) Η γνώση του Θεού (σελ. 19, 45 κ.ε. και αλλ.), γ) Ορθοδοξία και Δύση (σελ. 22-28), δ) Περί αγάπης (σελ. 28 κ.ε., σελ. 40 κ.ε.  και αλλ.), ε) Ήθος και ηθικισμός (σελ. 30-39), στ) Το ασκητικό βίωμα στο χριστιανισμό (σελ. 50 κ.ε., σελ. 59 κ.ε.), ζ) Η αποφατική θεολογία (σελ. 52), η) Η θεολογία ως θεοπτία (σελ. 55), θ) Ψευδείς πνευματικές εμπειρίες στην ορθοδοξία (σελ. 73 κ.ε.), ι) Η διάκριση των πνευμάτων (σελ. 90 κ.ε.), ια) Περί πίστεως (σελ. 105 κ.ε.).

   Στο Β΄ μέρος του βιβλίου (σελ. 129-232) με τίτλο «Ιχνηλασίες σε μύθους και αλήθεια» ο συγγραφέας αναφέρεται σε ορισμένους αντιχριστιανικούς μύθους, τους οποίους και ανατρέπει τεκμηριωμένα, ενώ παράλληλα τον απασχολούν δογματικά και λειτουργικά θέματα. Ο πιο κλασικός εξ αυτών των μύθων, που επανέφερε στο προσκήνιο προ ετών η -ήδη ξεπερασμένη- μόδα του «ντανμπραουνισμού», αναφέρει ότι δήθεν ο χριστιανισμός που ξέρουμε πήρε την τελική του μορφή στην Α’ Οικουμενική σύνοδο της Νικαίας (325) από τον Μ. Κωνσταντίνο. Ο συγγραφέας ανατρέπει με πλήρη τεκμηρίωση τον εν λόγω μύθο (σελ. 129-134).

     Τα ζητήματα της τριαδολογίας και της χριστολογίας, που αποτελούν την πεμπτουσία της ορθοδόξου διδασκαλίας, απασχολούν ιδιαίτερα το συγγραφέα (σελ. 135-162). Αναφέρεται αναλυτικά  στις μαρτυρίες για την Αγία Τριάδα της Βίβλου (Παλαιάς και Καινής Διαθήκης) και στις μαρτυρίες των πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων της μεταποστολικής εποχής.

     Το ακανθώδες ζήτημα των σχέσεων θρησκείας και επιστήμης απασχολεί ιδιαίτερα το συγγραφέα (βλ. σελ. 162-182), ο οποίος αναφέρεται στην εικονολογική γλώσσα του βιβλίου της Γενέσεως, στους ποικίλλους ανθρωπομορφισμούς αλλά και στις σχετικές αναφορές της πατερικής ερμηνευτικής, χωρίς να παραλείπει να αναφερθεί στο απαράδεκτο του δημιουργισμού και του εξ ΗΠΑ ορμώμενου «ευφυούς σχεδιασμού» (σελ. 179). Παράλληλα τονίζει ότι θρησκεία και επιστήμη έχουν διακριτούς ρόλους και δεν πρέπει να εμπλέκεται η μια στα ζητήματα της άλλης. Διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει απόλυτη εμμένεια στις επιστημονικές διατυπώσεις (πρβλ π.χ. κβαντομηχανική, εντροπία, απροσδιοριστία κλπ): «(…) ο επιστημονικός κόσμος συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μια πλευρά της πραγματικότητας -η πιο θεμελιώδης- απρόσιτη στην ανθρώπινη κατανόηση, καθότι εντελώς διαφορετική από την καθημερινή μας εμπειρία(…)» (σελ. 171). Κατά συνέπεια η ενδεχομενικότητα και η πιθανότητα αμβλύνουν τις όποιες θετικιστικές βεβαιότητες, όπως χαρακτηριστικά έχει επισημάνει ο γνωστός φυσικός Paul Davies: «Η επιστήμη, μέσω της κβαντικής μηχανικής, έχει σχεδόν διαψεύσει τον ισχυρισμό ότι «κάθε συμβάν έχει μια αιτία». (…) Η συμπεριφορά των υποατομικών σωματιδίων είναι γενικά απρόβλεπτη. Δεν γίνεται να είστε σίγουροι τι πρόκειται να κάνει ένα σωματίδιο από τη μια στιγμή στην άλλη» (Paul Davies, Θεός και μοντέρνα φυσική, β’ έκδοση, εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα 2009, σελ. 67).

   Το συγγραφέα απασχολούν ακόμη καίρια θέματα λειτουργικής θεολογίας (σελ. 182-197), ιεραποστολικής στην Αφρική (Ουγκάντα- Κένυα, σελ. 197-207) και σωτηριολογίας (ένα σημαντικό δοκίμιο που δημοσιεύεται στις σελ. 208-232). Σχετικά με τη «μέση κατάσταση των ψυχών» (σελ. 225 κ.ε.) υπενθυμίζουμε ότι συνιστά θεολογούμενο για την ορθόδοξη εκκλησία.

        Στον Επίλογο του βιβλίου δημοσιεύεται μια λίαν ενδιαφέρουσα «Επιστολή σε γονιό, που η έφηβη κόρη του είναι έγκυος» (σελ. 233-237) και ακολουθεί αναλυτική Βιβλιογραφία. 

        Συνελόντι ειπείν, το βιβλίο αποτελεί ένα εξαιρετικό οδηγό για τον αυθεντικό χριστιανισμό μακριά από παραφθορές, παραναγνώσεις, «ιδιωτικές θεολογίες», θεολογισμούς, ηθικισμούς και εστετισμούς. Θα κλείσουμε με μια σπουδαία φράση του συγγραφέα: «(…) ο άνθρωπος καθώς γίνεται άγιος, είναι ουσιαστικά ελεύθερος, άσχετα από τις εξωτερικές συνθήκες ζωής του» (σελ. 33, υποσημείωση 24). Τεράστιο το διακύβευμα. Αντέχετε;

Ηράκλειο, 10 Ιουλίου 2019

***

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ» στις 16/7/2019. Ο υπερσύνδεσμος του άρθρου είναι: http://www.rethnea.gr/article.aspx?id=62975

Αναδημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο NULA DIES SINE LINEA στις 16/7/2019.

Αναδημοσιεύθηκε στους «Θεολόγους Κρήτης» στις 21/7/2019

Νικόλας Σεβαστάκης, Άντρας που πέφτει

 

Νικόλας Σεβαστάκης, Άντρας που πέφτει, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2015, ISBN: 978-960-435-486-3.

12243094_987660214626754_1417019866345745817_n

 

 

Στη νέα του συλλογή διηγημάτων με τίτλο Άντρας που πέφτει ο Νικόλας Σεβαστάκης ξεδιπλώνει τις πολύπλευρες ανησυχίες του. Τα παιχνίδια της μνήμης, οι πικρές αλήθειες, το ανεκπλήρωτο ταξίδι του βίου, η απώλεια, η ματαίωση, η μοναξιά, η οδύνη, η ανεστιότητα, το υπαρξιακό αδιέξοδο  διαπλέκονται αρμονικά.

Παράλληλα μέσω των ηρώων του βρίσκει ενίοτε αφορμές για να καταγράψει και να σχολιάσει στιγμιότυπα από την περιρρέουσα κοινωνική πραγματικότητα στους χαλεπούς καιρούς της κρίσης και της γενικευμένης παραίτησης.

Μάστορας της γλώσσας, αθεράπευτα ευαίσθητος, λάτρης της αφήγησης χωρίς φιοριτούρες κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Τα διηγήματα ακολουθούν τη μικρή φόρμα εκτός από το πιο εκτεταμένο «Τέλος εποχής». Παρά το γεγονός ότι η μικρή φόρμα είναι ιδιαίτατα απαιτητική ο Νικόλας Σεβαστάκης αναμετράται μ’ αυτήν με επιτυχία.

21/11/2015

Γ. Μ. Βαρδαβάς

[Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ», 21-11-2015].

Βασίλης Καραποστόλης, Η εποχή της όρεξης

Βασίλης Καραποστόλης, Η εποχή της όρεξης: Ακολουθώντας τα ίχνη του ’60,εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012, ISBN: 978-960-16-4339-7.

Το καλύτερο αντίδοτο στην γενικευμένη γκρίνια της εποχής είναι το καλογραμμένο βιβλίο του Βασίλη Καραποστόλη Η εποχή της όρεξης: Ακολουθώντας τα ίχνη του ’60. Ο συγγραφέας αναφέρεται μεν στη δεκαετία του ’60 αλλά όχι με τον κοινότοπο εκείνο τρόπο μιας γλυκανάλατης νοσταλγίας για ένα εξιδανικευμένο χτές. Σκοπός του είναι να καταδείξει ότι σ εκείνες τις χαλεπές μέρες δεν έλειψε από τον Έλληνα ένα πολύ βασικό χαρακτηριστικό: η όρεξη. Όρεξη για ρήξεις, όρεξη για το νέο μέσα από τη δημιουργία και κυρίως όρεξη για αναμέτρηση με τις συνεχόμενες δυσκολίες της καθημερινότητας. Αγώνας επιβίωσης και σταδιακός εγκλιματισμός στις νέες προκλήσεις. Η μετάβαση δύσκολη, επίπονη. Η μια πτώση ακολουθούσε την άλλη. Όμως παρά τις δυσκολίες ο αγώνας συνεχιζόταν αδιάκοπα, οι αναποδιές δεν έκαμπταν την κοινωνία, που έπεφτε και ξανασηκωνόταν. Άλλοι καιροί, άλλη αντίληψη, άλλη στάση ζωής, άλλη νοο-τροπία…

Όλα αυτά χάθηκαν σε σύντομο διάστημα όχι μόνο λόγω του γνωστού παρασιτισμού και της κρατικοδίαιτης “ανάπτυξης” αλλά κυρίως διότι η ευτυχία συνδέθηκε με το “κατέχειν”, την κατανάλωση, την κοινωνική δήθεν “καταξίωση”. Τη μεγάλη αυτή αλήθεια  διατύπωσε με εξαιρετικό τρόπο  η γραφίδα του Παντελή Μπουκάλα:

«…ταυτίζουμε το βίο με το βιός μας, με την περιουσία μας, επειδή, φενακισμένοι, αλλοτριωμένοι, εκβιασμένοι ή υποταγμένοι στα κυρίαρχα και εξουθενωτικά προβαλλόμενα μοντέλα ζωής καταντήσαμε να εξισώνουμε το υπάρχειν με το έχειν» («Καθημερινή», 13 Ιανουαρίου 2008).

Το βιβλίο επιδιώκει να αναστοχαστούμε κριτικά μέσα από τον οιονεί  “δανεισμό” των παρακαταθηκών μιας άλλης γενιάς, που ταλαιπωρήθηκε, μετανάστευσε, είχε συνεχείς πτώσεις και αναβάσεις αλλά όπως τονίζει εμφατικά ο συγγραφέας σχεδόν ποτέ δεν σταμάτησε να αγωνίζεται, σχεδόν ποτέ δεν λιποτάκτησε.

Κλείνουμε με μια φράση  του βιβλίου:

Στην κοινωνία γινόμαστε διπλωμάτες, στην πολιτική χασάπηδες (Β. Καραποστόλης, Η εποχή της όρεξης, σελ. 185).

Σε κάθε περίπτωση το βιβλίο αξίζει την προσοχή μας. Καλή ανάγνωση!

Λαγονήσι 9/7/2012- Ηράκλειο 22/7/2012

Γ.Μ.Βαρδαβάς

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ«, 22-7-2012.

“Μια στάλα ζωής να ξεδιψάσει η ψυχή της. Μια στάλα ζωής” : Tο “ἀεὶ σχοινοβατεῖν” της ύπαρξης μας- Σκέψεις, στιγμές και αναγνώσεις με αφορμή το βιβλίο του π. Χ. Παπαδόπουλου “Ο Κινέζος, ο Θεός και η Μοναξιά”

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, Ο Κινέζος, ο Θεός και η Μοναξιά, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2011, ISBN:978-960-527-682-9.

 

Να ζήσεις μόνο μιαν αυγή
τόση ζωή σε φτάνει

ρόδο π’ ανθεί πολύ καιρό
την μυρωδιά του χάνει.

Παραδοσιακή κρητική μαντινάδα

Το είχα προμηθευτεί μόλις κυκλοφόρησε. Πήγα και στην παρουσίαση του. Παρόλα αυτά παρέμενε υπομονετικά στη στοίβα με τα αδιάβαστα. Είναι φορές που δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαβάσεις. Κι όταν εντέλει διαβάζεις ένα πραγματικά σπουδαίο βιβλίο η σκέψη έρχεται αυτόματα: “Μα γιατί, γιατί το άφησα τόσο καιρό στην αναμονή;”. Οι βιβλιόφιλοι εν πολλοίς καταλαβαίνουν  τι εννοώ.

Το 2006 γνώρισα για πρώτη φορά τη σκέψη του π. Χ. Παπαδόπουλου. Αφορμή ένα απίστευτης ομορφιάς κείμενο του με τίτλο “Η νεκροψία της ψυχής μας” (εφημ. “Πατρίς”, 22-3-2006), που θεωρώ σκόπιμη την υπενθύμιση του εδώ:

Ποιος προφήτης τώρα θ΄ ακουστεί,
σαν φωνή σε στέρνα κλειστή,
σ΄ έναν κόσμο άδειο κι ορφανό,
ποια κραυγή από τον ουρανό

Μ. Χατζιδάκις, Η μπαλάντα του οδοιπόρου

Καθώς η ελληνική Βουλή ψήφιζε τον νόμο για την καύση των νεκρών, ένας «νεκρός» μιλούσε για την όντως ζωή και ο Θεός καταργούσε τους νόμους της φύσεως.
«Σκήνωμα ιερομονάχου ονόματι Βησσαρίων ευρέθη αναλλοίωτο, άφθαρτο και μυροβλύζον μετά από 15 χρόνια…».
Η ελληνική κοινωνία “παγώνει”, προσπαθεί ν΄ αναθερμάνει την υποθερμία της πίστεως της. Επίσημοι, θρησκευόμενοι και μη, ζητούν την βοήθεια της επιστήμης για να διασφαλίσουν την λογικοφανή «εγκυρότητα» του θαυμαστού, λες και το όνειρο πιστοποιείται ή το θαύμα αναλύεται.
«Όλα είναι μυστήριο, το κάθε τι είναι κι ένα μυστήριο…..το μυστήριο του Θεού είναι παντού…Όλα τα πράγματα και τα πλάσματα και τα πιο ασήμαντα και τα μικρά είναι μυστήρια…Τόσο το καλύτερο αν υπάρχουν μυστήρια. Πιο όμορφο ΄ναι να υπάρχει το μυστήριο. Είναι θαυμαστό και φοβερό για την καρδιά, όσο μικρό κι ακατανόητο φαντάζει για το μυαλό….Ο άνθρωπος ξέρει να καταλαβαίνει πολύ περισσότερα πράγματα, απ΄ όσα μπορεί να εκφράσει.» (Έφηβος, Φ. Ντοστογιέφσκυ)
Ο Βησσαρίων όμως μίλησε γι΄ αυτό που βίωσε, ο Θεός απάντησε και εμείς αδέξιοι χειριστές του λόγου της Αλήθειας πνιγήκαμε στην θάλασσα των ματαίων λογισμών «..φθαρτών δακρύων απόγονοι…».
Ζητείται πλέον άνθρωπος να μιλά την γλώσσα του ουρανού, του θαυμαστού !
Εάν μας κατέστησαν ανέπαφους μπροστά στο Μυστήριο, μπροστά στο θαύμα, φταίμε πρώτα εμείς, που αφήσαμε τους λογής-λογής γδάρτες των ονείρων μας να αποξηράνουν τους χυμούς της υπάρξεως μας.
Ποιος διαμαρτυρήθηκε ή «απήργησε» όταν του είπαν ότι το φεγγάρι δεν είναι σύμβολο του έρωτα, μούσα χρυσοστόλιστη του παραμυθιού, μήτε τυραννικής βραδιάς παραμυθία αλλά ένα μάτσο πέτρες και βουβοί κρατήρες ;
Ποιος φώναξε να τρίξουν τα θεμέλια της γης, όταν μας είπαν ότι ο έρωτας δεν είναι η αποκάλυψη της ζωής, το θαύμα της σχέσης που ξεπερνά την αναγκαιότητα της φύσης αλλά η βιοχημεία των συναισθημάτων μας;
Κανείς δεν έκανε απεργία πείνας υπαρξιακής όταν η μοναδικότητα του προσώπου, το ένα βλέμμα, το ένα άγγιγμα, το ένα χαμόγελο και κλάμα, το ένα και αναλλοίωτο μοναδικό έγινε «κλώνος» στα εργαστήρια της λογικολαγνείας.
Κι΄ ήρθε ο Λάκης (Λαζόπουλος) ν΄ αποκαταστήσει την χαμένη αθωότητα του μύθου, το δέος των ματιών και της ψυχής μπροστά στο θαύμα. Έβγαλε το καπέλο του και υποκλινόμενος μπροστά στον Γέροντα Βησσαρίωνα, ψέλισε την εξομολόγηση μιας ολόκληρης γενιάς.
«Συγχώρεσε Γέροντα την εποχή μου που δεν μπορεί να ψηλαφήσει το θαύμα. Που βρώμισε τόσο πολύ η ψυχή μας ώστε δεν εκπλήσσεται μπροστά στο θαυμαστό. Το θέμα δεν είναι εάν πρόκειται για θαύμα ή όχι αλλά ότι χάσαμε την αίσθηση του θαύματος στην ζωή μας…» Καληνύχτα!

[π. Χ. Παπαδόπουλος, «Η νεκροψία της ψυχής μας«, εφημ. «Πατρίς, 22-3-2006, σύνδεσμος άρθρου: http://www.patris.gr/articles/82216?PHPSESSID=]

Λίγο καιρό αργότερα ανακάλυψα το μπλόγκ του (π. Λίβυος): όαση πραγματική ομορφιάς και αγάπης. Κείμενα πολύ δυνατά, γεμάτα ζωή, σταυραναστάσιμα. Ατμόσφαιρα χαρμολύπης, κατάφασης στην ανθρώπινη κατάσταση, έμφαση στην ουσία της υπάρξεως (στο -κατά Εμμ. Λεβινάς- “υπάρχειν”). Λόγος σημερινός, απτός, χωρίς άσκοπες λεκτικές φιοριτούρες, ζεστός και προσφυής για το πολλαπλώς χειμαζόμενο και κατακερματισμένο σύγχρονο υποκείμενο. Μέσα μου αυτόματα πέρασε η σκέψη: “Υπάρχουν τέτοιοι παπάδες; Τέτοιους παπάδες θέλουμε, δυναμικούς και αγαπητικούς, απλούς, μέσα στη ζωή, δίπλα στον κόσμο και τα σοβούντα προβλήματα του, μακριά από αδιέξοδους ηθικισμούς και βερμπαλισμούς”.

Πρόσφατα είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον π. Χαράλαμπο και δια ζώσης. Ήταν κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του Στ. Ράμφου(ενός σπουδαίου διανοούμενου, παρά τις πάμπολλες διαφωνίες μου με τη σκέψη του). Εκεί πέραν της ευρύτητας της παιδείας  και της καλλιέργειας του γνώρισα κάτι σημαντικότερο: τον Άνθρωπο π. Χαράλαμπο. Έναν άνθρωπο ευαίσθητο, ήρεμο, γεμάτο αγάπη, εγκάρδιο. Ένιωσα το μεγαλείο της ευγένειας και της ζεστασιάς του. Την κατάφαση στον Άλλον, καθώς εστί,ως Προσώπον.

Αλλά και στην παρουσίαση του βιβλίου στην Ανδρόγεω πόσο συγκινητική ήταν η παρουσία των συγχωριανών και ενοριτών του! Τι παραπάνω θέλει ένας άνθρωπος από τους λόγους καρδιάς του εκλεκτού φίλου του π. Χ. Κοπανάκη;

Όλα αυτά επιβεβαιώνουν την αλήθεια του κοινωνείν:  “Καθ’ ὅ,τι ἄν κοινωνήσωμεν(…), ἀληθεύομεν, ἅ δε ἄν ἰδιάσωμεν, ψευδόμεθα” (Ηράκλειτος, στο: Diels-Kranz, Fragmente der Vorsokratiker, τόμος Ι, σελ. 148 ).

Το βιβλίο του π. Χ. Παπαδόπουλου περιλαμβάνει 18 διηγήματα. Η αφήγηση συναρπάζει. Ιστορίες από τη ζωή και για τη ζωή.  Άνθρωποι, Θεός, φύση, συναισθήματα, νοσταλγία, αθωότητα, ενοχές, πάθη, πόθοι, λογισμοί, αγώνας, ύπαρξη, ζωή, πόνος, χαρά, στιγμές, πτώσεις και αναβάσεις, απώλειες και υποστροφές, σπαρακτικά διαπλέκονται. Το “Να ζεις” είναι  διακύβευμα, αλλά και ζητούμενο, σχοινοβασία διαρκής και άθλημα ελευθερίας. Διότι “πολλές φορές δεν είναι εύκολο να βρίσκεσαι μπροστά στην ευθύνη των ονείρων σου” (σελ. 13). Μας θυμίζει ο συγγραφέας mutatis mutandis τα λόγια του Όσκαρ Ουάιλντ: “Δυο είναι οι μεγάλες τραγωδίες στη ζωή. Η μια είναι να μην πραγματοποιήσεις το όνειρο σου. Η άλλη, είναι να το πραγματοποιήσεις” (το παραθέτει ο P.Watzlawick στο βιβλίο του “Φτιάξε τη δυστυχία σου μόνος σου“, εκδ. Αλήστου μνήμης, σελ.40). Ο συγγραφέας διαπιστώνει με πικρία, πως όποιος δεν ζει, δεν αφήνει ούτε τον Άλλον να ζήσει:

(…)Ως και την θρησκεία έβαζε στη μέση. Προσπαθούσε να την γεμίσει ενοχές γιατί απλά ένιωθε γυναίκα. Παλιά τέχνη όλων εκείνων που θέλουν να ελέγχουν τους ανθρώπους μέσω των ενοχών. Να μην ζούν αυτοί και να μην αφήνουν και τους άλλους να χαρούν τη ζωή(…).

(απόσπασμα από το διήγημα “Μια στάλα ζωής”, σελ. 22).

Θα κλείσουμε το σημείωμα μας με ένα συγκλονιστικό απόσπασμα του βιβλίου αφιερωμένο σε όσους διψούν για ζωή:

(…) Το να ζεις, φίλε Βασίλη, είναι μεγάλη υπόθεση. Είναι η μεγαλύτερη τέχνη πάνω στην γη. Η τέχνη της ύπαρξης. Είναι μια περιπέτεια χωρίς εγγυήσεις και βεβαιότητες. Είναι σχοινοβασία. Και δεν μαθαίνεται ούτε με βιβλία, ούτε με κηρύγματα, ούτε με τσιτάτα. Μονάχα ζώντας μαθαίνεις να ζεις. Θα ανέβεις και θα κατέβεις πολλές φορές στην κόλαση για να φτάσεις στον παράδεισο. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος(…)

(απόσπασμα από το διήγημα “Στην Προκυμαία”, σελ. 50-51).

Αντέχετε;

Γ. Μ. Βαρδαβάς

Μεγάλη Δευτέρα/Μεγάλη Τρίτη

9-10 Απριλίου 2012

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ«, 10-4-2012

Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας κ. Στυλιανού (Χαρκιανάκη), Παίδων και εφήβων

Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας κ. Στυλιανού (Χαρκιανάκη), Παίδων και εφήβων, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2009, ISBN 978-960-03-4963-4.

978-960-03-4963-4b

Του Γ.Μ.Βαρδαβά

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη η νέα ποιητική συλλογή του αρχιεπισκόπου Αυστραλίας κ. Στυλιανού. Η ποιητική ευαισθησία του αρχιεπισκόπου Αυστραλίας είναι γνωστή και αποτυπωμένη στις ποιητικές του συλλογές, που είδαν κατά καιρούς το φως της δημοσιότητας.

Στο Παίδων και εφήβων είναι συγκεντρωμένα ποιήματα γραμμένα από το 1977 έως το 2008 με κύρια θεματική τα παιδιά και τους εφήβους. Των ποιημάτων προτάσσεται το απόφθεγμα του Giacomo Leopardi:

Τὰ παιδιά βρίσκουν τό πᾶν στό τίποτα.

Οἱ μεγάλοι βρίσκουν τό τίποτα στά πάντα

Ποίηση αισθαντική, ευαίσθητη, σημερινή. Ο ποιητής φαίνεται να συμφωνεί με τον E.E.Cummings του οποίου τα λόγια προτάσσει στο Προνόμιο των νέων:

Ακόμα κι αν είναι Κυριακή, ας έχω δίκιο

γιατί όποτε οι άνθρωποι έχουν δίκιο, δεν είναι νέοι

Συγκλονιστικό το Επιμνημόσυνο (σελ.54), υπέροχοι οι Δροσουλίτες (σελ.16), δυνατή Η άλλη όψη. Δεν θα επεκταθούμε, διότι ούτε επαΐοντες είμαστε, ούτε «ειδικοί». Απλοί αναγνώστες είμαστε, που δεν θεωρούμε ότι η ποίηση είναι μόνο για τους «αλαφροΐσκιωτους». Από την εξαιρετική ποιητική συλλογή του αρχιεπισκόπου Αυστραλίας παραθέτουμε το ποίημα Αγωγή Πολίτου:

ΑΓΩΓΗ ΠΟΛΙΤΟΥ

Μήν πεῖτε στά παιδιά πώς οἱ μεγάλοι πεθαίνουν

γιατί θά φοβηθοῦν νά μεγαλώσουν!

Πεῖτε τους μᾶλλον πώς ὅταν κουρασθοῦν

ἐξαφανίζονται παίρνοντας δρόμους ανεξιχνίαστους

γι’αὐτό τούς κηρύχνουμε ἀγνοούμενους

στόν χῶρο τῆς παιδικῆς χαρᾶς.

Ἔτσι ἴσως συνηθίσουν τά παιδιἀ

νά νοσταλγοῦν καί νά ψάχνουν διά βίου…

Sydney (Ashfield), 27-9-1989

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «Αναγνώσεις«, 24-10-2009

Φιλοκαλούμεν μετ’ ανταρσίας: Το νέο βιβλίο του Κώστα Ζουράρι

Κώστας Ζουράρις, Φιλοκαλούμεν μετ’ ανταρσίας

Προπονητική για το πολίτευμα της υπεραναρχίας, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2010, ISBN: 978-960-527-589-1.

του Γ. Μ. Βαρδαβά

Στο νέο του βιβλίο ο Κ. Ζουράρις ασχολείται με το καθ’ ημάς πολίτευμα της κοινοβιακής “Υπεραναρχίας”.  Βαθύς γνώστης του τρόπου μας, μακριά από “νεωτερικούς” ακκισμούς, φιοριτούρες και λοιπές κενολογίες εξηγεί αναλυτικά το τι συνεπάγεται η μοναχική αναχώρηση πολιτειακά, πολιτικά , φιλοσοφικά, ιλιαδορωμέικα και όχι μόνο, πάντα με το γνωστό του ύφος.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:

Τούτη τη στιγμή, όπως και για όλες τις μεθυστερο-πρωθύστερες, το αγιορείτικο πολίτευμα είναι το πιο πόστ μόντερν πιασάρικο στέκι, αν θές να πάψει η νεύρωσική σου ανθρωπαρέσκεια και να μάθεις, επιτέλους, πως είσαι μοναδικός, γιατί ” ζης από την ανάσα κάποιου άλλου “. Κι αυτός ο Άλλος ” είν’ ευεργέτης μου μεγάλος “: ο Μοναχός της αγιορειτικής υπεραναρχίας (βλ. και σελ. 165-166).

“Προαγέτης” του βιβλίου ο γνωστός καθηγητής του ΑΠΘ Λ. Ι. Σιάσος, γράφει “Μικρόν Εισοδικόν εις το θεοπαράδοτον πολίτευμα των αγγελομόρφων παλαιστών…” (σελ. 9-44). Το κείμενο του είναι βαθυστόχαστο και εισάγει τον αναγνώστη στην ησυχαστική τριβή και το μοναχικό ιδεώδες της καθ’  ημάς Ανατολής.  Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει  το κομμάτι Ε’ -ΣΤ’ , που επιγράφεται “Η ειρκτή της προσευχής, η πλατεία της θεολογίας”. Εδώ ο Λ. Ι. Σιάσος φέρνει στο προσκήνιο ένα σημαντικότατο χωρίο του αγίου Διαδόχου Φωτικής, το οποίο και αναλύει με μοναδικό τρόπο (σελ. 30 -40).

Έπεται η Εισαγωγή του βιβλίου που διαλαμβάνει τα  “Προπονητικά πρότερα και εισόδια περί το υπεραναρχικό πολίτευμα” (σελ.47-53). Ακολουθούν τα πέντε μέρη του βιβλίου (σελ. 57-217).

Στο πρώτο μέρος  (σελ. 57-91) το συγγραφέα απασχολεί το ζήτημα της ελευθερίας σε συνάρτηση με  το μοναχικό άθλημα. Στην έρημο οι “αρνητές Αντάρτες που έφτυσαν την κίβδηλη μετάνοια του Καίσαρος“   (σελ.  66) εγκαθιδρύουν το “Υπεραναρχικό πολίτευμα” (ό. π.). Όντες πραγματικοί επαναστάτες έχουν διδαχθεί από τον Ηράκλειτο ότι “ δεν μπορούν οι αδικημένοι να καθαίρονται δ’ ἄλλω αἵματι, διότι τότε κι αυτοί καταντούν μἱαινόμενοι ” (σελ.69).  Πήγαν στην έρημο ” ἐν ἀφελότητι καρδίας, όπως εκείνοι οι αφελείς ης αγαπης, των πρώτων χριστιανικών κοινοβίων” (ό.π.). Έπειτα ο συγγραφέας αναλύει την προχριστιανική διάσταση της αναχώρησης στο ελληνικό γίγνεσθαι. Η αναχώρηση δεν ήταν άγνωστη στον ελληνικό τρόπο (σελ. 71-79). Ακολουθεί το ελληνικό προπονητικό αρχέτυπον (σελ. 81-91).

Στο δεύτερο μέρος (σελ. 93-126) αναλύεται η πρόσληψη του προπονητικού αρχετύπου: γίνεται λόγος για τον πρωταθλητισμό της πτωχείας, της αγάπης, της ισοπολιτείας και της ακτημοσύνης με γνώμονα τη Φιλοκαλία που αποτελεί το “προσωποκεντρικόν του ανθρωποκεντρικού” (σελ.98). Έπεται το της “Φιλοκαλίας δυσανάβατον” (σελ. 109-122). Εξηγείται επαρκώς γιατί υπάρχει συνεχώς το “εγώ” στη Φιλοκαλία (σελ. 110). Η Φιλοκαλία δεν είναι ατομοκεντρική, αλλά προσωποκεντρική, που “μας προπονεί, μας ασκεί στο Πρωτεύθυνον:  “Τίς ἐστι λοιπὸν ὁ αἴτιος; Ἐγώ εἰμι ἡ αἰτία” (ό.π). Εν συνεχεία αναλύονται οι αναβαθμοί της φιλοκαλικής προπονητικής (σελ. 114-122). Το δεύτερο μέρος κλείνει  ένα υπέροχο κείμενο που αναφέρεται στην αγιογραφία των στρατιωτικών αγίων της ορθοδοξίας (σελ. 123-126).

Στο τρίτο μέρος που επιγράφεται “Υπάρχει το ασύντριφτο” (σελ. 129-156) ο συγγραφέας αναφέρεται στην καθημερινότητα του κοινοβιακού μοναχισμού, στους “πλούσιους της πτωχείας“, στην παγγενηά και την παγκοινιά, στη μοναχική υπακοή.

Στο τέταρτο μέρος (σελ. 157-203) υπάρχουν διάφορα κείμενα που εκφράζουν τη ζωντανή εμπειρία του συγγραφέα από την “πρωταθλητική μαρτυρία της κοινοβιακής υπεραναρχίας“. Είναι όλα τους ένα κι ένα. Προσωπικά ξεχώρισα το ” Το τζιτζίκι, το θαύμα και το θαύμα” (σελ. 182-191). Στο ακριβώς επόμενο κείμενο (“Ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός…μετ’ οργής…”) υπάρχει η εξής απίστευτη φράση:

Ο καπιταλιστής είναι τόσο άπληστος , ώστε σου πουλάει και το σκοινί για να τον κρεμάσεις (σελ.193).

Πέμπτο μέρος (σελ. 208-217) με τα λόγια του συγγραφέα: ” Και έσχατον, ως νόστος των εσχάτων, Αίνος Κωστή Μοσκώφ (βλ. εισαγωγή, σελ. 53) .

Το έργο κλείνει με μια  “περι που αυτοβιογραφία” (σελ. 209-217) του συγγραφέα.

Κλείνοντας οφείλουμε να πούμε ότι το  Φιλοκαλούμεν μετ’ ανταρσίας είναι ακατάλληλο για “εκσυγχρονιστές” και “ευρωλιγούρηδες”. Αντίθετα είναι κατάλληλο για όσους ασχολούνται με την ελληνική ιδιοπροσωπία και τον καθ’ ημάς τρόπον, ήτοι την Παράδοση μας.

9 Ιουλίου 2010

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «Αναγνώσεις«, 9/7/2ο1ο.

G.STEINER: ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ

George Steiner, Η σιωπή των βιβλίων,

μετάφραση: Σοφία  Διονυσοπούλου, γ’ έκδοση,Αθήνα 2009, εκδόσεις  Ολκός,

ISBN 978-960-8154-59-9.

Του ιδίου, Η νοσταλγία του απολύτου,

μετάφραση: Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2007,

ISBN 978-960-325-702-8

Διαβάζοντας τη «Σιωπή των βιβλίων» (εκδ. Ολκός) και τη «Νοσταλγία του Απολύτου» (εκδ. Άγρα) του G. Steiner, διαπίστωσα ιδίοις όμμασι για τι πνευματικό μέγεθος μιλάμε. Ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές της εποχής μας, ο Steiner δεν χαρίζεται σε κανέναν. Με περγαμηνές από τα πανεπιστήμια του Γέιλ, της Οξφόρδης, της Γενεύης και της Ν. Υόρκης αναλύει στη «Νοσταλγία του Απολύτου» τις θεολογικές ρίζες του μαρξισμού, του φροϋδισμού και της «δομικής ανθρωπολογίας» του Κ. Λεβί-Στρώς.

Έχοντας μελετήσει παλιότερα ένα από τα “πρωτόλεια” έργα του Marx είχα διαπιστώσει ορισμένες «θεολογικές» του αφετηρίες. Ο Steiner πάει παραπέρα. Βλέποντας κι αυτός ή καλύτερα «διαβάζοντας» την κατάπτωση της δυτικής μεταφυσικής, θεωρεί ότι οι προαναφερθείσες θεωρίες ουσιαστικά ήρθαν να καλύψουν το «κενό νοήματος», που άφησε η «πτώση» του χριστιανισμού και των θεσμοποιημένων θρησκειών γενικότερα.

Περαιτέρω διαβλέπει σ’ αυτές όλα τα δομικά θρησκευτικά στοιχεία: δημιουργία– πτώση- σωτηρία, φτάνοντας στο ν’ αποδείξει τελικά τις εβραϊκές ρίζες και των τριών. Μια τολμηρή ανατομία ακατάλληλη για ζηλωτές και φονταμενταλιστές. Απουσιάζει ωστόσο (ίσως να την αγνοεί) από τη σκέψη του Steiner η αναφορά στην ορθοδοξία και στη νοοτροπία της «καθ’ ημάς Ανατολής». Η «μειοψηφικότητά» της σε καμία περίπτωση δεν την καθιστά αμελητέα.

Ωστόσο, όπως και στους περισσότερους στοχαστές της Δύσης, αγνοείται προκλητικά η μαρτυρία της ορθόδοξης παράδοσης. Παρ’ όλα αυτά το μικρό αυτό βιβλίο του Steiner αποτελεί μια εξαιρετική κριτική σε συστήματα θεωρητικά, που σημάδεψαν τη Δύση και τη νοοτροπία της.

Η παρέκβαση του για τα «πράσινα ανθρωπάκια» είναι εξαιρετική: δείχνει ο συγγραφέας το μέγεθος του ανορθολογισμού στη Δύση, που εκφράζεται με την τεράστια απήχηση της αστρολογίας, του πνευματισμού, των θεωριών περί UFO κλπ. Η κριτική του είναι σκληρότατη: δεν μπορεί να καταλάβει πως παράλληλα με την εξέλιξη στην επιστήμη και την τεχνολογία εμφανίστηκε αυτό το απίστευτο κύμα ανορθολογισμού, γκουρουισμού και «οριενταλισμού», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει. Και πιο κάτω γράφει:

«Τα σατανιστικά σκουπίδια μας κατακλύζουν μέσα από βιβλία, περιοδικά, κινηματογραφικές ταινίες, συνεδρίες, ακόμα και μέσα από την πορνογραφία του φόνου, που ανθεί έπειτα από γεγονότα όπως οι δολοφονίες της αίρεσης του Manson. Ο ισχυρισμός ότι υφίστανται πράκτορες του κακού, τους οποίους πρέπει να κατευνάσουμε, εκμεταλλεύεται σκοπίμως τους φόβους και τη δυστυχία των ανθρώπων. Ας μην ξεχνάμε, ότι η μαγεία συνοδεύεται πάντα από εκβιασμό» (Η νοσταλγία του απολύτου, σελ.81)

Στη «Σιωπή των βιβλίων» ο Steiner είναι ακόμα τολμηρότερος. Προσπαθεί να προβεί σε μια οιονεί αποδόμηση της ανάγνωσης. Συγκρίνει προφορικότητα και γραπτό λόγο, αναγνωρίζοντας σε αρκετά σημεία την υπεροχή της προφορικότητας. Αναφέρεται επίσης στους ποικίλους φονταμενταλισμούς, τις απαγορεύσεις, τη λογοκρισία. Ένα δοκίμιο χρήσιμο σε κάθε ανήσυχο βιβλιόφιλο. Ας πάρουμε μια γεύση από τη σκέψη του:

Στις Ηνωμένες Πολιτείες η κλασική και σύγχρονη λογοτεχνία «καθαρίστηκαν» ή αποσύρθηκαν από τις δημόσιες και πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες υπό το παιδαριώδες και ταπεινωτικό πρόσχημα του «πολιτικώς ορθού» (Η σιωπή των βιβλίων, σελ.43).

3/5/2008

Γ. Μ. ΒΑΡΔΑΒΑΣ

Το μικρό αυτό σημείωμα αρχικά φιλοξενήθηκε στους Θεολόγους Κρήτης (18-7-2009).

Αναδημoσιεύθηκε με ελάχιστες προσθήκες στο ιστολόγιο «Αναγνώσεις» στις 24-1-2010.

Εσκιμώοι, Κινέζοι και νήπια στη χορεία των ορθόδοξων Αγίων

Δύο αξιόλογες μελέτες αγιολογικού και υμνολογικού περιεχομένου. Τα  βιβλία του Θ. Ι. Ρηγινιώτη “Σύγχρονοι Αγιοι” και “Αγια Νήπια”

Γράφει ο Γ.Μ.Βαρδαβάς

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησαν τα δυο καινούργια έργα του δραστήριου θεολόγου εκ Ρεθύμνης Θ.Ι. Ρηγινιώτη. Ο συγγραφέας ως γνωστόν ασχολείται με τον κρητικό στίχο, τη λαογραφία της Κρήτης και το εν γένει κρητικό ιδίωμα. Καρπός της μακροχρόνιας ενασχόλησής του με τα του κρητικού ιδιώματος είναι τα προηγούμενα έργα του “Ο παραμυθάς με το νταούλι” (Ρέθυμνο 1998) και “Τίβοτσι” (Ηράκλειο 2001). Τα καινούργια του έργα αφορούν τη Θεολογική επιστήμη, που εδώ και αρκετά χρόνια υπηρετεί.
Στο βιβλίο “Αγια Νήπια”, ο συγγραφέας εκδιπλώνει το πολύπλευρο ταλέντο του, που, εκτός από τη δημιουργία εξαιρετικών μαντινάδων, επεκτείνεται και στην υμνογραφία. Πρόκειται, όπως δηλώνει και ο υπότιτλος του βιβλίου, για “Παράκληση προς τα νήπια της Βηθλεέμ, τα θύματα της σφαγής των νηπίων”, υπό του Ηρώδου. Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη τους στις 29 Δεκεμβρίου. Στη σύντομη αλλά περιεκτική εισαγωγή του βιβλίου τίθεται το ιστορικό πλαίσιο αλλά και η θεολογική βάση των γεγονότων της σφαγής των νηπίων. Ο συγγραφέας προχωρά ακόμα περισσότερο αναφερόμενος στο πρόβλημα της θεοδικίας εξ ορθοδόξου απόψεως. Σωστά γνωστός πανεπιστημιακός έχει επισημάνει ότι “ο λόγος της Θεολογίας είναι η θεοδικία”. Ο συγγραφέας δεν χαρίζεται και θέτει το πρόβλημα στις σωστές διαστάσεις του: “Γιατί ο Θεός επέτρεψε τέτοια σφαγή; Το ερώτημα είναι ανάλογο με το γιατί ο Θεός, ο πανάγαθος και παντοδύναμος, επέτρεψε το Μεσαίωνα, την αποικιοκρατία ή τους παγκοσμίους πολέμους και επιτρέπει σήμερα την εξαθλίωση των φτωχών λαών…” (σελ. 5). Ακολούθως θέτει το πρόβλημα στις σωστές του διαστάσεις αναφερόμενος στη δικαιοσύνη του Θεού αλλά και στην ανθρώπινη ευθύνη. Παραλλήλως αναφέρεται και σε άλλες περιπτώσεις παιδομαρτύρων (Αγιος Κήρυκος, Αγία Πίστη κλπ). Η εισαγωγή κλείνει με μια σύντομη αναφορά στην ορθόδοξη υμνογραφία. Επεται ο παρακλητικός κανών απ’ όπου σταχυολογούμε ένα μικρό δείγμα:

Αγνών Νηπίων
το χρυσόπτερον σμήνος,
ώσπερ μελισσών
φωλευόντων εν βράχω,
τον ουρανόν εποίησε
κοιλάδα Φωτός, ταύτα
και ημείς υμνήσωμεν
και θερμώς μελωδήσωμεν,
ου φωνή κραυγάζοντες,
ίνα μη φοβηθώσι,
αλλ’ εν σεμνή πραεία
προσευχή, καθώς αρμόζει
εις άγια Νήπια.

Διάσωσον από κινδύνων
τους δούλους σου Θεοτόκε
των εν Βηθλεέμ σου
μαρτύρων κύκλω πετόντων
σοι και ίασαι ασθενείας
και πάθους

Εν τω παραδείσω, εις κήπον
χαράς, οι βλαστοί Κυρίου
εξήνθισαν.
Μητέρες δε μη κλαίετε
βρεφών υμών σφαγήν
ταύτα εν ταις νεφέλαις
υπ’ αγγέλων κρατούνται
νέκταρ αγιότητος
και της ζωής καρπούς
γευόμενα.
Εν μαιευτηρίω
των ουρανών άγγελοι
Κυρίου εγεννήθησαν
νεοσσοί εγγύς της ημέρας
των πρώτων
Χριστουγέννων και
της αθανασίας γάλα
εθήλασαν.

Στο μικρού σχήματος βιβλίο “Σύγχρονοι Αγιοι” ο συγγραφέας με συστηματικό τρόπο αναφέρεται σε αρκετές περιπτώσεις σύγχρονων Αγίων και οσίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Στα θετικά του βιβλίου συγκαταλέγεται και η πλούσια εικονογράφησή του. Στο εξώφυλλο υπάρχει η εικόνα των εν Κίνα μαρτυρησάντων κατά την επανάσταση των Μπόξερ (1900). Εκπλήσσεται κανείς με την οικουμενικότητα της Ορθοδοξίας. Μέχρι και στην Κίνα υπάρχει “νέφος μαρτύρων”, Αγίων που θυσιάστηκαν για το Χριστό. Μεγάλη έκπληξη περιμένει τον αναγνώστη και στο οπισθόφυλλο καθώς εκεί διαπιστώνει ότι στη χορεία των Αγίων της Εκκλησίας μας συγκαταλέγονται και Εσκιμώοι. Πρόκειται για τον Αγιο Πέτρο τον Εσκιμώο (της φυλής των Αλεούτων). Ο συγγραφέας αντί προλόγου παραθέτει το συναξάριο του (σελ. 7-8). Ακολουθεί μια εμπεριστατωμένη ανάλυση της ορθοδόξου σωτηριολογίας. Στο πλαίσιο αυτό αναλύονται οι έννοιες της ειρήνης και της αγιότητας.
Επεται η διαπραγμάτευση του κυρίως θέματος του βιβλίου, που αφορά στους Αγίους και Οσίους του εικοστού αιωνα. Μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται οι εν Κίνα μάρτυρες, ο Αγιος Ιωάννης της Κροστάνδης, ο Αγιος Νεκτάριος, ο Αγιος Νικόλαος Πλανάς, ο Αγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, ο Αγιος Σεραφείμ της Βίριτσα, ο γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης, ο Αγιος Λουκάς ο ιατρός, ο Αγιος Ιωάννης της Σανγκάης, ο γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος, ο γέροντας Ιάκωβος, ο γέροντας Πορφύριος, ο γέροντας Παϊσιος κ.π.α.
Στο βιβλίο υπάρχει και αξιόλογο υμνογραφικό παράρτημα ανθολογημένο από διάφορες πηγές. Αξίζει να αναφερθεί και η ύπαρξη ευσύνοπτου χρονολογικού και γεωγραφικού πίνακα στο τέλος της μελέτης. Παραθέτουμε από το υμνογραφικό παράρτημα τα απολυτίκια του Αγίου Πέτρου του Εσκιμώου και των εν Κίνα μαρτυρησάντων:

Σε τον ήρωα
εν τοις βασάνοις
και αθλήσαντα φρικτώς
εν πάγοις
Νεομάρτυρα Πέτρον
τιμήσωμεν
των Αλεούτων ελπίδα
και καύχημα
και των εν δούλοις λαών
εγκαλλώπισμα
Μάρτυς ένδοξε, τον πάντων
Θεόν ικέτευε
Το έαρ εισελθείν εν ταις
ψυχαίς ημών.

Εκ των ηπείρων του κόσμου
συναχθέντες πάντες εις Κίναν
οι φιλόθεοι στραφώμεν
των Κινέζων μαρτύρων
εορτήν ποιούντες
Αυτοί γαρ ζωήν εδώρισαν
τω Χριστώ αγρίως
αναιρεθέντες ώσπερ αμνοί
και οικούντες παράδεισον
λαούς φρουρούσι της γης
αεί Θεώ πρεσβεύοντες
δι’ ειρήνην παγκόσμιον.

Καταλήγοντας θα λέγαμε ότι τα ανωτέρω έργα αποτελούν μια χρήσιμη προσθήκη στην αγιολογική και υμνολογική βιβλιογραφία.

Πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ», αρ.φυλ. 17636,

Ηράκλειο 12/10/2005, σελ.14.

Το λίνκ του άρθρου είναι:

http://www.patris.gr/articles/70916

«Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ» : ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΔ. Ι. ΖΙΑΚΑ

b137783

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Αρμός» το νέο βιβλίο του Θ. Ι. Ζιάκα με τίτλο «Ο σύγχρονος μηδενισμός». Ο συγγραφέας, γνωστός για τη βαθύτατη -εξαντλητική σχεδόν – ανάλυση της προβληματικής που τον απασχολεί, επανέρχεται με ένα πολύ «επίκαιρο» θέμα. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το συγγραφέα δεν τον ενδιαφέρει να γίνει «αρεστός». Μακριά από τις απαιτήσεις και τα προτάγματα της νεωτερικής «Βουλγάτας», ο συγγραφέας προβαίνει σε μια αντικειμενική επισκόπηση του θέματος.

Τον Θ. Ι. Ζιάκα απασχολεί το ζήτημα του μεταμοντέρνου μηδενισμού, που δεν έχει καμία σχέση με το γνωστό μας βιταλιστικό ή μοντέρνο μηδενισμό: «καθώς αξία γι’ αυτόν είναι η αποδόμηση των αξιών, ο μεταμοντερνισμός αναδεικνύεται στον κατ’ εξοχήν μηδενισμό» (σελ. 36).
Αυτή η απαξίωση των αξιών γίνεται στο όνομα της ισχύος και της δυνάμεως του χρήματος: «Μόνο στη δική μας εποχή η απαξίωση των αξιών έχει αποκτήσει την περιωπή αυτονόητης υπέρτατης αξίας. Μόνο σήμερα αντιμετωπίζουμε σαν γραφικά απολιθώματα όσους εκφράζουν την πίστη τους σε υπερατομικές αξίες. Ποτέ άλλοτε το Χρήμα δεν είχε τόσο ριζικά υποκαταστήσει το Άγιο Πνεύμα στο πλαίσιο του “χριστιανικού πολιτισμού”. Αν η πίστη σε υπερατομικές αξίες, ως αναγκαίες για την κοινωνική ευρυθμία και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του καθενός, συναντά σήμερα μια τόσο χαρακτηριστική δυσανεξία, είναι γιατί η σχετικιστική ουσία του μηδενισμού έχει καταστεί μαζική κουλτούρα» (σελ. 17). Ενισχύεται δε από το νεωτερικό πρόταγμα της θεοποίησης της επιστήμης και της τεχνικής: «Μιλάμε για έναν κόσμο όπου αληθές είναι μόνο το επιστημονικώς αληθές, δηλ. το πειραματικώς επαληθεύσιμο, γεγονός που εντάσσει την επιστήμη στη σφαίρα της τεχνικής. Η τεχνική γίνεται έτσι το κριτήριο της αλήθειας και τίθεται πέραν κάθε ηθικής και πολιτικής απόφανσης (…).Έχει γίνει μια θρησκεία, η οποία δεν δέχεται να την κρίνει κανείς» (σελ. 30).

Τα κύρια σημεία του μεταμοντέρνου μηδενισμού εστιάζονται: α) στην απουσία ταυτότητας, β) στην εκμηδένιση της ελευθερίας του προσώπου και στην αντικατάσταση της από τη συστημική απροσωπία. Το διακύβευμα είναι σαφώς η ατομική ελευθερία. Γι’ αυτό ο συγγραφέας τοποθετεί ως υπότιτλο στο έργο του το «Μικρή αφήγηση για τη μοίρα της ελευθερίας». Αναλύοντας την «απουσία ταυτότητας» ο Ζιάκας οδηγείται στην αναζήτηση του ελληνικού ορισμού της πολιτισμικής ταυτότητας και στη θρησκειολογική ιδιαιτερότητα του χριστιανισμού, που δεν είναι «θρησκεία», αλλά «θεραπεία»: «Όλοι οι μύθοι και όλες οι θρησκείες ενοχοποιούν το θύμα (…) Το Ευαγγέλιο όμως, όπως και η Εβραϊκή Βίβλος, αποκαλύπτουν την αθωότητα του θύματος (…) Χάρη στο κρίσιμο αυτό γεγονός, το οποίο είναι και ο μόνος που ξεσκεπάζει με τρόπο ριζικό, συνειδητό και σκόπιμο, ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία στην κυριολεξία, γιατί αποκαλύπτει το καλά κρυμμένο μυστικό κάθε θρησκείας και συνεπώς κάθε πολιτισμού: το μηχανισμό του αποδιοπομπαίου τράγου. Και αναγορεύει την έγνοια για τα θύματα σε υπέρτατη αξία. Αν η θυσιαστική θεωρία συλλαμβάνει πράγματι την αλήθεια, τότε ορθώς έχει ειπωθεί ότι η θρησκεία είναι αρρώστια και ο χριστιανισμός η θεραπεία της» (σελ. 84).
Ο Ζιάκας προχωρά με ένα «θεώρημα» και ένα «πόρισμα» στην αναζήτηση των «τελεστών» της ταυτότητας και της σχέσης τους με το μηδενισμό: «Θεώρημα: Οι έννοιες πρότυπο, πίστη, μίμηση και παράδοση είναι οι τελεστές της ταυτότητας. Χωρίς αυτούς δεν νοείται ταυτότητα. Πόρισμα: Όταν η αυτοκατανόηση μας απορρίπτει κάθε πρότυπο, πίστη μίμηση και παράδοση, έχουμε προθετικό μηδενισμό. Ενώ, όταν η τετραπλή αυτή άρνηση είναι και πράξη, τότε έχουμε εμπράγματο μηδενισμό» (σελ. 89). Ακολούθως ασχολείται με την «ελληνική» απάντηση.
Η διαφορά στη σκέψη του Ζιάκα -σε σχέση με άλλους στοχαστές- είναι ότι εντάσσει ισότιμα στην ελληνική σκέψη και την προσωποκεντρική οντολογία. Αυτό τον οδηγεί σε αναλυτική διαπραγμάτευση του νηπτικού παραδείγματος: “το «ουδείς αναμάρτητος» προκύπτει πριν απ’ όλα απ’ το «ουδείς α-παθής»” (σελ. 102). Κι αλλού : “Τα πάθη είναι ένας όχλος αυτόνομων (κακομαθημένων) μικρών ή μεγάλων «εγώ»” (σελ. 91). Βαθύς γνώστης της νηπτικής παράδοσης, ο Ζιάκας αναλύει και την τρίβαθμη κλίμακα (μισθωτού – δούλου – φίλου) ως αναβαθμούς ανθρωπολογικής εξέλιξης και ανάπτυξης της θεοείδειας του ανθρώπου (βλ. αναλυτικά, σελ. 121 κ. επ.). Αν αντιπαραβάλουμε στα ανωτέρω την πρόταξη του «αυτοειδώλου» (νοούμενου ως αποθέωσης του α-τόμου) εκ μέρους της νεωτερικής σκέψης οδηγούμαστε στη συστημική απροσωπία: «Η τήρηση της αυτοαναφορικής εντολής, να είσαι ο εκάστοτε εαυτός/πάθος, είναι επαρκής συνθήκη (αναγκαία και ικανή), για την ομαλή αναπαραγωγή στο μαζικό επίπεδο, στο επίπεδο του Καταναλωτή των υπερκειμένων συστημάτων» (σελ. 105). Με αυτά τα δεδομένα ο Ζιάκας φτάνει να ορίσει την ταυτότητα ως «μηχανισμό ρύθμισης των παθών» (σελ. 92) και ως οδοδείκτη της ελευθερίας: «…επειδή εσωτερική αναρχία σημαίνει εξωτερική δουλεία (κατά την ελληνική παράδοση πάντα), η ταυτότητα, ως σύστημα ρύθμισης των παθών, αποτελεί προϋπόθεση για την αληθινή ανάδυση μας στο επίπεδο της «θεοείδειας», δηλαδή στο επίπεδο της ελευθερίας» (σελ. 93).
Συνεχίζοντας την ανάλυση του ελληνικού παραδείγματος αναφέρεται στην «ελληνική παγκοσμιοποίηση»: τη μετάβαση από την πόλη-κράτος στην Οικουμένη (σελ. 169 κ.ε.). Ο συγγραφέας αναφέρεται στα κοινά και τα «ίδια» του ελληνικού και του νεωτερικού παραδείγματος. Αναπόφευκτα οδηγείται στην καταγραφή των εκδοχών της ελληνικής αυτοκατανόησης και στους λόγους που έχουν καταστήσει τον εθνομηδενισμό καθολικό φαινόμενο με κύριο επιφαινόμενο τον «ιστορικό αναθεωρητισμό» (βλ. σελ. 160 κ.ε.). Ο Ζιάκας στο σημείο αυτό υιοθετεί την προβληματική του Γ. Κοντογιώργη, όπως έχει καταγραφεί στα έργα «Το ελληνικό κοσμοσύστημα» και «Η δημοκρατία ως ελευθερία». Για τον Ζιάκα «αν μπορούσαμε να παραλληλίσουμε τις πολεοκρατικές συνιστώσες των παλαιών αυτών μορφών Οικουμένης με τις εθνοκρατικές συνιστώσες της σημερινής νεωτερικής Οικουμένης, θα είχαμε ήδη τη βάση ενός χρήσιμου ιστοριογνωστικού αναθεωρητισμού, ικανού να προταθεί ως γόνιμη αντίθεση στον κυρίαρχο εθνομηδενιστικό αναθεωρητισμό» (σελ. 164-165). Απορρίπτοντας τους νεωτερικούς μαξιμαλισμούς περί «σκοταδιστικού» Βυζαντίου ο Ζιάκας εξηγεί για ποιο λόγο έγιναν οι Έλληνες χριστιανοί (σελ. 193 κ.ε.). Οδηγείται έτσι στις βασικές αρχές της προσωποκεντρικής οντολογίας αναφερόμενος στον Ησυχασμό, τη Φιλοκαλία και τη θεολογία των άκτιστων ενεργειών. Δεν του ξεφεύγει ούτε η βυζαντινή φιλανθρωπία, που από πολλούς σκόπιμα αποκρύπτεται ή τουλάχιστον παραθεωρείται. Αναφέρεται διεξοδικά στη σημασία που είχε για το βυζαντινό ο «ξένος» (με αφορμή το «Δος μοι τούτον τον ξένον…» του Γ. Ακροπολίτη): «Ο φιλοκαλικός άνθρωπος δεν είναι “προϊόν” της τύχης και της ανάγκης. Είναι αποτέλεσμα ελεύθερα επιλεγμένης και ένσαρκης μετοχής στην υπερσυμπαντική Κοινότητα των Ξένων» (σελ. 199).
Για τον Ζιάκα το ελληνικό ανθρωποκεντρικό κεκτημένο φτάνοντας στα πρόθυρα της ολοσχερούς εξαφάνισης του χρειάστηκε «μια βαθειά μετάλλαξη στο ανθρωπολογικό πεδίο, μια μεταφυσική επανάσταση», μια μετάβαση άμεσα ορατή «από το Άτομο στο Πρόσωπο» (σελ.196). Μήπως κάτι ανάλογο είναι αναγκαίο και στους μηδενιστικούς καιρούς μας; Ο συγγραφέας φαίνεται να το υιοθετεί: “Ο μηδενισμός μεταβάλλεται έτσι σε πανδημική ψυχοπαθολογία στον σύγχρονο κόσμο. Είναι ασθένεια κοινωνική. Ασθένεια του πολιτισμού, η οποία δεν επιδέχεται θεσμική αντιμετώπιση, Η θεραπεία της εξαρτάται πλέον από την αλλαγή των θεσμών αλλά από την αλλαγή των ψυχών: από μία μεταφυσική επανάσταση/μεταστροφή”.
Στο πλαίσιο ενός σύντομου σημειώματος δεν είναι δυνατόν να παρουσιαστεί ολόκληρη η προβληματική του σημαντικού αυτού βιβλίου. Θα κλείσουμε με μια καίρια επισήμανση του συγγραφέα, που αφορά στο νεωτερικό δόγμα περί καταστροφής της αρχαίας ελληνικής θρησκείας εκ μέρους των χριστιανών, δόγμα που τελείως επιδερμικά έχουν υιοθετήσει και πολλοί νεοπαγανιστές των καιρών μας. Ο συγγραφέας με πειστικά επιχειρήματα αποδεικνύει τη «μυθικότητα» αυτών των αιτιάσεων τονίζοντας ότι πίσω τους κρύβονται πολλές «συγκαλύψεις»:
1. Οι αρχαίοι θεοί είχαν πεθάνει πριν την εμφάνιση του χριστιανισμού. Ο Ζιάκας αναφέρεται στην περίπτωση του Δημητρίου του Πολιορκητή (337-283 π.Χ.): οι Αθηναίοι του παραχώρησαν τον Παρθενώνα και τον ανυμνούσαν σαν αληθινό θεό! (σελ.190).
2. Ο Πλούταρχος θα ομολογήσει «Πάν ο μέγας τέθνηκεν», ενώ και ο Παυσανίας τον β΄ αιώνα θα αναφερθεί στην εγκατάλειψη των ναών της αρχαίας θρησκείας (σελ. 191, υποσημ. 29).
3. Ο χριστιανισμός είχε ουσιαστικά επικρατήσει, παρά τους διωγμούς, πριν να γίνει επίσημη θρησκεία από το Μ. Θεοδόσιο και πριν εξοστρακιστούν τα άλλα θρησκεύματα με το διάταγμα του 392. Ακόμα και ο… Φ. Ένγκελς ειρωνικά παρατηρεί ότι ο διωγμός του Διοκλητιανού ήταν τόσο αποτελεσματικός, ώστε μετά από 17 χρόνια «ο στρατός ήταν σχεδόν καθ’ ολοκληρίαν χριστιανικός!» (εισαγωγή του Ένγκελς στο έργο του Μαρξ «Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία», βλ. υποσημ. 30, σελ. 191-192).

Σε κάθε περίπτωση «Ο σύγχρονος μηδενισμός» είναι το καλύτερο αντίδοτο για όσους έχουν «μπουχτίσει» από τα δόγματα του νεωτερικού μαξιμαλισμού και τις φιοριτούρες της μεταπρατικής διανόησης.

5/1/2009

Πρώτη δημοσίευση στην ιστοσελίδα «Θεολόγοι Κρήτης«, 14-1-2009.

Αναδημοσίευση στο www.antifono.gr , 3-4-2009 και στο www.antibaro.gr, 16-4-2009 .

Παναθηναϊκός και Αριστερά (λίγα λόγια για το νέο βιβλίο του Χριστόφορου Κάσδαγλη)

Χριστόφορος Κάσδαγλης, Το γαμώτο ενός Παναθηναϊκού,

εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2010, ΙSBN: 978-960-03-5103-3.

Στο οπισθόφυλλο του νέου βιβλίου του Χριστόφορου Κάσδαγλη Το γαμώτο ενός Παναθηναϊκού (που ο ίδιος το ονομάζει “αθλητικό αυτοβιογραφικό θρίλερ”) διαβάζουμε (οι επισημάνσεις δικές μας) τα εξής:

Είμαι ένας παναθηναϊκός που δεν του φτάνει να είναι παναθηναϊκός – θέλει να είναι με πολιτικά ορθό τρόπο. Είμαι ένας βάζελος που δεν του φτάνει να μισεί τον Ολυμπιακό – απαιτεί από τον εαυτό του να τον μισεί για τους σωστούς ιδεολογικά λόγους. Είμαι ένας τρελαμένος οπαδός που ελπίζει στη νίκη μέχρι να ακουστεί το σφύριγμα της λήξης ή να ηχήσει η σειρήνα της γραμματείας. Είμαι ένας παναθηναϊκός που δεν τον πειράζει η ομάδα να χάνει πού και πού, αρκεί να παίζει ωραία μπάλα μέσα στο γήπεδο· που δεν τον νοιάζει να φάει και δύο και τρία γκολάκια, αρκεί να βάλει και μερικά – κι αν αυτά που βάζει είναι κατά κανόνα περισσότερα απ’ όσα δέχεται, ακόμα καλύτερα. Εντάξει, έχω ψηλώσει καμιά δεκαριά πόντους επειδή πήραμε –έπειτα από τόσα χρόνια– το Πρωτάθλημα, αλλά κατά βάθος δεν ψήνομαι από κάτι τέτοια. Όχι, όσο η αιώνια αντίφαση ανάμεσα στον λαϊκό χαρακτήρα της ομάδας και στην ολιγαρχική ιδιοκτησία της από εκπροσώπους του μεγάλου κεφαλαίου εξακολουθεί να υφίσταται. Είμαι ένας βάζελος που δεν τον πολυνοιάζει επειδή η ομάδα έκανε τόσα χρόνια να το σηκώσει, αρκεί που είναι πράσινη, που πάει καλά στην Ευρώπη (ε, που έχει και το μπάσκετ για να ρεφάρει). Αν είχε και μια διοίκηση της προκοπής, αν η ενδεκάδα ξεκίναγε πάντα από τον Σωτήρη Νίνη, αν η Ακαδημία Ποδοσφαίρου ξανάρχιζε να βγάζει ταλέντα όπως παλιά, τότε η ζωή θα έτεινε προς την τελειότητα.

(απόσπασμα από το κεφ. 7 του προαναφερθέντος βιβλίου : “Οι πηγές μου, οι εμμονές μου”, σελ. 44-45). Το απόσπασμα υπάρχει στο ιστολόγιο του συγγραφέα:

http://xek2.wordpress.com/2010/05/18/to-vivlio.

Αφού επισημάνουμε ότι το βιβλίο είναι ακατάλληλο για Ολυμπιακούς, προχωράμε σε μια μικρή παρουσίαση του.

Το βιβλίο δείχνει με ενάργεια πως μπορεί να έχουν άμεση σχέση το ποδόσφαιρο, η πολιτική, ο κοινωνικός στίβος. Μερικά από τα ερωτήματα που βρίσκουν, κατά την άποψη μας, απάντηση στο βιβλίο του Χρ. Κάσδαγλη είναι τα ακόλουθα:

  • Μπορεί κάποιος να είναι αριστερός και Παναθηναϊκός;
  • Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο φίλαθλο και στον οπαδό;
  • Ποιοί ήταν οι ριψάσπιδες στην ιστορική νίκη του ΠΑΟ επί της Ρόμα;
  • Πως συμβιβάζεται ο λαϊκός χαρακτήρας της ομάδας με την ολιγαρχική ιδιοκτησία;
  • Είναι έρωτας αυτό που νιώθει κανείς για την αγαπημένη του ομάδα (για τον ΠΑΟ εν προκειμένω);
  • Ποιο είναι το “καλύτερο” τριφύλλι;
  • Ποιά είναι η ιδανικότερη ενδεκάδα στην ιστορία του ΠΑΟ;
  • Γιατί είναι “επικίνδυνα” στη Θύρα 13;
  • Είναι το ποδόσφαιρο το σύγχρονο “όπιο του λαού”;
  • Γιατί υπάρχει βία στα γήπεδα;
  • Τι σημαίνει για έναν Παναθηναϊκό να είναι μέσα στο Χάιμπουρι στο ιστορικό 1-1 με την πανίσχυρη Άρσεναλ;
  • Γιατί στο “μάτς” πολιτικές-αθλητικές εφημερίδες το αποτέλεσμα είναι πάντοτε “διπλό”;
  • Γιατί ο ΠΑΟ, όπως και ο Συνασπισμός, αποδίδουν καλύτερα στην Ευρώπη;
  • Είναι οπορτουνισμός η αλλαγή προπονητή στη μέση της σαιζόν;
  • Γιατί εμείς έχουμε Νίνη κι εκείνοι Μήτρογλου;
  • Μαραντόνα ή Πελέ;
  • Γιατί ο Αντωνιάδης εκτελώντας πέναλτι έστειλε επιδεικτικά τη μπάλα άουτ στο φιλικό με τη Χέρτα;
  • Γιατί δεν ζηλεύω τους Ολυμπιακούς;
  • Γιατί πήγε χαμένη η επέτειος των 100 χρόνων του ΠΑΟ;
  • Γιατί ο Ομπράντοβιτς στέκει υπεράνω κριτικής;

Συνελόντι ειπείν, ο Κάσδαγλης δίνει την καλύτερη απάντηση σε όσους “ελιτιστές” αποδομούν την αξία του ποδοσφαίρου για το κοινωνικό γίγνεσθαι. Ένα βιβλίο, που κάθε Παναθηναϊκός που σέβεται τον εαυτό του θα πρέπει να διαβάσει.

7 Ιουνίου 2010

Γ. Μ. Βαρδαβάς

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «Αναγνώσεις«, 7-6-2010

Αρέσει σε %d bloggers: