ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Ἡ λευκὴ σελίδα

δὲν εἶναι μόνο ἀφορμὴ γιὰ σκέψη,

ἐντάσεις καὶ ἐνστάσεις,

συνθέσεις καὶ ἀντιθέσεις.

Ἡ λευκὴ σελίδα

συνιστᾶ ἐνίοτε

τὸ ἀντίδοτο στὴ βαρεμάρα.

16/6/2015

Γ.Μ.Β.

Advertisements
Published in: on 25/06/2015 at 21:08  Σχολιάστε  
Tags: ,

ΦΘΟΡΑ

Όσο μεγαλώνω

τόσο ξυπνάω νωρίτερα.

Ζωτική ανάγκη;

10/6/2015

Γ.Μ.Β.

Published in: on 25/06/2015 at 21:03  Comments (1)  
Tags: , ,

ΔΙΧΑΣΜΟΣ

Ξανὰ ἡ ἀπώλεια

δεύτερη φύση γίνεται

καὶ οἱ ἀναπνοὲς διαρκῶς ἀσθμαίνουν

μπροστὰ σὲ ὅσους ἐπιχαίρουν

γιὰ τὴν κατάσταση τῶν πραγμάτων.

Μόνιμος πιὰ ὁ διχασμὸς καὶ ἀνεξάλειπτος

Γ.Μ.Β.

5/6/2015

Published in: on 05/06/2015 at 14:04  Comments (1)  
Tags: , ,

MUTATIS MUTANDIS

Από την αποθέωση του κοινότοπου στην επίκληση των… «ενθουσιαστικών τάσεων» (ουχί εν θεολογική εννοία). Και ο νοών νοείτω…

Published in: on 18/12/2014 at 15:24  Σχολιάστε  
Tags:

Διαπιστώσεις 21: Περί αναξιοκρατίας

Ἡ ἀποθέωση μιᾶς ἀεννάου ὑποκρισίας: ἡ  ἐπίκληση τῆς «ἀξιολόγησης» ἀπὸ τοὺς οὑτιδανοὺς, παρασιτικοὺς καὶ ἀναξιοκρατικῶς βολεμένους ψιτακκίζοντες  συγκατανευσιφάγους.

Γ.Μ.Β.

27/8/2014

ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΜΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Δημοσιεύθηκε στο Λεύκωμα Αποφοίτων 2014 του 3ου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου Κρήτης, επιμέλεια: Κλ. Μπουραντά, Ηράκλειο 2014, σελ.28.

Στους αποφοίτους του 3ου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου σχολικού έτους 2013-14, αντίδωρο για την υποδειγματική τους συμπεριφορά στην πενταήμερη εκδρομή (Γιάννενα-Θεσσαλονίκη) και στους ακούραστους συνοδοιπόρους, γεμάτους ανθρωπιά και αυταπάρνηση, συναδέλφους συνοδούς Κική Δήμτσα, Π. Ξηρουχάκη, Δημήτρη Χουρδάκη, Μανώλη Δενδραλίδη.

Η πρώτη εντύπωση που δίδεται στον επισκέπτη της Θεσσαλονίκης είναι η αίσθηση του οικείου. Αυτή η πόλη δεν κοιμάται ποτέ: είναι μαυλίστρα και δεν του δίνει αφορμές για να κουραστεί. Τουναντίον, η παραλία της, ατέλειωτη, προσφέρεται για βόλτα και αναστοχασμό. Οι άνθρωποι είναι εγκάρδιοι και χαλαροί. Παρά το έντονο –ενίοτε- αστικό τοπίο η πόλη βρίσκεται σε «άλλη φάση»: έχει τον δικό της ρυθμό, το δικό της χρώμα.

Σ’ αυτήν την πόλη συνυπάρχουν αρμονικά το Βυζάντιο, η Οθωμανοκρατία και η νεωτερικότητα μαζί με τις επιμέρους –μικρές ή μεγαλύτερες- κοινότητες.

Από τα μνημεία της πόλης ξεχώρισα τον Άγιο Δημήτριο και το μνημείο του Ολοκαυτώματος. Κοινή είναι η συγκίνηση που αποπνέεται στους δυο χώρους: συγκίνηση από θρησκευτικά συναισθήματα αφορμώμενη (η μυροβλυσία του Πολιούχου συγκλονίζει τον πιστό και τον οδηγεί σε δάκρυα χαρμολύπης),  στην πρώτη περίπτωση∙ συγκίνηση εξαιτίας της ανάμνησης της τραγωδίας με τις εκατόμβες των αθώων θυμάτων, στην δεύτερη περίπτωση. Το μνημείο του Ολοκαυτώματος μου θύμισε τη φράση του Αντόνιο Χοσέ ντα Σίλβα: «Αν είσαι ένοχος επειδή δεν είσαι ένοχος, τότε είμαι ένοχος»[1]. Αυτός ο λαός διαχρονικά καταδυναστεύεται γι’ αυτό που δεν είναι, όπως εύστοχα είχε παρατηρήσει ο Πιέρ Βιντάλ- Νακέ[2]. Γι’  αυτό, είναι νομίζω αυτονόητο, ότι ο αντισημιτισμός συνιστά τη χειρότερη μορφή ρατσισμού.

 

Macedonia Palace

Παρασκευή 14/3/2014

Γ. Μ. Βαρδαβάς

 

[1] .  Βλ. Εντγκάρ Μορέν, Ο νεωτερικός κόσμος και το εβραϊκό ζήτημα, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2007, σελ. 37.

[2] . Βλ. Πιέρ Βιντάλ-Νακέ, Αγώνας μου η Ιστορία, εκδόσεις Ολκός, Αθήνα 2007, σελ. 97.

 

 

ΠΕΡΙ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ (ΓΙΑ ΤΟ SET ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ «BACKYARD» ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ)

backyard0025

φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός (από το set «Backyard»)

Ο  Giorgio  Agamben γράφει στο έργο του Βεβηλώσεις σχετικά με τις αγαπημένες του φωτογραφίες τα ακόλουθα: «Υπάρχει όμως και μια άλλη πτυχή, στις φωτογραφίες που αγαπώ, που δεν θα ήθελα με τίποτα να παρασιωπήσω.  Πρόκειται για μια απαίτηση: το υποκείμενο που συλλαμβάνεται στη φωτογραφία απαιτεί κάτι από εμάς. Η έννοια της απαίτησης με απασχολεί ιδιαίτερα και δεν θα πρέπει να τη συγχέουμε με μια πραγματολογική αναγκαιότητα. Ακόμη κι αν το πρόσωπο που είχε φωτογραφηθεί λησμονήθηκε εντελώς, ακόμη κι αν το όνομα του σβήστηκε για πάντα από τη μνήμη των ανθρώπων, ακόμη και τότε- καλύτερα: ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο- εκείνος ο άνθρωπος, εκείνο το πρόσωπο, αξιώνουν το όνομα τους, απαιτούν να μη λησμονηθούν» [1].

Στο «Backyard»  η ενικότητα εκβάλει στην απώλεια. Ταυτόχρονα όμως ο χρόνος δεν είναι μόνο ενεστώς∙  αντίθετα έχει εσχατολογική προοπτική χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το υποκείμενο εκμηδενίζεται. Οι στιγμές που ενίοτε μπορεί να φαίνονται κοινότοπες ή πολύ «καθημερινές» αποκτούν στο «Backyard» άλλη διάσταση: εμπεριέχουν οιονεί την αγκαμπενική «απαίτηση», την κατάφαση στη μνήμη, τον εξοστρακισμό της λήθης, την αποθέωση της ετερότητας.

Ηράκλειο, 16 Απριλίου 2014

Γ. Μ. Βαρδαβάς

[1]. Βλ. Giorgio Agamben, Βεβηλώσεις, μετάφραση: Π. Τσιαμούρας, εκδόσεις  Άγρα, Αθήνα 2006, σελ. 39.

ΔΕΝ ΗΜΟΥΝΑ ΠΟΤΕ ΜΕΤΑΠΡΑΤΗΣ

Δὲν ἤμουνα ποτὲ μεταπράτης.

Οὔτε τώρα  θὰ γίνω οἰκείᾳ βουλήσει.

Προτιμῶ τὴν κατὰ Levinas

φαινομενικὴ ἑτερονομία τῆς ἐντολῆς.

Γ.Μ.Β.

27-3-2014

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΟΠΗ ΡΗΤΟΡΙΚΗ

Ἡ κοινότοπη καὶ βερμπαλιστικὴ ρητορικὴ καταντᾶ κουραστική. Ὁ χρόνος ὅλων εἶναι πολύτιμος. Δέν εἶναι δυνατὸν νὰ σπαταλᾶται σὲ ἀπροκάλυπτα πατερναλιστικὲς παρεμβάσεις. Ὅταν μάλιστα ἡ χρονικὴ συγκυρία ποὺ ἐπιλέγεται κάθε φορὰ γιὰ παρεμβάσεις τέτοιου εἴδους  εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ προβλέψιμη καὶ μὲ μόνο στόχο νὰ προκληθεῖ ἡ προσοχὴ τῆς κοινῆς γνώμης, τότε πάραυτα αὐτὸς ὁ λόγος αὐτοαναιρεῖται, ἀκόμη καὶ ἄν ἐμπεριέχει ψήγματα ἀλήθειας.

Γ.Μ.Β.

25-3-2014

Published in: on 25/03/2014 at 01:34  Σχολιάστε  
Tags: ,

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΝΟΙΚΕΙΟΥ (ΓΙΑ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ «UNCANNY» ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ)

KONICA MINOLTA DIGITAL CAMERA

Φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός (από τη σειρά φωτογραφιών «Uncanny»)

Ὁ ὄρος μόνο φαινομενικὰ ἐμφαίνει τὸ μὴ οἰκεῖο. Ἐπὶ τῆς οὐσίας ἔχει μιὰ ἀποφατικὴ ἀμφισημία: εἶναι τὸ οἰκεῖο καὶ τὸ μὴ οἰκεῖο ταυτόχρονα. Τὰ σημαινόμενα τοῦ ὄρου πολλαπλά: ἀνεστιότητα, μυστήριο, ἀλλόκοτο, ἀπόκοσμο, ἄγνωστο. Σ’ αὐτὰ ἄς προστεθοῦν ἡ σιωπὴ καὶ ἡ ἐσχατολογικὴ διάσταση τοῦ χρόνου. Ἔτσι φτάνουμε στὰ αἰώνια ζητούμενα τῆς ὕπαρξης, τῆς Τέχνης καὶ τῆς φιλοσοφίας μὲ κορωνίδα τὴν περὶ θανάτου ἀγνωσία μας.

Ἡράκλειο 22 Αὐγούστου 2013

Γ.Μ.Βαρδαβᾶς

 

Διαπιστώσεις 20: Περί πολιτικής του φόβου

Ἡ πολιτικὴ τοῦ φόβου δὲν κάμπτει τις ἐν εγρηγόρσει συνειδήσεις, ποὺ ἐμφοροῦνται ἀπὸ ἀγάπη γιὰ ὅλον τὸν κόσμο.

