Νικόλας Σεβαστάκης, Άντρας που πέφτει

 

Νικόλας Σεβαστάκης, Άντρας που πέφτει, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2015, ISBN: 978-960-435-486-3.

12243094_987660214626754_1417019866345745817_n

 

 

Στη νέα του συλλογή διηγημάτων με τίτλο Άντρας που πέφτει ο Νικόλας Σεβαστάκης ξεδιπλώνει τις πολύπλευρες ανησυχίες του. Τα παιχνίδια της μνήμης, οι πικρές αλήθειες, το ανεκπλήρωτο ταξίδι του βίου, η απώλεια, η ματαίωση, η μοναξιά, η οδύνη, η ανεστιότητα, το υπαρξιακό αδιέξοδο  διαπλέκονται αρμονικά.

Παράλληλα μέσω των ηρώων του βρίσκει ενίοτε αφορμές για να καταγράψει και να σχολιάσει στιγμιότυπα από την περιρρέουσα κοινωνική πραγματικότητα στους χαλεπούς καιρούς της κρίσης και της γενικευμένης παραίτησης.

Μάστορας της γλώσσας, αθεράπευτα ευαίσθητος, λάτρης της αφήγησης χωρίς φιοριτούρες κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Τα διηγήματα ακολουθούν τη μικρή φόρμα εκτός από το πιο εκτεταμένο «Τέλος εποχής». Παρά το γεγονός ότι η μικρή φόρμα είναι ιδιαίτατα απαιτητική ο Νικόλας Σεβαστάκης αναμετράται μ’ αυτήν με επιτυχία.

21/11/2015

Γ. Μ. Βαρδαβάς

[Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ», 21-11-2015].

Advertisements

ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΜΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Δημοσιεύθηκε στο Λεύκωμα Αποφοίτων 2014 του 3ου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου Κρήτης, επιμέλεια: Κλ. Μπουραντά, Ηράκλειο 2014, σελ.28.

Στους αποφοίτους του 3ου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου σχολικού έτους 2013-14, αντίδωρο για την υποδειγματική τους συμπεριφορά στην πενταήμερη εκδρομή (Γιάννενα-Θεσσαλονίκη) και στους ακούραστους συνοδοιπόρους, γεμάτους ανθρωπιά και αυταπάρνηση, συναδέλφους συνοδούς Κική Δήμτσα, Π. Ξηρουχάκη, Δημήτρη Χουρδάκη, Μανώλη Δενδραλίδη.

Η πρώτη εντύπωση που δίδεται στον επισκέπτη της Θεσσαλονίκης είναι η αίσθηση του οικείου. Αυτή η πόλη δεν κοιμάται ποτέ: είναι μαυλίστρα και δεν του δίνει αφορμές για να κουραστεί. Τουναντίον, η παραλία της, ατέλειωτη, προσφέρεται για βόλτα και αναστοχασμό. Οι άνθρωποι είναι εγκάρδιοι και χαλαροί. Παρά το έντονο –ενίοτε- αστικό τοπίο η πόλη βρίσκεται σε «άλλη φάση»: έχει τον δικό της ρυθμό, το δικό της χρώμα.

Σ’ αυτήν την πόλη συνυπάρχουν αρμονικά το Βυζάντιο, η Οθωμανοκρατία και η νεωτερικότητα μαζί με τις επιμέρους –μικρές ή μεγαλύτερες- κοινότητες.

Από τα μνημεία της πόλης ξεχώρισα τον Άγιο Δημήτριο και το μνημείο του Ολοκαυτώματος. Κοινή είναι η συγκίνηση που αποπνέεται στους δυο χώρους: συγκίνηση από θρησκευτικά συναισθήματα αφορμώμενη (η μυροβλυσία του Πολιούχου συγκλονίζει τον πιστό και τον οδηγεί σε δάκρυα χαρμολύπης),  στην πρώτη περίπτωση∙ συγκίνηση εξαιτίας της ανάμνησης της τραγωδίας με τις εκατόμβες των αθώων θυμάτων, στην δεύτερη περίπτωση. Το μνημείο του Ολοκαυτώματος μου θύμισε τη φράση του Αντόνιο Χοσέ ντα Σίλβα: «Αν είσαι ένοχος επειδή δεν είσαι ένοχος, τότε είμαι ένοχος»[1]. Αυτός ο λαός διαχρονικά καταδυναστεύεται γι’ αυτό που δεν είναι, όπως εύστοχα είχε παρατηρήσει ο Πιέρ Βιντάλ- Νακέ[2]. Γι’  αυτό, είναι νομίζω αυτονόητο, ότι ο αντισημιτισμός συνιστά τη χειρότερη μορφή ρατσισμού.

 

Macedonia Palace

Παρασκευή 14/3/2014

Γ. Μ. Βαρδαβάς

 

[1] .  Βλ. Εντγκάρ Μορέν, Ο νεωτερικός κόσμος και το εβραϊκό ζήτημα, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2007, σελ. 37.

[2] . Βλ. Πιέρ Βιντάλ-Νακέ, Αγώνας μου η Ιστορία, εκδόσεις Ολκός, Αθήνα 2007, σελ. 97.

 

 

ΠΕΡΙ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ (ΓΙΑ ΤΟ SET ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ «BACKYARD» ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ)

backyard0025

φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός (από το set «Backyard»)

Ο  Giorgio  Agamben γράφει στο έργο του Βεβηλώσεις σχετικά με τις αγαπημένες του φωτογραφίες τα ακόλουθα: «Υπάρχει όμως και μια άλλη πτυχή, στις φωτογραφίες που αγαπώ, που δεν θα ήθελα με τίποτα να παρασιωπήσω.  Πρόκειται για μια απαίτηση: το υποκείμενο που συλλαμβάνεται στη φωτογραφία απαιτεί κάτι από εμάς. Η έννοια της απαίτησης με απασχολεί ιδιαίτερα και δεν θα πρέπει να τη συγχέουμε με μια πραγματολογική αναγκαιότητα. Ακόμη κι αν το πρόσωπο που είχε φωτογραφηθεί λησμονήθηκε εντελώς, ακόμη κι αν το όνομα του σβήστηκε για πάντα από τη μνήμη των ανθρώπων, ακόμη και τότε- καλύτερα: ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο- εκείνος ο άνθρωπος, εκείνο το πρόσωπο, αξιώνουν το όνομα τους, απαιτούν να μη λησμονηθούν» [1].

Στο «Backyard»  η ενικότητα εκβάλει στην απώλεια. Ταυτόχρονα όμως ο χρόνος δεν είναι μόνο ενεστώς∙  αντίθετα έχει εσχατολογική προοπτική χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το υποκείμενο εκμηδενίζεται. Οι στιγμές που ενίοτε μπορεί να φαίνονται κοινότοπες ή πολύ «καθημερινές» αποκτούν στο «Backyard» άλλη διάσταση: εμπεριέχουν οιονεί την αγκαμπενική «απαίτηση», την κατάφαση στη μνήμη, τον εξοστρακισμό της λήθης, την αποθέωση της ετερότητας.

Ηράκλειο, 16 Απριλίου 2014

Γ. Μ. Βαρδαβάς

[1]. Βλ. Giorgio Agamben, Βεβηλώσεις, μετάφραση: Π. Τσιαμούρας, εκδόσεις  Άγρα, Αθήνα 2006, σελ. 39.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΟΠΗ ΡΗΤΟΡΙΚΗ

Ἡ κοινότοπη καὶ βερμπαλιστικὴ ρητορικὴ καταντᾶ κουραστική. Ὁ χρόνος ὅλων εἶναι πολύτιμος. Δέν εἶναι δυνατὸν νὰ σπαταλᾶται σὲ ἀπροκάλυπτα πατερναλιστικὲς παρεμβάσεις. Ὅταν μάλιστα ἡ χρονικὴ συγκυρία ποὺ ἐπιλέγεται κάθε φορὰ γιὰ παρεμβάσεις τέτοιου εἴδους  εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ προβλέψιμη καὶ μὲ μόνο στόχο νὰ προκληθεῖ ἡ προσοχὴ τῆς κοινῆς γνώμης, τότε πάραυτα αὐτὸς ὁ λόγος αὐτοαναιρεῖται, ἀκόμη καὶ ἄν ἐμπεριέχει ψήγματα ἀλήθειας.

Γ.Μ.Β.

25-3-2014