ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

Του Γ.Μ.Βαρδαβά

«Γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς»

(Ιω. 8,32)

Συχνά ακούμε να επαναλαμβάνεται από διάφορες πλευρές το  ρηθέν υπό του Κ. Μαρξ ότι η «θρησκεία είναι  το όπιον του λαού». Ισχύει μια τέτοια θέση για το χριστιανισμό ή τον αδικεί κατάφορα;

Βλέποντας το θέμα από καθαρά φαινομενολογική σκοπιά παρατηρούμε ότι ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία αλλά Εκκλησία. Κέντρο του είναι η ιστορία και όχι η φύση, η εσχατολογία και όχι η κοσμολογία. Ο Μιρτσέα Ελιάντε, που πρώτος υπογράμμισε αυτή τη θρησκειολογική ιδιαιτερότητα του χριστιανισμού επισημαίνει: «Η Ιστορία αποκαλύπτεται ως μια νέα διάσταση του Θεού εντός του κόσμου…Ο σύγχρονος χριστιανός που μετέχει στο λειτουργικό χρόνο, συνάπτεται με το illud tempus («τω καιρώ εκείνω») όπου έζησε, μαρτύρησε και αναστήθηκε ο Ιησούς, όμως δεν πρόκειται για κάποιο μυθικό χρόνο…».(Βλ. Μ. Μπέγζου, Δοκίμια φιλοσοφίας της θρησκείας, Αθήνα 1991, σελ.80 και 303).

Έργο της εκκλησίας είναι η πραγμάτωση της Βασιλείας του Θεού, που δεν είναι μια ουτοπική σύλληψη αλλά το «τέλος», ο τελικός σκοπός της. Η καίρια τομή στο χρόνο ως αποτέλεσμα της ελεύσεως του Χριστού (λέμε προ Χριστού  και μετά Χριστόν) συνάπτεται με την εσχατολογική προοπτική. Ο Χριστός με την επίγεια παρουσία του εγκαινίασε ένα καινούργιο κόσμο με ριζοσπαστικές αρχές. Σκοπός του δεν ήταν να καταδυναστεύσει το ανθρώπινο πρόσωπο, ούτε να καταργήσει την ελευθερία της συνείδησης. Γι’ αυτό εξάλλου κήρυξε το «ει τις  θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Ματθαίου 16,24).Ο χριστιανισμός ακολουθών τον Ιδρυτή Του έδωσε έμφαση στην αγάπη και την ελευθερία. Η αγάπη, που κήρυξε ο Κύριος δεν ήταν τυπικού χαρακτήρα, ούτε ένα αίσθημα, που αφορά απλά τον πλησίον ή τα προσφιλή πρόσωπα αλλά επεκτείνεται-και εδώ είναι το ρηξικέλευθο και το ριζοσπαστικό- και στον εχθρό:

«Ηκούσατε ότι ερρέθη, αγαπήσεις τον πλησίον σου και μισήσεις τον εχθρόν σου. Εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και διωκόντων ημάς, όπως γένησθε υιοί του πατρός υμών του εν ουρανοίς» (Ματθαίου 5,44-45). Η νέα αυτή εντολή του Χριστού συγκεφαλαιώνει και υπερβαίνει το Νόμο και τους Προφήτες: «εντολήν καινήν δίδωμι  ,ίνα αγαπάτε αλλήλους» (Ιω.13,34).

Συχνά ο πολύς κόσμος νομίζει ότι ο χριστιανός θα πρέπει να είναι ένας «μαζεμένος», πράος, ήρεμος (ίσως και δειλός;) άνθρωπος, χωρίς δυναμική. Αυτή η άποψη είναι προφανώς εσφαλμένη. Το επιβεβαιώνει και ο Παύλος που στην Β’ επιστολή προς Τιμόθεον τονίζει: «ου γαρ έδωκεν ημίν ο Θεός πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως και αγάπης» (Β’ Τιμοθ. 1,7).

Ο χριστιανός δεν είναι ένας άνθρωπος με «κοιμισμένη» συνείδηση. Το ενδιαφέρον του από σωτηριολογική άποψη δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στον εαυτό  του, αλλά να επεκτείνεται και στον πλησίον του. Ωστόσο δεν θα πρέπει να αποστασιοποιείται ούτε από τα κοινωνικά προβλήματα. Μπορεί η βιοτική μέριμνα να μην τον αφήνει να είναι -όσο θα έπρεπε -ευαισθητοποιημένος κοινωνικά, οφείλει ωστόσο να μην είναι και «κοιμισμένος». Αυτό εξάλλου εννοούσε και ο Κύριος με το «μη μεριμνάτε» (Ματθαίου 6,25), που βέβαια δεν ερμηνεύεται κατά γράμμα, αλλά δίνει την προοπτική της αγωνιστικότητας για τη σωτηρία.

Η προοπτική όμως αυτή συνάπτεται με το ενδιαφέρον για το συνάνθρωπο, όπως προκύπτει από την παραβολή της Τελικής Κρίσεως: «Κύριε πότε σε είδομεν πεινώντα και εθρέψαμεν, ή διψώντα και εποτίσαμεν; Πότε σε είδομεν ξένον και συνηγάγομεν, ή γυμνόν και περιεβάλομεν; Πότε δε σε είδομεν ασθενή ή εν φυλακή και ήλθομεν προς σε; Και αποκριθείς ο βασιλεύς ερεί αυτοίς αμήν λέγω υμίν, εφ’ όσον εποιήσατε ενι τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» (Ματθ.25,37-40).

Η κοινωνική αδιαφορία, η έλλειψη ευαισθησίας για τον πλησίον  δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση γνωρίσματα του αυθεντικού χριστιανού. Εκτός πλέον κι αν ο καθένας μας διαμορφώνει ένα επιμέρους «χριστιανισμό», που τον «βολεύει», ένα χριστιανισμό με άλλα λόγια «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» μας, ήτοι στα μέτρα μας. Αυτή  η αποδοχή είναι παραλλήλως το μεγαλύτερο διακύβευμα για το σύγχρονο χριστιανισμό.

Θεωρούμενος  όμως  υπό αυτή την οπτική γωνία ο χριστιανισμός εκπίπτει σε ατομικιστικό «ιδεολόγημα», μηχανιστικό θέσφατο, σχολαστική δεοντολογία.. Είναι ένα «κτήμα» που κάποιοι κληρονόμησαν χωρίς δυστυχώς να γνωρίζουν την ουσία του και χωρίς να δείχνουν τη διάθεση να ξεκαθαρίσουν τις  αλήθειες του. Δεν θα ήταν υπερβολή αν με βάση τα παραπάνω χαρακτηρίζαμε την κοινωνία μας «μεταχριστιανική». Κύρια χαρακτηριστικά της είναι η ατομική ευαισθησία και η κοινωνική αναισθησία, ο «ωχαδερφισμός» και η επιβράβευση της ήσσονος προσπάθειας, η επίκληση του θείου μόνο όταν ο πιστός έχει την ανάγκη της μεσιτείας του. Κοντολογίς πρόκειται για έκπτωση σε θρησκειοποίηση, που δικαίως έχει χαρακτηριστεί ως «χριστιανική ειδωλολατρία» (βλ. Μ. Μπέγζου, ο .π., σελ.85).

Το «καινόν» όμως και όχι το «κενόν» της θείας ενσαρκώσεως και διδασκαλίας συνίσταται στο τρίπτυχο: ελευθερία- αγάπη- ισότητα. Αυτό είναι το ιδανικό του «καινού ανθρώπου» που ευαγγελίζεται ο Παύλος: «αποθέσθαι …τον παλαιόν άνθρωπον…και ενδύσασθαι τον καινόν άνθρωπον» (Εφ.4,22-24).Ο Ιωάννης συμπληρώνει: «Εάν ουν ο Υιός υμάς ελευθερώσει, όντως ελεύθεροι έσεσθε» (Ιω.8,36). Νέα διάσταση αποκτούν και οι σχέσεις των ανθρώπων, που τις διέπει η ισότητα: «ουκ ενι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, , ουκ ενι δούλος ή ελεύθερος ,ουκ ενι αρσεν και θήλυ πάντες γαρ υμείς εις εστε εν Χριστώ Ιησού»(Γαλ.3,28). Αξεπέραστη αρχή στις διαπροσωπικές σχέσεις είναι το «καθώς θέλετε ίνα ποιώσι υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» (Λουκ.6,31).

Αλλά και  η πατερική σκέψη είναι αγωνιστική και δυναμική. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος θα επισημάνει χωρίς περιστροφές ότι οι νόμοι είναι κατά των γυναικών διότι νομοθετούν άνδρες. Αλλά και ο Χρυσόστομος ομιλών για τους άρχοντες θα πει ότι είναι «εαυτών άρχοντες». Γνωστές είναι οι θέσεις των Πατέρων για τον πλούτο, τη φτώχια και για την κοινωνική αδικία.  Τι πιο ριζοσπαστικό από το χρυσοστομικό «όπου γαρ το εμον και το σον εκεί πάσα μάχης ιδέα και φιλονικίας υπόθεσις»;

Στο σημείο αυτό θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει: «Για ποιο λόγο να δεχτώ την αλήθεια του χριστιανισμού ως τη μόνη αλήθεια; Γιατί να μην προσπαθήσω να την ανακαλύψω χωρίς “πατερναλισμούς”;». Η απορία αυτή που είναι βαθιά υπαρξιακή έχει να κάνει με τη διάθεση της αναζήτησης ενός εκάστου της δικής του «αλήθειας».

Σκοπός μας εδώ δεν ήταν να «αποδείξουμε» τη μοναδικότητα της χριστιανικής Αλήθειας (γεγονός αυτονόητο για τους χριστιανούς, αφού ο Χριστός είπε: «εγώ ειμι η Οδός και ηΑλήθεια και η Ζωή», Ιω.14,6) , αλλά να αναδείξουμε το δυναμικό και απελευθερωτικό χαρακτήρα της.  Εξάλλου σε θέματα πίστης, που είναι κατά το Μέγα Βασίλειο «υπέρ τας λογικάς μεθόδους», δεν υπεισέρχεται απόδειξη. Αν και το θέμα είναι ακανθώδες μια απάντηση-ίσως την πιο αυθεντική από χριστιανικής πλευράς-θα τολμούσαμε να πούμε ότι δίνει ο Σωφρόνιος του Έσσεξ:

« Η επιστήμη και η φιλοσοφία θέτουν στον εαυτό τους το ερώτημα: ΤΙ είναι αλήθεια;

Αντίθετα η γνήσια χριστιανική συνείδηση πάντοτε στρέφεται προς την αλήθεια ρωτώντας ΤΙΣ.(…)

Κατά παράδοξο τρόπο δεν αντιλαμβάνονται τον αφηρημένο χαρακτήρα του ΤΙ τους. Δεν αντιλαμβάνονται ότι η Αλήθεια η συγκεκριμένη, η απόλυτη, μπορεί να είναι μόνο ΤΙΣ».

(«Ο Άγιος Σιλουανός»,σελ.135 κ.ε.)

Στον αντίποδα μια  φιλοσοφική-ανθρωποκεντρική απάντηση θα μπορούσε να είναι τα παρακάτω λόγια του καθηγητή Δ. Λιαντίνη:

«Γιατί η διαφορά η τρομερή εστάθηκε ότι οι ποιητές,

που μοιάζαν την αλήθεια, είπανε ψέματα.

Εγώ όμως που μοιάζει με τα ψέματα,

έζησα την αλήθεια»

(«Γκέμμα»,σελ.255)

Ο Χριστιανισμός εν κατακλείδι είναι δυναμικός, διδάσκει την ελευθερία και την αγάπη. Πρόκειται για αρχές ρηξικέλευθες αιώνια επίκαιρες και σταθερές, που δεν έχουν καμία σχέση με «όπια»,«υπνώσεις» συνειδήσεων και τα τοιαύτα.

Αυτό εξάλλου καταφαίνεται από το γεγονός ότι το χριστιανικό μήνυμα μένει ζωντανό σε κάθε εποχή σε  αντίθεση με τις «κοσμικές» ιδεολογίες, που έρχονται και παρέρχονται.

Μόλις που χρειάζεται να αναφέρουμε ότι η εν λόγω ρήση του Μάρξ έχει άμεση σχέση με την κατάπτωση της δυτικής μεταφυσικής, που ο ίδιος, ως γνήσιο τέκνο της Δύσης, βίωσε.

Εν κατακλείδι: Το «καὶ εἶχον ἅπαντα κοινά» (Πρ.2, 44) στη Vulgata αποδίδεται » et habebant omnia communia«.

2006

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

«Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι προσκυνήσωμεν Άγιον Κύριον Ιησούν τον μόνον αναμάρτητον.Τον Σταυρόν σου Χριστέ προσκυνούμεν, και την Αγίαν σου Ανάστασιν, υμνούμεν και δοξάζομεν· συ γαρ ει Θεός ημών, εκτός σου άλλον ουκ οίδαμεν, το όνομά σου ονομάζομεν. Δεύτε πάντες οι πιστοί προσκυνήσωμεν την του Χριστού αγίαν Ανάστασιν·ιδού γαρ ήλθε διά του Σταυρού, χαρά εν όλω τω κόσμω. Διά παντός ευλογούντες τον Κύριον, υμνούμεν την Ανάστασιν αυτού. Σταυρόν γαρ υπομείνας δι ημάς, θανάτω θάνατον ώλεσεν».

Η προσευχή  (ή αν θέλετε  η πρόκληση) αυτή εμφαίνει τη σημασία που αποδίδει η ορθόδοξη εκκλησία στο γεγονός της «εν Χριστώ» Αναστάσεως. Πρόκειται για το κατεξοχήν ιστορικό και εσχατολογικό γεγονός. Το «καινόν», η «καινή κτίσις» (Γαλ.6,15) συμπορεύονται με την εσχατολογική ελπίδα και χαρά.

Ο αείμνηστος καθηγητής Π. Ι. Μπρατσιώτης επισημαίνει ότι στην ορθόδοξη εκκλησία «η Ανάσταση του Κυρίου κατέχει…την μάλιστα  κεντρική και θεμελιώδη θέσιν εν όλη τη θρησκευτική ζωή αυτής»[1]. Για  να κατανοήσουμε την σημασία της Αναστάσεως θα πρέπει πρωτίστως να τη συνδέσουμε με αυτό καθ’αυτό το γεγονός της Ανάστασης. Αυτή η θέση είναι θεμελιακή. Σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσαμε να αντικειμενικοποιήσουμε το σημαντικότερο γεγονός της ιστορίας και σε μια δεύτερη φάση να εκθέσουμε τη σημασία του. Εξάλλου είναι γνωστή η άποψη ότι η Ανάσταση έχει τη σημασία της «εν εαυτή»[2].

Σύμφωνα με την Α’ Κορινθίους 15,14 «ει δε Χριστός ουκ εγήγερται,κενόν αρα το κήρυγμα ημών,κενή δε και η πίστις υμών».

Μέσα από ένα «μανιχαϊστικό» μοντέλο «καινού» και «κενού» εξαίρεται η θεμελιώδης σημασία της Αναστάσεως για τον άνθρωπο από τη μία πλευρά και από την άλλη επισημαίνονται οι συνέπειες δογματικές και θρησκειολογικές του «χωρίς Ανάσταση».

Θα ξεκινήσουμε αντίστροφα. Ας δούμε τι συνεπάγεται το «χωρίς Ανάσταση»:

  • α) χωρίς Ανάσταση θα δικαιώνονταν οι Ιουδαίοι που απέρριπταν και λοιδορούσαν τον Χριστό
  • β) ο Σταυρός θα ήταν πράγματι «σκάνδαλον και μωρία»(Α’Κορ.1,23)
  • γ) χωρίς Ανάσταση δεν θα υπήρχε ευαγγέλιο. Οι μαθητές  θα ήταν θύματα της μεγαλύτερης ίσως πλάνης της ιστορίας αλλά σε καμία περίπτωση απόστολοι του χριστιανικού ευαγγελίου
  • δ) χωρίς Ανάσταση δεν θα υπήρχε Εκκλησία. Θα μπορούσε ενδεχομένως να δημιουργηθεί μια κίνηση ανθρώπων που θα τιμούσαν τη μνήμη του μεγάλου και «πεφωτισμένου» Ιησού από τη Ναζαρέτ ή μια εβραϊκή κοινότητα τύπου Qumran, όχι όμως εκκλησία που είναι ο  παρατεινόμενος εις τους αιώνας Χριστός (ι. Αυγουστίνος)
  • ε) χωρίς Ανάσταση δεν θα υπήρχε σωτηρία δοθέντος ότι «extra ecclesia nulla sallus» (Κυπριανός)[3].
  • στ)χωρίς Ανάσταση, κατά τον H.Schlier[4] θα γινόταν λόγος για μια φευκτέα πλάνη στην ιστορία του ανθρωπισμού, οι πιστοί όμως θα ήταν «τραγικοί απατημένοι απατεώνες».

Από το κενό περνάμε στο καινό. Συνοπτικά  θα λέγαμε ότι η σημασία της Αναστάσεως του Κυρίου έχει θεολογική, χριστολογική, εκκλησιολογική και σωτηριολογική διάσταση[5].

α) η θεολογική σημασία της Αναστάσεως

  • Η Ανάσταση φανερώνει το μεγαλείο της δυνάμεως και της δόξας του Θεού.
  • Η Ανάσταση διαφοροποιεί τη χριστιανική οντολογία από την ιουδαϊκή τυπολατρεία.
  • Η Aνάσταση αποτελεί την οριστική αυτοαποκάλυψη του θεού της Παλαιάς  Διαθήκης.
  • Με την Ανάσταση η παντοδυναμία του Θεού γίνεται παντοδυναμία της αγάπης.

β) η χριστολογική σημασία της Αναστάσεως

Η Ανάσταση αποτελεί το κέντρο της χριστολογικής διδασκαλίας όχι μόνο της Καινής Διαθήκης αλλά και της εκκλησίας. Η ορθόδοξη χριστολογία είναι τριαδολογική, σε αντίθεση με τη χριστοκεντρική χριστολογία -που ενίοτε καταντά χριστομονισμός –των προτεσταντών[6]. Θα πρέπει να επισημανθεί το απαράδεκτο της αντιπαράθεσης, από τους προτεστάντες, του Αναστημένου Ιησού του κηρύγματος προς τον ιστορικό Ιησού. Συνεπώς η άποψη ότι «η Ανάσταση σημαίνει την αποκατάσταση του ιστορικού Ιησού» [7]είναι θεολόγικα αβάσιμη και λογικά μη παραδεκτή.

γ) η εκκλησιολογική σημασία της Αναστάσεως

Τονίσαμε ήδη ότι χωρίς Ανάσταση δεν θα υπήρχε εκκλησία. Ο όρος εκκλησία αποτελεί κατά τον Μιρτσέα Ελιάντε τη θρησκειολογική ιδιαιτερότητα του χριστιανισμού. Ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία αλλά εκκλησία. Κέντρο του χριστιανισμού είναι η ιστορία και όχι η φύση, η εσχατολογία και όχι η κοσμολογία. Πολύ εύστοχα ο Μάριος Μπέγζος επισημαίνει ότι «η εκκλησία είναι εν τω κόσμω… χωρίς να είναι εκ της θρησκείας»[8].Ειδικότερα εκκλησιολογικά η ανάσταση συνδέεται με την Πεντηκοστή, την κλήση και τη δράση των μαθητών του Κυρίου, τη διάδοση του ευαγγελίου σε παγκόσμιο επίπεδο (οικουμενικότητα και παγκοσμιότητα, μυστήρια κλπ).

δ) η σωτηριολογική σημασία της Αναστάσεως

Η Ανάσταση του Χριστού που σήμανε την ήττα του θανάτου αποτελεί την απαρχή της σωτηρίας του ανθρώπου, που έγκειται στην ένωση και συσσωμάτωση του ανθρώπου με το Θεό. Η θέωση που σημαίνει τη μετοχή του ανθρώπου στις άκτιστες θείες τριαδικές ενέργειες, είναι αποτέλεσμα της Ανάστασης. Σε τελευταία ανάλυση «αυτός γάρ  ενηνθρώπησεν ίνα ημείς θεοποιηθώμεν» (Μ.Αθανάσιος,PG25,192B).
Θα κλείσουμε την σύντομη αυτή αναφορά μας με ένα τμήμα της «Περί Πάσχα» ομιλίας  του Μελίτωνος Σάρδεων:

καινόν και παλαιόν,αΐδιον και πρόσκαιρον, φθαρτόν και αθάνατον το του πάσχα μυστήριον. Παλαιόν μέν κατά τον νόμον, καινόν δε κατά τον λόγον, πρόσκαιρον δια τον τύπον, αΐδιον δια την χάριν, φθαρτόν δια την του προβάτου σφαγήν , άφθαρτον δια την του Κυρίου ζωήν, θνητόν δια την εν τη γη ταφήν, αθάνατον δια την εκ νεκρών ανάστασιν

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (ενδεικτική)

  • Π.Ανδριόπουλου,Θέματα της θεολογίας της Καινής Διαθήκης, εκδ. Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα 1990
  • Ι.Καραβιδόπουλου, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1983
  • Μ.Μπέγζου, Δοκίμια φιλοσοφίας της θρησκείας, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1991(β’έκδοση)
  • Π.Ι.Μπρατσιώτου, Η Ανάστασις του Χριστού εν τη ορθοδόξω εκκλησία, στο περιοδικό «Εκκλησί», 1953, σελ.131κ.ε.
  • Ι.Παναγόπουλου, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Αθήνα 1994(β’΄εκδοση)
  • Στ.Παπαδόπουλου, Πατρολογία, τ.Β’, Αθήνα 1990
  • Σ.Αγουρίδου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, εκδ. Γρηγόρη, Αθήναι 1971

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


1.Π. Ι. Μπρατσιώτου, Η Ανάστασις του Χριστού εν τη ορθοδόξω εκκλησία, στο περιοδικό «Εκκλησία», 1953, σελ.131κ.ε.

2.Π. Ανδριόπουλου,Θέματα της θεολογίας της  Καινής Διαθήκης, Αθήνα 1990, σελ.298

3. «εκτός εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία»

4.  Π. Ανδριόπουλου, ο.π., σελ.299

5.  βλ.αναλυτικά ο.π.,σελ.301-340

6.  ο.π., σελ.51

7. ο.π., σελ.305

8. βλ.  Μ. Μπέγζου, Δοκίμια φιλοσοφίας της θρησκείας, σελ.85.

Το μικρό αυτό άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Εκπαιδευτικοί Προσανατολισμοί», αριθμ. φυλ. 6-7, Ιανουάριος-Απρίλιος 1995, σελ.26. Εδώ αναδημοσιεύεται με ελάχιστες αλλαγές και διορθώσεις.

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΙΩΑΝΝΟΥ

Ας μας επιτραπεί να πούμε δυο λόγια ως αναγνώστες για τον Γ. Ιωάννου. Αφορμή για να τον γνωρίσουμε στάθηκε ένα αφιέρωμα σε γνωστή κυριακάτικη εφημερίδα. Φυσικά δεν μπορούμε να εκφέρουμε ολοκληρωμένη άποψη για το συγγραφέα δοθέντος του γεγονότος ότι δεν έχουμε διαβάσει όλο το έργο του. Όσα ακολουθούν αποτελούν προσωπικές απόψεις, που προέκυψαν από την ανάγνωση των έργων του «Για ένα φιλότιμο», «Η μόνη κληρονομιά» και «Εφήβων και μη».

Το πρώτο σημείο, που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη του Ιωάννου είναι η απλότητα και η καθαρότητα της γραφής του. Κείμενα εύληπτα και κατανοητά, γλώσσα «σημερινή». Αν για παράδειγμα ρίξει κανείς μια ματιά στο πρωτόλειο του (από πλευράς πεζών) «Για ένα φιλότιμο» νομίζουμε ότι θα σχηματίσει την εντύπωση ότι γράφτηκε σχετικά πρόσφατα αν και πρόκειται για έργο του 1964! Ο Ιωάννου εξομολογείται περιστατικά, που απομόνωσε στη μνήμη του ως στιγμιότυπα. Απλός και απέριττος δίχως επιτηδευμένη γλώσσα δείχνει να συνειδητοποιεί ότι το επιτηδευμένο αποτελεί «επιτήδευμα του ανεπιτηδεύτου» για να θυμηθούμε και λίγο τη θεολογική ορολογία. Η περιγραφή των δυσκολιών της ζωής, που ενδεχομένως υποκρύπτει και προσωπικές του εμπειρίες, γίνεται με τρόπο ιδιαίτερα συγκινητικό. Ο συγγραφέας φαίνεται να κατέχει πολύ καλά τα του ορθόδοξου χριστιανισμού και μας εντυπωσιάζουν αναφορές χριστιανικού περιεχομένου στο έργο του:

Είναι συγκινητικό να αφήνεις κάτι από τον εαυτό σου στην έρημο(……).Θυμήθηκα το τροπάριο : «Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε»

(Γ. Ιωάννου, Η μόνη κληρονομιά, σελ.83)

Αλλά και σε κείμενα του με έντονο σκεπτικισμό είναι παραστατικός:

Υπάρχουν σ’ αυτό τον κόσμο σπουδαιότερα πράγματα απ΄ αυτά που μας είχαν μάθει να προσκυνάμε ως σπουδαία

(Γ. Ιωάννου, Για ένα φιλότιμο, σελ.63)

Κλείνοντας ας πάρουμε  ένα άρωμα βυζαντινής Θεσσαλονίκη[1] με  τον μοναδικό, κατά Ιωάννου, τρόπον:

Από όλες τις παλαιότερες ιστορικές της φάσεις η Θεσσαλονίκη γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή επί Βυζαντίου. Ήταν η δεύτερη πόλη της αυτοκρατορίας και η τρίτη του τότε κόσμου: Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη. Ήταν λοιπόν φυσικό η πολυάνθρωπη και πλούσια δεύτερη πόλη της κραταιάς αυτοκρατορίας να στολιστεί με πολλά μνημεία και κτίρια. Από αυτά άλλα γίνονται από το κρατικό ταμείο, άλλα οφείλονται στην ιδιωτική πρωτοβουλία και άλλα ανήκουν σε ανώτερους βαθμούχους του κράτους. Σήμερα σώζονται αρκετά από αυτά τα μνημεία, όσα σε καμιά άλλη πόλη, εκτός από την Κωνσταντινούπολη, και αποτελούν μοναδική πηγή γνωριμίας με τη βυζαντινή αρχιτεκτονική και τέχνη όλων των αιώνων. Η πόλη αποτελεί ένα βυζαντινό μουσείο, που θα προσπαθήσουμε να περιέλθουμε. Το πιο παλιό μα και το πιο εντυπωσιακό βυζαντινό κατάλοιπο είναι τα τείχη, που περιβάλλουν την πόλη.  Το σπουδαίο αυτό έργο φαίνεται ότι εκτελέστηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του στο τέλος του 4ου μ.Χ. αιώνα. Βέβαια, από τότε και ύστερα τα τείχη υπέστησαν άπειρες επισκευές και διορθώσεις, αλλά το βασικό τους κτίσμα έγινε στην αρχή της βυζαντινής εποχής. Αν ανεβούμε στο ψήλωμα, στο βυζαντινό μοναστήρι Βλαττάδων, βλέπουμε καλά όλη την περίμετρο των τειχών. Είναι τεράστια η περιοχή ακόμα και για τις σημερινές μας εκτιμήσεις. Μπορούμε λοιπόν εκτός από το μέγεθος να καταλάβουμε και την μεγάλη σημασία που είχε τότε η πόλη, αφού για την οχύρωση της γινόταν τέτοια έργα…

(Γ. Ιωάννου, Η βυζαντινή Θεσσαλονίκη, στο «Εφήβων και μη», σελ.57)

Γ. Μ. Βαρδαβάς

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2005


[1].Βλ. ολόκληρο το κείμενο στο Γ. Ιωάννου, «Εφήβων και μη»,σελ.57-61.