Ἡ πολιτικὴ τοῦ φόβου δὲν κάμπτει τὸ καλλιεργημένο καὶ ἠθικὸ ὑποκείμενο.

Τὰ σύμπαντα σήμερον, χαρᾶς πληροῦνται· Χριστὸς ἐτέχθη ἐκ τῆς Παρθένου.

Γ.Μ.Β.

25-12-2013

Ο ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΣΤΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΗΘΙΚΗ

Ο ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΣΤΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΗΘΙΚΗ

[Ομιλία που εκφωνήθηκε στις 25 Ιουνίου 2007, στο πλαίσιο εκδήλωσης υπό την αιγίδα του Δήμου Γουβών, για τα 50 χρόνια από το θάνατο του Ν. Καζαντζάκη, στο Μουσικό Σχολείο Ηρακλείου].

Συμπληρώνονται φέτος 50 χρόνια από το θάνατο του μεγάλου δασκάλου μας και στοχαστή Ν. Καζαντζάκη. Στο πρόσωπο του Ν. Καζαντζάκη ενώνονται ασύγχυτα, άτρεπτα και αδιαίρετα η ελευθερία με την αέναη υπαρξιακή αναζήτηση της αλήθειας. Ολόκληρο το έργο του βαθύτατα θεολογικό γνώρισε ποικίλες αντιδράσεις. Στο πρόσωπό του σφυρηλατήθηκε ένα σύγχρονο «σημείον αντιλεγόμενον»!

Ας ξεκινήσουμε με το γνωστό ερώτημα: ήταν άθεος, ένθεος ή αντίθεος ο Καζαντζάκης; Πώς αντιμετώπισε η επίσημη εκκλησία το έργο του; Αν και η προβληματική είναι γνωστή ας μας επιτραπεί ένα σχόλιο. Μόλις που χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι δεν υπάρχει αφορισμός ούτε του προσώπου, ούτε του έργου του μεγάλου διανοητή από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Υπάρχει επίσημη απάντηση από το Πατριαρχείο  σε σχετικό αίτημα της-τότε- προέδρου της διεθνούς ένωσης φίλων Καζαντζάκη Ελένης Κατσουλάκη (2003), όπου αναφέρεται από τον αρχειοφύλακα: «ερευνήσας μετά προσοχής τους οικείους κώδικας του Αρχείου, δεν ανεύρον τοιούτον αφορισμόν». Η νεκρώσιμος ακολουθία του ετελέσθη στον άγιο Μηνά χοροστατούντος του αρχιεπισκόπου Ευγενίου και με την παρουσία πλήθους κόσμου.

Το πρώτο ζήτημα είναι πιο σύνθετο. Θα λέγαμε ότι η περίπτωση του Καζαντζάκη είναι sui generis. Φαίνεται πως η υπαρξιακή του αγωνία τον φωτίζει και τον οδηγεί σε όλο νέα ύψη. Είναι ελεύθερος. Δεν τον καλύπτει καμία βεβαιότητα. Η προσέγγιση του θείου είναι καταφατική και αποφατική μαζί. Σου δίνει την αίσθηση της βαθιάς πίστης από τη μια και της άμεσης απόρριψης από την άλλη. Αυτός ο φαινομενικός δυαλισμός του δεν είναι σε καμία περίπτωση εγωιστικός. Όποιος θεωρεί τον Καζαντζάκη δυαλιστή δεν ξέρει να ορίσει τον δυαλισμό. Ο Καζαντζάκης δεν ήταν ούτε μανιχαϊστής, ούτε μονοφυσίτης. Das ganz Andere. Αυτό ήταν. Φιλοδοξία του ήταν να γίνει δημιουργός έξω από κάθε αναγκαιότητα μια και «η δημιουργία είναι η ίδια η ελευθερία» (Ελευθ. Οικονομίδου, Ο Ν. Καζαντζάκης και το αντικείμενο της αναζήτησής του, Ηράκλειο 1985, σελ.17).

Θέλοντας να πραγματώσει την υπαρξιακή του προοπτική και να αυτοεπιβεβαιωθεί -όχι οντικά αλλά υπαρκτικά- ξεκινά τον αγώνα του:

 Τριών λογιών είναι οι ψυχές, τριών λογιών οι προσευχές:

α΄ Δοξάρι είμαι στα χέρια σου Κύριε

τέντωσέ με να μη σαπίσω

β μη με παρατεντώσεις Κύριε θα σπάσω

γ’ Παρατέντωσέ με κι ας σπάσω!

Διάλεξε!

(Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 617-618)

Στο έργο του διαφαίνεται βαθιά γνώση της Αγίας Γραφής και των πατερικών έργων, ιδιαίτερα της μυστικής και ασκητικής θεολογίας. Δεν θέλουμε να κουράσουμε και να αποτυπώσουμε τα πάμπολλα παράλληλα. Όμως αυτό το χρέος του ανθρώπου να κάνει τη σάρκα «πνέμα», που διαπνέει όλο το έργο του σε τι διαφέρει από το «σπείρεται σώμα ψυχικόν, εγείρεται σώμα πνευματικόν» του αποστόλου Παύλου (Α’ Κορ. 15,44);

Ο Καζαντζάκης κοντολογίς γνώριζε την Αγία Γραφή και την πατερική παράδοση σε βαθμό κατά πολύ ανώτερο απ’ ότι ο μέσος θεολόγος του καιρού μας, πολλώ δε μάλλον από τον κολλυβογράμματο που τολμά να σας ομιλεί. Αλλά και το κλιμακωτό σχήμα της Ασκητικής ειδολογικά -και ενίοτε στο περιεχόμενο- θυμίζει έντονα τα ασκητικά συγγράμματα του Ισαάκ του Σύρου και του Ιωάννου της Κλίμακος. Μόλις που χρειάζεται να υπενθυμίσουμε την αναφορά που κάνει στην «απροσπάθεια» σε επιστολή του στον Πρεβελάκη. Ως γνωστόν η απροσπάθεια  απαντά στον Ιωάννη το Σιναΐτη και συνιστά μια από τις 30 βαθμίδες της Κλίμακος.

 Ο αγώνας συνεχίζεται:

 -Σκάψε! Τι βλέπεις;

-Ανθρώπους και πουλιά, νερά και πέτρες!

-Σκάψε ακόμα! Τι βλέπεις;

-Ιδέες και ονείρατα, αστραπές και φαντάσματα.

-Σκάψε ακόμα! Τι βλέπεις;

-Δε βλέπω τίποτα! Νύχτα βουβή, πηχτή σα θάνατος. Θα’ ναι ο θάνατος.

-Σκάψε ακόμα!

-Άχ! Δεν μπορώ να διαπεράσω το σκοτεινό μεσότοιχο! Φωνές γρικώ και κλάματα, φτερά γρικώ στον άλλο όχτο!

σκητική, σελ.16-17)

Μπαίνω ξανά στον πειρασμό των παραλλήλων: Αυτό το «σκοτεινό μεσότοιχο» θυμίζει το «μεσότοιχον του φραγμού» της προς Εφεσίους επιστολής του απ. Παύλου: «Αυτός γαρ εστιν η ειρήνη ημών, ο ποιήσας τα αμφότερα έν και το μεσότοιχον του φραγμού λύσας, την έχθραν εν τη σαρκί αυτού» (Εφ. 2,14)

Κι ο αγώνας κορυφώνεται:

Ποιο είναι το χρέος μου; Να συντρίψω το σώμα, να χυθώ να σμίξω με τον Αόρατο. Να σωπάσει ο νους, ν’ ακούσω τον Αόρατο να φωνάζει.

Πώς θα γίνει αυτό;

Νίκησε το στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα (ο.π., σελ. 21), μας προτρέπει στην Ασκητική.

Τι προβάλλει; Υπαρξιακή Απόγνωση, Μηδενισμό ή Βιταλισμό;

Τίποτα απ’ όλα αυτά. Πρόκειται για βαθυστόχαστο αποφατισμό!

Γιατί : «ο νους βολεύεται…η καρδιά δεν βολεύεται» (ο. π.). Και κυρίως:

«Γλίτωσε από τον τρόμο της καρδιάς που ζητάει και ελπίζει να βρει την ουσία».

Στα δικά μου μάτια εδώ νοείται η θεία ουσία, ας μου επιτραπεί το αυθαίρετον…

Ο Καζαντζάκης τρέφεται από τον αποφατισμό των ελλήνων φιλοσόφων και των αρεοπαγιτικών συγγραμάτων, αλλά δεν ικανοποιείται! Είναι ασυμβίβαστος, είναι ελεύθερος. Δεν του φτάνει το άρρητον, το ακατάληπτον του Θεού. Δεν του φτάνει το «άπειρον το θείον και ακατάληπτον και τούτο μόνον αυτού καταληπτόν η απειρία και ακαταληψία» του Ιω.Δαμασκηνού. Πάει σε μετωπική σύγκρουση! Και ορίζει το ακατάληπτο του θεού με τόλμη, δύναμη, αγώνα, αγωνία, καθαρότητα. Θέλετε ένα παράλληλο; Από το Περί Θείων Ονομάτων των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων σταχυολογώ:

Υπέρκειται των ουσιών η υπερούσιος αοριστία και των νοών η υπέρ νουν ενότης.και πάσης διανοίας αδιανόητον εστίν το υπέρ διάνοιαν έν, άρρητον τε λόγω παντι το υπέρ λόγον αγαθόν, ενάς ενοποιός απάσης ενάδος και υπερούσιος ουσία και νους ανόητος και λόγων άρρητος, αλογία και ανοησία και ανωνυμία κατά μηδέν των όντων ούσα. Και αίτιον μεν του είναι πάσι αυτό δε μη ον, ως πάσης ουσίας επέκεινα και ως αν αυτό περι αυτού κυρίως και επιστητώς αποφαίνοιτο.

Στα αρεοπαγιτικά ο αποφατισμός είναι βιωματικός, ασκητικός, θεολογικός. Στον Καζαντζάκη ο αποφατισμός είναι ουμανιστικός, ζωντανός, είναι αποτέλεσμα ενός αέναου υπαρκτικού στοχασμού και μιας στάσης ζωής  που διακατέχεται από ελευθερία. Παρά τις μπερξονικές του καταβολές το «πρώτα ο άνθρωπος και μετά ο Θεός» δεν είναι αντίθεο, αλλά ένθεο. Πρόκειται για την ανάγκη του ανθρώπου να φτάσει όλο και πιο ψηλά. Όταν όμως νομίζει πως τα κατάφερε, τότε καταλαβαίνει πως το απόλυτο δεν υπάρχει, όχι με μια επιδερμική -αθεϊστικού τύπου- προσέγγιση, αλλά με την έννοια ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί με τις πεπερασμένες δυνάμεις του να το φτάσει!  Θεωρούμενος έτσι ο αποφατισμός του Καζαντζάκη δίνει μια νέα διάσταση, που έλειπε από την αποφατική θεολογία: τη φυσική ανακάλυψη της θείας ακαταληψίας! Ζει παράλληλα ο Καζαντζάκης την παρουσία και την απουσία του Θεού. Η ίδια η ζωή στη σκέψη του αποκλείει την απόλυτη νοησιαρχικού τύπου βεβαιότητα, αλλά και την απόλυτη αμφιβολία. Κοντολογίς, ενώ ο αποφατισμός των πατερικών έργων είναι θεοκεντρικός ο αποφατισμός του Καζαντζάκη είναι ανθρωποκεντρικός. Και μόνο αυτό το στοιχείο να κρατήσομε από το στοχασμό του είναι αρκετό για να τον κατατάξει στους κορυφαίους δασκάλους μας. Πιο βαθιά και πιο πλατιά:

«Kόσμος χωρίς Θεό δε θεμελιώνεται, μα και κόσμος χωρίς δικαιοσύνη δεν κυβερνιέται».

Ο Καζαντζάκης σεβόμενος σε απόλυτο βαθμό το ανθρώπινο πρόσωπο δίνει την ορθότερη διάσταση στο ζήτημα της θεοδικίας, που τόσο άσχημα σερβίρεται ακόμα και τώρα στα σχολικά εγχειρίδια. Δεν είναι ώρα ν’ αναζητήσουμε τις αιτίες. Θ’ αρκούσε ίσως να πω ότι δυστυχώς δεν εκτιμάμε την πολιτιστική παράδοση και κληρονομιά μας αλλά μεταπρατικά και επαρχιώτικα καταναλώνουμε ό,τι μας σερβίρει η Εσπερία. Πιθηκίζουμε ακολουθώντας στο μείζον αυτό φιλοσοφικό και θεολογικό ζήτημα λογικές νοησιαρχικές και δικανικές  που καμιά σχέση δεν έχουν με την παράδοση μας. Ο Καζαντζάκης δεν ήταν τέτοιος. Σε μια επιστολή προς τον Αγγελάκη λέει: «να τι μου’ δωκε η ξενιτιά -το σίχαμα σε κάθε τι που  δεν είναι Ανατολή και ράτσα μου». Ο Καζαντζάκης τρύγησε και αφομοίωσε το δυτικό τρόπο σκέψης μένοντας βαθύτατα ελληνικός στη νοοτροπία και τη συνείδηση. Γιατί για να το ξεκαθαρίσομε μια και καλή άλλο είναι ο αποστεωμένος σωβινισμός και άλλο η πρόταξη της πολιτιστικής ετερότητας. Ο Καζαντζάκης αντιμετώπισε το ακανθώδες πρόβλημα της θεοδικίας κάνοντας λόγο για ανθρωποδικία! Δεν έβλεπε το Θεό ανθρωπομορφικά. Εκτιμούσε απεριόριστα τον άνθρωπο. «Αγάπα τον άνθρωπο, γιατί είσαι συ» μας λέει στην Ασκητική. Στη σκέψη του δεν χωράει μια θεώρηση του κόσμου και του κοινωνικού προβλήματος με μέτρα απολύτου προορισμού και μοιρολατρίας. Αντί το «άγνωσται αι βουλαι του Κυρίου» πρόταξε το «άγνωσται αι βουλαί του ανθρώπου». Αλλά δεν έμεινε εκεί. Δεν απέδωσε την κοινωνική αδικία και το πολύτροπο κακό στο Θεό, αλλά ανέδειξε την ευθύνη του ανθρώπου. Το ερώτημα γιατί επιτρέπει ο Θεός τα βάσανα, τον πόνο και το κακό το αντέστρεψε στα μέτρα του ανθρώπου. Κοντολογίς, είναι ο άνθρωπος ελεύθερος ναι ή όχι; Έχει αυτεξουσιότητα; Αν ναι, τότε έχει και ευθύνη. Τι κάνει για την κοινωνική αδικία; Άριστη η προσέγγιση του Καζαντζάκη. Ίσως τώρα να έγινε περισσότερο κατανοητό γιατί το «πρώτα ο άνθρωπος και μετά ο Θεός», δεν είναι μια δουλική αντιγραφή από τον Μπερξόν, αλλά μια δυναμική ανθρωπολογική κατάκτηση στο στοχασμό του Καζαντζάκη.

Ξεφύγαμε όμως αρκετά, ίσως και να βαττολογήσαμε. Το θέμα μας ήταν τα όρια της ελευθερίας στη χριστιανική ηθική. Ένα-δυο διευκρινίσεις είναι απαραίτητες. Κατ’ αρχάς θα πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι άλλο είναι η ηθική και άλλο ο πιετισμός. Η χριστιανική ηθική δεν περιλαμβάνει εντολές και διατάξεις, δεν έχει θέσφατα. Είναι ένας δρόμος για την εν Χριστώ ζωή. Μην αναζητήσετε εδώ κατάλογο επιτρεπομένων και απαγορευμένων πράξεων. Ο χριστιανισμός εμφορείται από δυο στοιχεία: αγάπη και ελευθερία. O άνθρωπος είναι το αντικείμενο της αγάπης του Θεού. Ο Θεός αγαπά όλους τούς ανθρώπους, δικαίους και αδίκους, που κάνοντας χρήση της ελευθερίας τους επιλέγουν την ένωσή τους (Παράδεισος) ή την απομάκρυνσή τους από το Θεό (κόλαση). Η ελευθερία στο χριστιανισμό είναι το άμεσο παρεπόμενο του «κατ’ εικόνα» και  η βάση για την προοπτική του «καθ’ ομοίωσιν». Στο χριστιανισμό δεν έχει καμία θέση μια ηθική δικανικού τύπου ή μια ηθική της κοινωνικής σύμβασης. Δεν έχουν θέση τα ποικίλα «πρέπει», ούτε η χρησιμοθηρία και η χρησιμότητα. Μια και μόνη είναι η εντολή: «Εντολήν καινήν δίδωμι ίνα αγαπάτε αλλήλους» (Ιω. 13,34).

Η καζαντζακική αγωνία του «να σμίξω με τον Αόρατο», που είπαμε παραπάνω, στα δικά μου ταπεινά μάτια συνάπτεται με το «καθ’ ομοίωσιν».Μπορεί να σας φαίνεται απλό, επιδερμικό, επιφανειακό αλλά εμένα αυτή την αίσθηση μου βγάζει. Να μην παρεξηγηθώ. Δεν ισχυρίζομαι ότι ο Καζαντζάκης ήταν χριστιανός. Στη συνείδηση όμως τη δική μου ήταν πολύ περισσότερο χριστιανός από αυτούς, που δηλώνουν «χριστιανοί» μόνο για το «θεαθήναι» χωρίς να γνωρίζουν τον αυθεντικό χριστιανισμό. Ο Καζαντζάκης τον γνώριζε. Ναι, δεν τον υιοθέτησε διότι η υπαρξιακή του αγωνία τον έπνιγε! Δεν ήθελε την αποκάλυψη. Προτίμησε την ανακάλυψη. Ακόμα και ο πανθεϊστικός μονισμός του, που από πολλούς επισημαίνεται, εντάσσεται στην προσπάθεια αυτής της ανακάλυψης. Μιας ανακάλυψης της ουσίας του όντος, του Απολύτου. Ο Θεός λοιπόν είναι παντού και τα πάντα είναι Θεός. Δεν άντεχε ο Καζαντζάκης τις δογματικές περιχαρακώσεις. Ήθελε να ζήσει την αλήθεια. Αλλά ακόμα κι όταν έφτανε κοντά σ’ αυτήν –έστω κατ’ επίνοιαν- ερχόταν η «καρδιά» να του σπείρει την αμφιβολία. Η αμφιβολία στον Καζαντζάκη είναι προνόμιο και ανησυχία, ζωή και θάνατος, «είναι και μη είναι», ύπαρξη και ανυπαρξία. Τίποτε δεν τον καλύπτει, τίποτε δεν τον ικανοποιεί, ούτε και η βουδική νιρβάνα. Προσπάθησε καταφεύγοντας εκεί να σβήσει την επιθυμία του «ειδέναι», αλλά δεν τα κατάφερε διότι «πάντες άνθρωποι του ειδέναι ορέγονται φύσει». Έτσι θα προχωρήσει το στοχασμό του σε εσχατολογικές ατραπούς:

 Και μια φωτιά μέσα μου κίνησε ν’ απαντήσει.

Θα΄ ρθει μια μέρα,σίγουρα , η φωτιά να καθαρίσει τη γης.

Θα΄ ρθει μια μέρα ,σίγουρα, η φωτιά να εξαφανίσει τη γης

Αυτή είναι η Δευτέρα Παρουσία

(Ασκητική, σελ.95).

 Η παραπάνω προφητεία θυμίζει έντονα τη βιβλική αποκαλυπτική και τη γλώσσα της αποφατικής θεολογίας. Σας θυμίζω ότι επί παραδείγματι στα αρεοπαγιτικά γίνεται λόγος για «θείον γνόφον». Κι ενώ η δισημία μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας χαρακτηρίζει όλη του τη ζωή ο Καζαντζάκης δίνει τη χαριστική βολή στο αναγνωστικό κοινό: Γράφει το «Φτωχούλη του Θεού». Διαβάζοντας το νομίζεις ότι διαβάζεις συναξαριστή. Κι όμως! Είναι Καζαντζάκης!

 Αγάπη και ευλάβεια και θαμασμός για τον ήρωα και μεγαλομάρτυρα με κατείχε γράφοντας το παραμύθι ετούτο, πιο αληθινό και από την αλήθεια. Συχνά χοντρές στάλες δάκρυα μουντζάλωναν το χειρόγραφο. Συχνά ένα χέρι με μια αιώνια ανανεούμενη πληγή, σα να το κάρφωσαν, σαν να το κάρφωναν αιώνια, διάνευε μπροστά μου μέσα στον αγέρα. Ένιωθα ολούθε γύρα μου, όσο έγραφα, την αόρατη παρουσία. Γιατί για μένα ο Άγιος Φραγκίσκος είναι το πρότυπο του στρατευόμενου ανθρώπου, που με ακατάπαυστο σκληρότατον αγώνα κατορθώνει και επιτελεί το ανώτατο χρέος του ανθρώπου, ανώτερο κι από την ηθική κι από την αλήθεια και από την ωραιότητα: να μετουσιώσει την ύλη που του μπιστεύθηκε ο Θεός και να την κάνει πνέμα.

 Στο έργο αυτό ο Καζαντζάκης ορίζει την ελευθερία ορθοδοξότατα. Ακούστε τι λόγια βάζει στο στόμα του αγίου Φραγκίσκου:

 α’ Θεέ μου αν σε αγαπώ γιατί θέλω να με βάλεις στην Παράδεισο πέψε τον άγγελο σου με τη ρομφαία του να μου κλείσει την πόρτα

β’ αν σε αγαπώ γιατί φοβούμαι την Κόλαση ρίξε με στην Κόλαση

γ’ μα αν σε αγαπώ για σένα, για σένα μονάχα, άνοιξε την αγκαλιά σου και δέξου με

(Ο φτωχούλης του Θεού, σελ.126)

Ο Καζαντζάκης επαναλαμβάνει τη χριστιανική διδασκαλία για τις βαθμίδες της ηθικής ανέλιξης. Οι πατέρες της εκκλησίας κάνουν λόγο για φόβο, μισθό και αγάπη. Ο φόβος δημιουργείται από την ενδεχόμενη τιμωρία, που το άτομο πιστεύει ότι επισύρει η εκ μέρους του διάπραξη του κακού (φόβος κολάσεως). Ο μισθός συνδέεται με τα άτομα, που κάνουν το καλό αναμένοντας ανταποδοτικά οφέλη (Παράδεισος). Η αγάπη που αποτελεί και τον ύψιστο βαθμό ηθικής ωριμότητας συνδέεται με τα άτομα, που δρουν με  δική τους ελεύθερη προαίρεση χωρίς φόβο, υποκρισία ή με την προοπτική της ανταμοιβής. Γι ΄αυτό το λόγο και στην Α’ επιστολή Ιωάννου 4,18 τονίζεται: «φόβος ουκ έστι εν τη αγάπη, αλλ’ η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον, ότι ο φόβος κόλασιν έχει». Αλλά και ο Καζαντζάκης αναφέρεται με τρόπο μοναδικό στην αγάπη ακολουθώντας τη χριστιανική ηθική, που κάνει λόγο πρωτίστως για αγάπη προς τον εχθρό:

 -Ειρήνη υμίν, έλεγε (ο Φραγκίσκος) στον καθένα που ζύγωνε, ειρήνη υμίν. Κι όταν πια μαζώχτηκαν πολλοί και γέμισε η πλατεία, άνοιξε τις αγκάλες: -Ειρήνη ,φώναξα, ειρήνη στις καρδιές σας ,στα σπίτια σας, στους οχτρούς σας ·ειρήνη στον κόσμο!

Έφτασε η βασιλεία των ουρανών!(….)Ειρήνη φώναζε, να κάμουμε ειρήνη με το Θεό(…)Πώς; Ένας τρόπος υπάρχει μονάχα: αγαπώντας.

-Αγάπη! Αγάπη! φώναζε και ξανάρχιζε πάλι τα κλάματα.

(Φτωχ.,σελ.116)

 Ο Τελευταίος Πειρασμός, το απαύγασμα της καζαντζακικής ελευθερίας, είναι έργο κατάφορα αδικημένο. Θα ήταν ίσως χρήσιμη μια αναφορά στη χριστολογία του Καζαντζάκη, όμως ούτε ο χρόνος το επιτρέπει, ούτε και το θέμα μπορεί να εξαντληθεί στο πλαίσιο μιας ομιλίας. Είναι σαφές νομίζω ότι ο καζαντζακικός Χριστός διαφοροποιείται από την επίσημη χριστολογία της εκκλησίας. Συμβολίζει κατά τον Καζαντζάκη ο Χριστός τον αγώνα και το χρέος του ανθρώπου να κάνει τη σάρκα «πνέμα».

Όμως τόσο η προσέγγισή του αυτή, όσο και οι άλλες οιονεί «κακοδοξίες» του -για να χρησιμοποιήσω τον ακριβή θεολογικό όρο-δεν θα πρέπει να μας παρασύρουν σε μια άγονη πολεμική για τον απλούστατο λόγο ότι ο Καζαντζάκης δεν γράφει θεολογικό δοκίμιο αλλά μυθιστόρημα, όπου διαπλέκονται αρμονικά μύθος, προσωπικές του πεποιθήσεις και φαντασία. Κάποιος που αναζητά την ορθόδοξη χριστολογία προφανώς θα καταφύγει στα έργα του αποστόλου Παύλου ή στα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας, στο Σύμβολο της Πίστεως ή στην εκκλησιαστική παράδοση. Ο Καζαντζάκης στη χριστολογία του εκφράζει την υπαρξιακή του αγωνία. Πιστεύει πως μπορούμε να οδηγηθούμε στην  υπέρβαση της φύσης μας μέσα από την ένωσή μας με το Θεό, που είναι η απαρχή της ελευθερίας. Ο δρόμος προς την ελευθερία είναι ανηφορικός και ενίοτε ολισθηρός.

Ο Καζαντζάκης «θέλησε να βεβαιώσει την παρουσία του στη γη δικαιολογώντας την ύπαρξή του», όπως εύστοχα παρατηρεί η Ελ. Οικονομίδου (μν. έργ., σελ.19). Θεωρεί ως αρχέτυπο στον αγώνα αυτό το Χριστό. Θεολογικά το λάθος του είναι πως αποδέχεται το Χριστό ως  «απλό άνθρωπο» και όχι θεάνθρωπο: «Η κάθε στιγμή του Χριστού είναι αγώνας και νίκη. Νίκησε την ακαταμάχητη γοητεία της απλής ανθρώπινης χαράς. Νίκησε τους πειρασμούς, μετουσίωνε ολοένα τη σάρκα σε πνέμα και ανηφόριζε» (Τελ. Πειρ., σελ. 11). Όλη αυτή η πορεία τον οδηγεί σε ένα ιδιότυπο νεονεστοριανισμό: θεωρεί πως «κάθε άνθρωπος είναι θεάνθρωπος» (Τελ. Πειρ., σελ. 9). Αυτός είναι ο πυρήνας της σκέψης του.

Δυο δρόμοι υπάρχουν: ή η κριτική αναμέτρηση ή η μονιστική-φοβική σχεδόν- a priori απόρριψη. Προσωπικά προτιμώ την αναμέτρηση -όσο δύσκολη κι αν είναι- με το στοχασμό ενός απόλυτα ελεύθερου πνεύματος διατηρώντας θεολογικά κριτικές επιφυλάξεις και τις απαραίτητες αποστάσεις: «Ο Χριστός πόνεσε, κι από τότε ο πόνος αγίασε. Πολέμησε ως την τελευταία στιγμή ο Πειρασμός να τον πλανέψει κι ο Πειρασμός νικήθηκε. Σταυρώθηκε ο Χριστός κι από τότε νικήθηκε ο θάνατος».(Τελ. Πειρ., σελ. 12).

Τα λόγια του Τυπικάρη από την τραγωδία «Χριστός» είναι χαρακτηριστικά:

 

Κύριε! Κύριε!

Κατέβα στο άγιο Δισκοπότηρο σαν καβαλάρης στ’ άλογό του!

Κατέβα σα φωτιά να καθαρίσεις του ανθρώπου την καρδιά

και τα νεφρά και το μυαλό του!

Κατέβα, κάρβουνο αναμμένο, και σφηνώσου αναμεσός στα χείλια του

Να προφητέψουν!

Κατέβα, Αόρατε, στη γής  και με ψωμί και με κρασί σαρκώσου!

Σιγή, σα νυχτοπούλι απάνου μας κουρνιάσου

Είμαστε εμείς στη ζεστή φωλιά της Εκκλησιάς τ’ αυγά σου!

 

Συνελόντι ειπείν η ελευθερία στη σκέψη του Καζαντζάκη είναι έξω από κάθε σύμβαση και αναγκαιότητα, είναι έκφραση της ελευθερίας του προσώπου και  το προσδιοριστικό στοιχείο της ετερότητας του ανθρώπου έναντι της υπόλοιπης κτίσης:

Η λευτεριά δεν έχει σκοπό. Δεν τη συναντάμε πάνω στη γη. Απάνω στη γη συναντάμε μόνο τον αγώνα για τη λευτεριά. Αγωνιζόμαστε για το απρόσιτο, γι’ αυτό ο άνθρωπος έπαψε να είναι ζώο

(Αδερφοφάδες, σελ.96)

[Πρώτη δημοσίευση στους Θεολόγους Κρήτης, 2009]

Διαπιστώσεις 19: Περί φονταμενταλισμού

Ο φονταμενταλισμός δεν είναι μόνο θρησκευτικός. Λαμβάνει ενίοτε το μανδύα ενός άκρατου επιστημονικού θετικισμού, που κοπτώμενος δήθεν για την «πρόοδο» δεν σέβεται ούτε στο ελάχιστο τα «πιστεύω» του Άλλου.

Γ.Μ.Β.

23-8-2013

Η τελευταία λέξη

Η μνήμη κάνει καμώματα στη λήθη

κι αυτή επιμόνως αναζητά

στο παρόν

τη χαμένη δικαίωση

Ποιά άραγε απ’ τις δυο

θα πει

την τελευταία λέξη;

Γ.Μ.Β.

Μαρκόπουλο Μεσογαίας  5-7-2013

Καύσων

Παιχνίδια μιας στιγμής

παιχνίδια του χρόνου

με τιτιβίσματα

καύσωνος προελαύνοντος

βρήκα μια σκιά

για να καλύψω τις σκέψεις μου

Τελικά τίποτε δεν είναι ανερμάτιστο

ούτε η μοναξιά

Γ.Μ.Β.

Μαρκόπουλο Μεσογαίας 16-7-2012

Μετεώρων σκέψεων προλεγόμενα

Η στιγμή της μετάβασης από το «δυνάμει» στο «ενεργεία»

υποκρύπτει ενίοτε το διακύβευμα της σύγκρισης.

Μέγιστος πειρασμός η σύγκρισις.

Dixi id. –

7-4-2013

Καθ’ οδόν πρός Μετέωρα

Γ.Μ.Β.

Περί απαίτησης

Η απαίτηση, αν εξαιρέσει κάποιος την αγκαμπενική οπτική, στις περισσότερες των περιπτώσεων έχει αρνητικό πρόσημο.

Ο απαιτών σχεδόν θεωρεί τον άλλο «δεδομένο» στις ορέξεις του, χωρίς να του αφήνει καθόλου χώρο ν’ αναπνεύσει.

Η απαίτηση ενίοτε μπορεί να καταδείξει το λάθος των εκτιμήσεων μας για κάποιο πρόσωπο. Σ’ αυτήν την περίπτωση δημιουργούνται -τω όντι- πολλές  παρεξηγήσεις.

30-5-2013

Γ.Μ.Β.

Ἀνάμνηση

Τῆς νιότης ἡ ἀγωνία,

ὁ ἀδυσώπητος ἄνεμος,

οἱ παλιὲς φωτογραφίες καὶ τὰ τεχνήματα στὸν τοῖχο,

οἱ ἐναλλαγὲς τῶν χρωμάτων

ἐνισχύουν τὴν ἀπαίτηση γιὰ μιὰ ἀκατάπαυστη

ἀνάμνηση

Γ.Μ.Β.

29-5-2013

Διαπιστώσεις 18

Πως αλλάζουν οι καιροί!

Κάποτε είχαμε τα «τζάκια»…

Τώρα έχουμε το «δυάρι».

Και ο νοών νοείτω!

 

Γ.Μ.Β.

12-5-2013

Panem et circenses

Ἡ ποίηση δὲν ὑποκλίνεται

στὸ χθαμαλὸ καὶ πελιδνὸ

τῆς στιγμῆς καὶ τῶν καιρῶν

Γ.Μ.Β.

1-5-2013

Αρέσει σε %d bloggers: