Νικόλας Σεβαστάκης, Άνθρωπος στη σκιά

Νικόλας ΣεβαστάκηςΆνθρωπος στη σκιά: Μια ελληνική ιστορίαεκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2019, ISBN: 978-960-435-661-4.

 

Το πρώτο μυθιστόρημα του Νικόλα Σεβαστάκη με τίτλο Ἀνθρωπος στη σκιά διαβάζεται απνευστί. Μια ρεαλιστική παρουσίαση του πολιτικού κακού, όπως εκδιπλώθηκε στη χώρα μας με την εμφάνιση του φαινομένου της τρομοκρατίας.

Παρά το εξαιρετικά δύσκολο του θέματος το βιβλίο δεν υστερεί σε λογοτεχνική δεινότητα, ούτε πέφτει στην παγίδα ενός πολιτικού οιονεί μονισμού.

Πολυπρισματική γραφή, θαυμάσια αναπαράσταση της εποχής, πολλαπλοί αφηγηματικοί τρόποι προσπέλασης στην αφήγηση.

Έπειτα από την αναμέτρηση του με τη μικρή φόρμα, ο Νικόλας Σεβαστάκης αντιμετωπίζει επιτυχημένα και την πρόκληση του μυθιστορήματος.

Απείρανθος 4/8/2019

Γ. Μ. Βαρδαβάς

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ: ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Θεολόγου  3ου ΓΕΛ Ηρακλείου

 

[Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Χανιώτικα Νέα» , αρ. φ. 15808/13-7-2019, σελ. 42

Θ. Ι. Ρηγινιώτης, Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο: Δοκίμιο πνευματικής και κοινωνικής αναζήτησης, εκδόσεις Λεξίτυπον, Αθήνα 2019, σσ. 250, ISBN: 978-960-597-204-2.

   Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Λεξίτυπον» το νέο πόνημα του γνωστού θεολόγου εκ Ρεθύμνης Θ. Ι. Ρηγινιώτη με τίτλο: «Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο». Η προβληματική που απασχόλησε το συγγραφέα στο μυθιστόρημα του Εναντίον του Θεού (εκδόσεις Όμορφος Κόσμος, Ρέθυμνο 2006, βλ. σχετικό σημείωμα μας για το βιβλίο στην εφημερίδα «Πατρίς», αρ. φ. 17991/20-12-2006, σελ. 16) εδώ επεκτείνεται και διευρύνεται σε μια εξαντλητική διαπραγμάτευση. Στόχος του συγγραφέα είναι να πραγματώσει έναν οιονεί διάλογο με τον «σκεπτόμενο άθεο» της εποχής μας. Ο παραπάνω όρος δεν χρησιμοποιείται τυχαία από το συγγραφέα, δοθέντος του γεγονότος, ότι υπάρχουν άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως «άθεοι» αλλά εμφορούνται από τέτοιο βαθμό φανατισμού και καχυποψίας που καθιστούν απαγορευτική κάθε καλοπροαίρετη απόπειρα διαλόγου. Τα άτομα αυτά εμμένοντας με δογματισμό στις αθεϊστικές τους βεβαιότητες ουσιαστικά εγκλωβίζονται στην «απόλυτη αλήθεια» της  «πίστης» τους στην ανυπαρξία του Θεού. Το οντολογικό ερώτημα, ωστόσο, είναι διαχρονικό και δεν προσφέρεται για επιδερμικές προσεγγίσεις ή ιδεολογικοποιημένες απολυτοποιήσεις του τύπου «άσπρο-μαύρο». Πέραν τούτου, σαφώς  υπάρχουν και καλοπροαίρετοι άνθρωποι που μπορεί να δηλώνουν άθεοι, άθρησκοι, άπιστοι, αγνωστικιστές, σχετικιστές, σκεπτικιστές κ.α.π. (δικαίωμα τους βεβαίως, ελεύθεροι άνθρωποι είμαστε, δεν είναι εδώ Ιράν, όπως διατείνονται ορισμένοι) αλλά είναι ανοικτοί έμπρακτα στο διάλογο και τη γόνιμη ανταλλαγή επιχειρημάτων και απόψεων. Οι συγκεκριμένοι έχουν μια αρετή: έχουν μάθει να ακούνε και να σέβονται τη γνώμη του άλλου, ακόμα κι αν διαφωνούν· είναι με άλλα λόγια απροκατάληπτοι, γεγονός καθόλου αυτονόητο στους χαλεπούς καιρούς μας. Για να μην παρεξηγηθούμε, οι ανωτέρω παρατηρήσεις ισχύουν ενίοτε και για όσους δηλώνουν «ένθεοι», «πιστοί» κ.α.π., που δεν έχουν διάθεση να ακούσουν την αντίθετη άποψη αλλά θωρακίζονται πίσω από τις  «βεβαιότητες» τους. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι εν λόγω έχουν κατασκευάσει έναν χριστιανισμό «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» τους, έναν χριστιανισμό φονταμενταλιστικό και παραδοσιαρχικό, που δεν έχει καμιά σχέση με τον αυθεντικό χριστιανισμό.

   Ο συγγραφέας προσπάθησε με τρόπο τω όντι εξαντλητικό να παρουσιάσει στα δοκίμια του την αυθεντική ορθοδοξία (αποστασιοποιούμενος επιτυχημένα  από τις πολυποίκιλλες παραφθορές της), δίδοντας τη ζωντανή μαρτυρία της στους ρευστούς μετανεωτερικούς καιρούς μας. Είναι νομίζουμε γνωστό ότι λάθος εικόνα περί ορθοδοξίας έχουν διαμορφώσει τόσο οι «ένθεοι», όσο και οι «άθεοι». Οι πρώτοι εμμένουν σε μια παραδοσιαρχία που εκβάλλει στη λογική των αλήστου μνήμης θρησκευτικών οργανώσεων ή σε έναν πιετισμό προτεσταντικού τύπου ή σε έναν υφέρποντα φονταμενταλισμό που εγγίζει τα όρια του παλαιοημερολογητισμού. Φαίνεται, ωστόσο, να απουσιάζει η μέση οδός αφού από την άλλη πλευρά υπάρχει η λεγόμενη «εκσυγχρονιστική» μερίδα που εμμένει σε μια ελιτίστικη πρόσληψη της θεολογίας, καθιστώντας την τελευταία «θεολογία του σαλονιού», μια θεολογία για λίγους και εκλεκτούς θεολογίζοντες, στα όρια της σέκτας, μη έχουσα σχέση με τα προβλήματα, τα βάσανα, τις ανάγκες και τις πνευματικές ανησυχίες του λαού μας. «Αλλά ταύτα περιττά», καθότι γνωστά για να θυμηθώ την εισαγωγή του βιβλίου (σελ. 11). Από την άλλη πλευρά, η μερίδα των «αθέων» προσλαμβάνει στη συντριπτική της πλειοψηφία το χριστιανισμό με τους όρους της δυτικής σκέψης και διανόησης αγνοώντας το κοσμοσυστημικό ελληνικό παράδειγμα: αγνοούν πεισματικά και με ιδεολογική προκατάληψη το γεγονός ότι στον ελληνικό χώρο ποτέ δεν βιώσαμε φεουδαρχία, ιερά εξέταση, θρησκευτικούς πολέμους κ.α.π. αλλά αντιθέτως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας άκμασαν οι ελληνικές κοινότητες, τα λεγόμενα κοινά, που όπως επαρκώς έχει αποδείξει ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης ήταν αυτοδιοίκητες, ήταν «κοινωνίες εν ελευθερία». Όλα αυτά αγνοούνται παντελώς και υιοθετούνται μεταπρατικά τα δυτικά ιδεολογήματα (E. Hobsbawm, B. Anderson, J. P. Fallmerayer κλπ)

     Ο συγγραφέας δεν αγνοεί ότι ζούμε σε καιρούς μεταχριστιανικούς (βλ. σελ. 11) αλλά εκείνο που θέλει να μεταδώσει στον αναγνώστη είναι η αυθεντική ορθοδοξία, η πνευματική κληρονομιά της καθ’ ημάς Ανατολής, η παρακαταθήκη της νηπτικής και ασκητικής θεολογίας των αγίων, των οσίων και όλων όσοι διέβησαν τη χαρισματική οδό μέσω των τριών σταδίων (κάθαρση, φωτισμός, θέωση, βλ. μεταξύ πολλών, σελ. 221 κ.ε.), που όμως δεν πρέπει να απολυτοποιούνται, ούτε να ιδεολογικοποιούνται.

  Eνθυμούμενος τις πολυποίκιλλες παραφθορές του χριστιανισμού ο συγγραφέας παραθέτει τα παρακάτω σοφά λόγια του π. Ι. Ρωμανίδη στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Αν η Ορθοδοξία ήταν αυτή που διδάσκουν τα νεοελληνικά εγχειρίδια, εγώ σήμερα θα ήμουν άθεος». Αξίζει στο σημείο αυτό να θυμηθούμε τις καίριες επισημάνσεις του Χρήστου Γιανναρά: «Ἄν ὁ Θεὸς ὁριζόταν μὲ τοὺς κανόνες τῆς συλλογιστικῆς τῶν Σχολαστικῶν, μὲ τὶς ἐπιταγὲς ἀναγκαιότητας τοῦ νευτώνειου κοσμοειδώλου, μὲ τὶς κανονιστικὲς ἀπαιτήσεις ἤ ἠθικὲς σκοπιμότητες τῶν Διαφωτιστῶν, θὰ ἦταν «θεὸς» ὑποδεέστερος καὶ τῆς ἔκπληξης τοῦ ὑποατομικοῦ πεδίου. Τὸ συμπαντικὸ θαῦμα καὶ δράμα τῆς ἐλευθερίας μεταγραμμένο σὲ ψευδαισθήσεις εἰδωλοποιημένης αὐτάρκειας. Κι ὁ ἔρωτας κενὸ στολισμένο αἰσθήματα». (Χρ. Γιανναρά, Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων, εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2003, σελ.101)

    Το βιβλίο περιλαμβάνει δοκίμια του συγγραφέα που έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε διάφορα έντυπα και ιστοσελίδες στο διαδίκτυο αλλά έχουν ξαναδουλευθεί και πήραν την τελική τους μορφή στο εν λόγω έργο.

    Στο Α’ μέρος του βιβλίου (σελ. 15-125) με τίτλο «Η περί Θεού επιστήμη» ο συγγραφέας προσπαθεί να προσεγγίσει το περί Θεού ερώτημα μέσα από την ορθόδοξη προοπτική. Αναλύονται εξαντλητικά πλήθος συναφών θεμάτων εκ των οποίων σταχυολογούμε ελάχιστα μόνο εν συνεχεία: α) Ο νεώτερος αθεϊσμός (σελ. 18-22), β) Η γνώση του Θεού (σελ. 19, 45 κ.ε. και αλλ.), γ) Ορθοδοξία και Δύση (σελ. 22-28), δ) Περί αγάπης (σελ. 28 κ.ε., σελ. 40 κ.ε.  και αλλ.), ε) Ήθος και ηθικισμός (σελ. 30-39), στ) Το ασκητικό βίωμα στο χριστιανισμό (σελ. 50 κ.ε., σελ. 59 κ.ε.), ζ) Η αποφατική θεολογία (σελ. 52), η) Η θεολογία ως θεοπτία (σελ. 55), θ) Ψευδείς πνευματικές εμπειρίες στην ορθοδοξία (σελ. 73 κ.ε.), ι) Η διάκριση των πνευμάτων (σελ. 90 κ.ε.), ια) Περί πίστεως (σελ. 105 κ.ε.).

   Στο Β΄ μέρος του βιβλίου (σελ. 129-232) με τίτλο «Ιχνηλασίες σε μύθους και αλήθεια» ο συγγραφέας αναφέρεται σε ορισμένους αντιχριστιανικούς μύθους, τους οποίους και ανατρέπει τεκμηριωμένα, ενώ παράλληλα τον απασχολούν δογματικά και λειτουργικά θέματα. Ο πιο κλασικός εξ αυτών των μύθων, που επανέφερε στο προσκήνιο προ ετών η -ήδη ξεπερασμένη- μόδα του «ντανμπραουνισμού», αναφέρει ότι δήθεν ο χριστιανισμός που ξέρουμε πήρε την τελική του μορφή στην Α’ Οικουμενική σύνοδο της Νικαίας (325) από τον Μ. Κωνσταντίνο. Ο συγγραφέας ανατρέπει με πλήρη τεκμηρίωση τον εν λόγω μύθο (σελ. 129-134).

     Τα ζητήματα της τριαδολογίας και της χριστολογίας, που αποτελούν την πεμπτουσία της ορθοδόξου διδασκαλίας, απασχολούν ιδιαίτερα το συγγραφέα (σελ. 135-162). Αναφέρεται αναλυτικά  στις μαρτυρίες για την Αγία Τριάδα της Βίβλου (Παλαιάς και Καινής Διαθήκης) και στις μαρτυρίες των πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων της μεταποστολικής εποχής.

     Το ακανθώδες ζήτημα των σχέσεων θρησκείας και επιστήμης απασχολεί ιδιαίτερα το συγγραφέα (βλ. σελ. 162-182), ο οποίος αναφέρεται στην εικονολογική γλώσσα του βιβλίου της Γενέσεως, στους ποικίλλους ανθρωπομορφισμούς αλλά και στις σχετικές αναφορές της πατερικής ερμηνευτικής, χωρίς να παραλείπει να αναφερθεί στο απαράδεκτο του δημιουργισμού και του εξ ΗΠΑ ορμώμενου «ευφυούς σχεδιασμού» (σελ. 179). Παράλληλα τονίζει ότι θρησκεία και επιστήμη έχουν διακριτούς ρόλους και δεν πρέπει να εμπλέκεται η μια στα ζητήματα της άλλης. Διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει απόλυτη εμμένεια στις επιστημονικές διατυπώσεις (πρβλ π.χ. κβαντομηχανική, εντροπία, απροσδιοριστία κλπ): «(…) ο επιστημονικός κόσμος συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μια πλευρά της πραγματικότητας -η πιο θεμελιώδης- απρόσιτη στην ανθρώπινη κατανόηση, καθότι εντελώς διαφορετική από την καθημερινή μας εμπειρία(…)» (σελ. 171). Κατά συνέπεια η ενδεχομενικότητα και η πιθανότητα αμβλύνουν τις όποιες θετικιστικές βεβαιότητες, όπως χαρακτηριστικά έχει επισημάνει ο γνωστός φυσικός Paul Davies: «Η επιστήμη, μέσω της κβαντικής μηχανικής, έχει σχεδόν διαψεύσει τον ισχυρισμό ότι «κάθε συμβάν έχει μια αιτία». (…) Η συμπεριφορά των υποατομικών σωματιδίων είναι γενικά απρόβλεπτη. Δεν γίνεται να είστε σίγουροι τι πρόκειται να κάνει ένα σωματίδιο από τη μια στιγμή στην άλλη» (Paul Davies, Θεός και μοντέρνα φυσική, β’ έκδοση, εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα 2009, σελ. 67).

   Το συγγραφέα απασχολούν ακόμη καίρια θέματα λειτουργικής θεολογίας (σελ. 182-197), ιεραποστολικής στην Αφρική (Ουγκάντα- Κένυα, σελ. 197-207) και σωτηριολογίας (ένα σημαντικό δοκίμιο που δημοσιεύεται στις σελ. 208-232). Σχετικά με τη «μέση κατάσταση των ψυχών» (σελ. 225 κ.ε.) υπενθυμίζουμε ότι συνιστά θεολογούμενο για την ορθόδοξη εκκλησία.

        Στον Επίλογο του βιβλίου δημοσιεύεται μια λίαν ενδιαφέρουσα «Επιστολή σε γονιό, που η έφηβη κόρη του είναι έγκυος» (σελ. 233-237) και ακολουθεί αναλυτική Βιβλιογραφία. 

        Συνελόντι ειπείν, το βιβλίο αποτελεί ένα εξαιρετικό οδηγό για τον αυθεντικό χριστιανισμό μακριά από παραφθορές, παραναγνώσεις, «ιδιωτικές θεολογίες», θεολογισμούς, ηθικισμούς και εστετισμούς. Θα κλείσουμε με μια σπουδαία φράση του συγγραφέα: «(…) ο άνθρωπος καθώς γίνεται άγιος, είναι ουσιαστικά ελεύθερος, άσχετα από τις εξωτερικές συνθήκες ζωής του» (σελ. 33, υποσημείωση 24). Τεράστιο το διακύβευμα. Αντέχετε;

Ηράκλειο, 10 Ιουλίου 2019

***

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ» στις 16/7/2019. Ο υπερσύνδεσμος του άρθρου είναι: http://www.rethnea.gr/article.aspx?id=62975

Αναδημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο NULA DIES SINE LINEA στις 16/7/2019.

Αναδημοσιεύθηκε στους «Θεολόγους Κρήτης» στις 21/7/2019

Νικόλας Σεβαστάκης, Άντρας που πέφτει

 

Νικόλας Σεβαστάκης, Άντρας που πέφτει, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2015, ISBN: 978-960-435-486-3.

12243094_987660214626754_1417019866345745817_n

 

 

Στη νέα του συλλογή διηγημάτων με τίτλο Άντρας που πέφτει ο Νικόλας Σεβαστάκης ξεδιπλώνει τις πολύπλευρες ανησυχίες του. Τα παιχνίδια της μνήμης, οι πικρές αλήθειες, το ανεκπλήρωτο ταξίδι του βίου, η απώλεια, η ματαίωση, η μοναξιά, η οδύνη, η ανεστιότητα, το υπαρξιακό αδιέξοδο  διαπλέκονται αρμονικά.

Παράλληλα μέσω των ηρώων του βρίσκει ενίοτε αφορμές για να καταγράψει και να σχολιάσει στιγμιότυπα από την περιρρέουσα κοινωνική πραγματικότητα στους χαλεπούς καιρούς της κρίσης και της γενικευμένης παραίτησης.

Μάστορας της γλώσσας, αθεράπευτα ευαίσθητος, λάτρης της αφήγησης χωρίς φιοριτούρες κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Τα διηγήματα ακολουθούν τη μικρή φόρμα εκτός από το πιο εκτεταμένο «Τέλος εποχής». Παρά το γεγονός ότι η μικρή φόρμα είναι ιδιαίτατα απαιτητική ο Νικόλας Σεβαστάκης αναμετράται μ’ αυτήν με επιτυχία.

21/11/2015

Γ. Μ. Βαρδαβάς

[Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ», 21-11-2015].

Πέτρος Θεοδωρίδης,Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη, εαυτός, έθνος, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2012, ISBN: 978-960-9708-00-5.

12857_541646669195059_1409438088_n

Οκτώ χρόνια μετά τη δημοσίευση του πρώτου του βιβλίου με τίτλο “Οι Μεταμορφώσεις της ταυτότητας”  ο Πέτρος Θεοδωρίδης επανέρχεται  με μια σειρά έντεκα στοχαστικών δοκιμίων υπό το γενικό τίτλο “Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη-Εαυτός-Έθνος”. Τα δοκίμια αρχικά φιλοξενήθηκαν στην επιθεώρηση πολιτισμού ΕΝΕΚΕΝ και τώρα κυκλοφορούν σε μια καλαίσθητη έκδοση με φιλολογική επιμέλεια του Κ. Δρουγαλά από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ.

Η γραφή του Θεοδωρίδη ξαφνιάζει ευχάριστα τον αναγνώστη. Ψύχραιμη,  ευαίσθητη, αισθαντική, ώριμη, πολυπρισματική και λίαν απολαυστική ενίοτε, αλλά χωρίς υπερβολές και περιττές φιοριτούρες,  δεν στοχεύει στην κανονιστική επιβολή a priori αποφάνσεων και “θεσφάτων” αλλά αντιθέτως συμβάλλει εποικοδομητικά στον ευρύτερο διάλογο της πολιτικής επιστήμης και της κοινωνικής θεωρίας γύρω από το βασικό τρίπτυχο της προβληματικής που τον απασχολεί στο παρόν βιβλίο (πάθη- εαυτός -έθνος).

Στο πρώτο, ομώνυμο με τον τίτλο του βιβλίου, δοκίμιο (σελ. 13-33) ο συγγραφέας διαπραγματεύεται το πάντοτε ανοικτό θέμα της ταυτότητας στο σύγχρονο μετανεωτερικό περιβάλλον. Η αφήγηση πλαισιώνεται με την προβολή της σκέψης σημαντικών στοχαστών (Ζίζεκ, Αγκάμπεν, Μπάουμαν, Μπεκ, Άντερσον κ.π.α.). Ο συγγραφέας συνδέει την προβληματική για την διυποκειμενικότητα με το ζήτημα του χρόνου αναφερόμενος καταλυτικά στη λατρεία του εφήμερου στις σύγχρονες κοινωνίες (σελ.18). Από την άλλη πλευρά αναφερόμενος στη διττή διάσταση της νεωτερικότητας επισημαίνει, ακολουθώντας τη σκέψη του Μπεκ, ότι “η νεωτερικότητα υφίσταται σήμερα και ως Ιανός, με διπλό πρόσωπο. Το άλλο πρόσωπο της νεωτερικότητας, προϊον της ίδιας της σημερινής έσχατης διεύρυνσης των αρχών της, οδηγεί στην αυτουπονόμευση της” (σελ. 17). Ο συγγραφέας δεν παραλείπει να αναφερθεί στη ρευστότητα των καιρών μας υποστηρίζοντας πως “ζούμε σήμερα σε μια εποχή εναλλαγής ρόλων και αξιακού σχετικισμού. Την εποχή μας χαρακτηρίζει η γρήγορη αλλαγή και εναλλαγή των ρόλων σε συνθήκες σχεδόν εξάτμισης, εξαΰλωσης” (σελ.22). Και λίγο παρακάτω: “Ό,τι χαρακτηρίζει τη σύγχρονη εποχή είναι η αδυνατότητα να παραμείνεις στη θέση σου” (σελ.27). Με αυτά τα δεδομένα επιτείνεται η σύγχυση και η απορρύθμιση του σύγχρονου υποκειμένου, που γίνεται όλο και περισσότερο “εικονικό” (κατά τον Ρίφκιν): “Η σύγχρονη ταυτότητα αφορά στον πρωτεϊκό άνθρωπο της νέας εποχής, ο οποίος όλο και περισσότερο ζει σε προσομοιωμένα περιβάλλοντα και αναπτύσσει πολλαπλούς χαρακτήρες-ρόλους, που πορεύεται χωρίς Εγώ και εαυτό αλλά με θρύμματα μιας βραχύβιας αυνείδησης που χρησιμοποιούνται για την εκάστοτε επικοινωνία του με τους εικονικούς του κόσμους” (σελ.25). Η απορρύθμιση αυτή συνδέεται κατά το συγγραφέα με την “τυραννία της ταχύτητας” (σελ. 22-28), που τελικά εκβάλλει στην ακινησία, το φόβο και την Αγωνία (σελ.28-29). Και είναι εν τέλει  αυτή η Αγωνία που “εκκρίνει την απάντηση της αγάπης” (σελ.32-33).

Στο δεύτερο δοκίμιο με τίτλο “Η επινόηση του έρωτα” (σελ.34-54) ο συγγραφέας καταφεύγει στην ψυχανάλυση,την ιστορία, τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο προκειμένου να διαπραγματευθεί τα του έρωτα, της σεξουαλικότητας, της οικειότητας, της μοναξιάς και του ναρκισσισμού.

Στο τρίτο δοκίμιο “Έρωτας θνητός, απωθημένος θάνατος” (σελ. 55-70) ο συγγραφέας διαπραγματεύεται το τρίπτυχο: έρωτας-θάνατος-απώλεια. Αναφέρει χαρακτηριστικά: “Ο έρωτας τείνει πρός το θάνατο και ενέχει μέσα του την αγωνία, δηλαδή μια πρόγευση θανάτου” (σελ.61). Αξίζει νομίζω στο σημείο αυτό να θυμηθούμε την εξαιρετική μαντινάδα του Μήτσου Σταυρακάκη:

Ο έρωτας κι ο θάνατος ίδια σπαθιά βαστούνε
κι οι δυό με τρόπο ξαφνικό και ύπουλο χτυπούνε

Ο συγγραφέας επικαλείται τον Ζ. Μπάουμαν προκειμένου να αναπτύξει τα περί απώθησης του έρωτα και του θανάτου στις μέρες μας (σελ.62). Ακολούθως επικαλείται τη λογοτεχνία , την ποίηση και τη φιλοσοφία για να καταλήξει πως “όταν απωθούμε τον θάνατο, απωθούμε τον έρωτα. Και μαζί του τη ζωή. Και τότε οδηγούμαστε στην πλήξη, δηλαδή μια ελαφρά πρόγευση θανάτου(…)” (σελ.69).

Στο τέταρτο δοκίμιο με τίτλο  “Δειγματολόγιο συναισθημάτων” (σελ. 71- 90) αποτυπώνεται η εργώδης ενασχόληση του συγγραφέα με τα συναισθήματα. Ο συγγραφέας διακρίνει τα συναισθήματα από τις διαθέσεις (σελ. 72-73) και με μαστοριά περιγράφει την οργή (σελ. 73-75), τη ζήλια (σελ.75-78), το φθόνο (σελ.78-80), τη μνησικακία (σελ. 80-81), τη ντροπή και την υπερηφάνεια (σελ. 81-84, πρβλ. και το πέμπτο δοκίμιο “Η ντροπή”, σελ. 91-112), την αγωνία (σελ. 84-86), τη μελαγχολία (σελ.86-88), την πλήξη, την ανία, τη βαρεμάρα (σελ. 88-90).

Μια αναλυτική παρουσίαση όλων των δοκιμίων θα απαιτούσε πάρα πολύ χώρο δεδομένου ότι η προβληματική του συγγραφέα είναι πολυδιάστατη. Κλείνουμε με τους τίτλους των άλλων δοκιμίων του βιβλίου:

Έκτο δοκίμιο: Ο αυθεντικός εαυτός (σελ. 113-132)

Έβδομο δοκίμιο: Ταυτότητες και ξένοι (σελ. 133-154)

Όγδοο δοκίμιο: Οι Βαλκανικοί εθνικισμοί τον 19ο αιώνα (σελ. 155-180)

Ένατο δοκίμιο: Η αισθητική ουτοπία του έθνους (σελ. 181-203)

Δέκατο δοκίμιο: Εθνική ταυτότητα και ρουτίνα (σελ. 204-213)

Ενδέκατο δοκίμιο: Δυσφορία στη δημοκρατία (σελ. 214-230).

Η νέα σειρά δοκιμίων του Πέτρου Θεοδωρίδη, καρπός μακροχρόνιου μόχθου και συστηματικής ενασχόλησης αξίζει την προσοχή του φιλέρευνου αναγνώστη.

20-12-2012

Γ.Μ.Βαρδαβάς

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ«. Αναδημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο «Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ«.

Βασίλης Καραποστόλης, Η εποχή της όρεξης

Βασίλης Καραποστόλης, Η εποχή της όρεξης: Ακολουθώντας τα ίχνη του ’60,εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012, ISBN: 978-960-16-4339-7.

Το καλύτερο αντίδοτο στην γενικευμένη γκρίνια της εποχής είναι το καλογραμμένο βιβλίο του Βασίλη Καραποστόλη Η εποχή της όρεξης: Ακολουθώντας τα ίχνη του ’60. Ο συγγραφέας αναφέρεται μεν στη δεκαετία του ’60 αλλά όχι με τον κοινότοπο εκείνο τρόπο μιας γλυκανάλατης νοσταλγίας για ένα εξιδανικευμένο χτές. Σκοπός του είναι να καταδείξει ότι σ εκείνες τις χαλεπές μέρες δεν έλειψε από τον Έλληνα ένα πολύ βασικό χαρακτηριστικό: η όρεξη. Όρεξη για ρήξεις, όρεξη για το νέο μέσα από τη δημιουργία και κυρίως όρεξη για αναμέτρηση με τις συνεχόμενες δυσκολίες της καθημερινότητας. Αγώνας επιβίωσης και σταδιακός εγκλιματισμός στις νέες προκλήσεις. Η μετάβαση δύσκολη, επίπονη. Η μια πτώση ακολουθούσε την άλλη. Όμως παρά τις δυσκολίες ο αγώνας συνεχιζόταν αδιάκοπα, οι αναποδιές δεν έκαμπταν την κοινωνία, που έπεφτε και ξανασηκωνόταν. Άλλοι καιροί, άλλη αντίληψη, άλλη στάση ζωής, άλλη νοο-τροπία…

Όλα αυτά χάθηκαν σε σύντομο διάστημα όχι μόνο λόγω του γνωστού παρασιτισμού και της κρατικοδίαιτης “ανάπτυξης” αλλά κυρίως διότι η ευτυχία συνδέθηκε με το “κατέχειν”, την κατανάλωση, την κοινωνική δήθεν “καταξίωση”. Τη μεγάλη αυτή αλήθεια  διατύπωσε με εξαιρετικό τρόπο  η γραφίδα του Παντελή Μπουκάλα:

«…ταυτίζουμε το βίο με το βιός μας, με την περιουσία μας, επειδή, φενακισμένοι, αλλοτριωμένοι, εκβιασμένοι ή υποταγμένοι στα κυρίαρχα και εξουθενωτικά προβαλλόμενα μοντέλα ζωής καταντήσαμε να εξισώνουμε το υπάρχειν με το έχειν» («Καθημερινή», 13 Ιανουαρίου 2008).

Το βιβλίο επιδιώκει να αναστοχαστούμε κριτικά μέσα από τον οιονεί  “δανεισμό” των παρακαταθηκών μιας άλλης γενιάς, που ταλαιπωρήθηκε, μετανάστευσε, είχε συνεχείς πτώσεις και αναβάσεις αλλά όπως τονίζει εμφατικά ο συγγραφέας σχεδόν ποτέ δεν σταμάτησε να αγωνίζεται, σχεδόν ποτέ δεν λιποτάκτησε.

Κλείνουμε με μια φράση  του βιβλίου:

Στην κοινωνία γινόμαστε διπλωμάτες, στην πολιτική χασάπηδες (Β. Καραποστόλης, Η εποχή της όρεξης, σελ. 185).

Σε κάθε περίπτωση το βιβλίο αξίζει την προσοχή μας. Καλή ανάγνωση!

Λαγονήσι 9/7/2012- Ηράκλειο 22/7/2012

Γ.Μ.Βαρδαβάς

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ«, 22-7-2012.

“Μια στάλα ζωής να ξεδιψάσει η ψυχή της. Μια στάλα ζωής” : Tο “ἀεὶ σχοινοβατεῖν” της ύπαρξης μας- Σκέψεις, στιγμές και αναγνώσεις με αφορμή το βιβλίο του π. Χ. Παπαδόπουλου “Ο Κινέζος, ο Θεός και η Μοναξιά”

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, Ο Κινέζος, ο Θεός και η Μοναξιά, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2011, ISBN:978-960-527-682-9.

 

Να ζήσεις μόνο μιαν αυγή
τόση ζωή σε φτάνει

ρόδο π’ ανθεί πολύ καιρό
την μυρωδιά του χάνει.

Παραδοσιακή κρητική μαντινάδα

Το είχα προμηθευτεί μόλις κυκλοφόρησε. Πήγα και στην παρουσίαση του. Παρόλα αυτά παρέμενε υπομονετικά στη στοίβα με τα αδιάβαστα. Είναι φορές που δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαβάσεις. Κι όταν εντέλει διαβάζεις ένα πραγματικά σπουδαίο βιβλίο η σκέψη έρχεται αυτόματα: “Μα γιατί, γιατί το άφησα τόσο καιρό στην αναμονή;”. Οι βιβλιόφιλοι εν πολλοίς καταλαβαίνουν  τι εννοώ.

Το 2006 γνώρισα για πρώτη φορά τη σκέψη του π. Χ. Παπαδόπουλου. Αφορμή ένα απίστευτης ομορφιάς κείμενο του με τίτλο “Η νεκροψία της ψυχής μας” (εφημ. “Πατρίς”, 22-3-2006), που θεωρώ σκόπιμη την υπενθύμιση του εδώ:

Ποιος προφήτης τώρα θ΄ ακουστεί,
σαν φωνή σε στέρνα κλειστή,
σ΄ έναν κόσμο άδειο κι ορφανό,
ποια κραυγή από τον ουρανό

Μ. Χατζιδάκις, Η μπαλάντα του οδοιπόρου

Καθώς η ελληνική Βουλή ψήφιζε τον νόμο για την καύση των νεκρών, ένας «νεκρός» μιλούσε για την όντως ζωή και ο Θεός καταργούσε τους νόμους της φύσεως.
«Σκήνωμα ιερομονάχου ονόματι Βησσαρίων ευρέθη αναλλοίωτο, άφθαρτο και μυροβλύζον μετά από 15 χρόνια…».
Η ελληνική κοινωνία “παγώνει”, προσπαθεί ν΄ αναθερμάνει την υποθερμία της πίστεως της. Επίσημοι, θρησκευόμενοι και μη, ζητούν την βοήθεια της επιστήμης για να διασφαλίσουν την λογικοφανή «εγκυρότητα» του θαυμαστού, λες και το όνειρο πιστοποιείται ή το θαύμα αναλύεται.
«Όλα είναι μυστήριο, το κάθε τι είναι κι ένα μυστήριο…..το μυστήριο του Θεού είναι παντού…Όλα τα πράγματα και τα πλάσματα και τα πιο ασήμαντα και τα μικρά είναι μυστήρια…Τόσο το καλύτερο αν υπάρχουν μυστήρια. Πιο όμορφο ΄ναι να υπάρχει το μυστήριο. Είναι θαυμαστό και φοβερό για την καρδιά, όσο μικρό κι ακατανόητο φαντάζει για το μυαλό….Ο άνθρωπος ξέρει να καταλαβαίνει πολύ περισσότερα πράγματα, απ΄ όσα μπορεί να εκφράσει.» (Έφηβος, Φ. Ντοστογιέφσκυ)
Ο Βησσαρίων όμως μίλησε γι΄ αυτό που βίωσε, ο Θεός απάντησε και εμείς αδέξιοι χειριστές του λόγου της Αλήθειας πνιγήκαμε στην θάλασσα των ματαίων λογισμών «..φθαρτών δακρύων απόγονοι…».
Ζητείται πλέον άνθρωπος να μιλά την γλώσσα του ουρανού, του θαυμαστού !
Εάν μας κατέστησαν ανέπαφους μπροστά στο Μυστήριο, μπροστά στο θαύμα, φταίμε πρώτα εμείς, που αφήσαμε τους λογής-λογής γδάρτες των ονείρων μας να αποξηράνουν τους χυμούς της υπάρξεως μας.
Ποιος διαμαρτυρήθηκε ή «απήργησε» όταν του είπαν ότι το φεγγάρι δεν είναι σύμβολο του έρωτα, μούσα χρυσοστόλιστη του παραμυθιού, μήτε τυραννικής βραδιάς παραμυθία αλλά ένα μάτσο πέτρες και βουβοί κρατήρες ;
Ποιος φώναξε να τρίξουν τα θεμέλια της γης, όταν μας είπαν ότι ο έρωτας δεν είναι η αποκάλυψη της ζωής, το θαύμα της σχέσης που ξεπερνά την αναγκαιότητα της φύσης αλλά η βιοχημεία των συναισθημάτων μας;
Κανείς δεν έκανε απεργία πείνας υπαρξιακής όταν η μοναδικότητα του προσώπου, το ένα βλέμμα, το ένα άγγιγμα, το ένα χαμόγελο και κλάμα, το ένα και αναλλοίωτο μοναδικό έγινε «κλώνος» στα εργαστήρια της λογικολαγνείας.
Κι΄ ήρθε ο Λάκης (Λαζόπουλος) ν΄ αποκαταστήσει την χαμένη αθωότητα του μύθου, το δέος των ματιών και της ψυχής μπροστά στο θαύμα. Έβγαλε το καπέλο του και υποκλινόμενος μπροστά στον Γέροντα Βησσαρίωνα, ψέλισε την εξομολόγηση μιας ολόκληρης γενιάς.
«Συγχώρεσε Γέροντα την εποχή μου που δεν μπορεί να ψηλαφήσει το θαύμα. Που βρώμισε τόσο πολύ η ψυχή μας ώστε δεν εκπλήσσεται μπροστά στο θαυμαστό. Το θέμα δεν είναι εάν πρόκειται για θαύμα ή όχι αλλά ότι χάσαμε την αίσθηση του θαύματος στην ζωή μας…» Καληνύχτα!

[π. Χ. Παπαδόπουλος, «Η νεκροψία της ψυχής μας«, εφημ. «Πατρίς, 22-3-2006, σύνδεσμος άρθρου: http://www.patris.gr/articles/82216?PHPSESSID=]

Λίγο καιρό αργότερα ανακάλυψα το μπλόγκ του (π. Λίβυος): όαση πραγματική ομορφιάς και αγάπης. Κείμενα πολύ δυνατά, γεμάτα ζωή, σταυραναστάσιμα. Ατμόσφαιρα χαρμολύπης, κατάφασης στην ανθρώπινη κατάσταση, έμφαση στην ουσία της υπάρξεως (στο -κατά Εμμ. Λεβινάς- “υπάρχειν”). Λόγος σημερινός, απτός, χωρίς άσκοπες λεκτικές φιοριτούρες, ζεστός και προσφυής για το πολλαπλώς χειμαζόμενο και κατακερματισμένο σύγχρονο υποκείμενο. Μέσα μου αυτόματα πέρασε η σκέψη: “Υπάρχουν τέτοιοι παπάδες; Τέτοιους παπάδες θέλουμε, δυναμικούς και αγαπητικούς, απλούς, μέσα στη ζωή, δίπλα στον κόσμο και τα σοβούντα προβλήματα του, μακριά από αδιέξοδους ηθικισμούς και βερμπαλισμούς”.

Πρόσφατα είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον π. Χαράλαμπο και δια ζώσης. Ήταν κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του Στ. Ράμφου(ενός σπουδαίου διανοούμενου, παρά τις πάμπολλες διαφωνίες μου με τη σκέψη του). Εκεί πέραν της ευρύτητας της παιδείας  και της καλλιέργειας του γνώρισα κάτι σημαντικότερο: τον Άνθρωπο π. Χαράλαμπο. Έναν άνθρωπο ευαίσθητο, ήρεμο, γεμάτο αγάπη, εγκάρδιο. Ένιωσα το μεγαλείο της ευγένειας και της ζεστασιάς του. Την κατάφαση στον Άλλον, καθώς εστί,ως Προσώπον.

Αλλά και στην παρουσίαση του βιβλίου στην Ανδρόγεω πόσο συγκινητική ήταν η παρουσία των συγχωριανών και ενοριτών του! Τι παραπάνω θέλει ένας άνθρωπος από τους λόγους καρδιάς του εκλεκτού φίλου του π. Χ. Κοπανάκη;

Όλα αυτά επιβεβαιώνουν την αλήθεια του κοινωνείν:  “Καθ’ ὅ,τι ἄν κοινωνήσωμεν(…), ἀληθεύομεν, ἅ δε ἄν ἰδιάσωμεν, ψευδόμεθα” (Ηράκλειτος, στο: Diels-Kranz, Fragmente der Vorsokratiker, τόμος Ι, σελ. 148 ).

Το βιβλίο του π. Χ. Παπαδόπουλου περιλαμβάνει 18 διηγήματα. Η αφήγηση συναρπάζει. Ιστορίες από τη ζωή και για τη ζωή.  Άνθρωποι, Θεός, φύση, συναισθήματα, νοσταλγία, αθωότητα, ενοχές, πάθη, πόθοι, λογισμοί, αγώνας, ύπαρξη, ζωή, πόνος, χαρά, στιγμές, πτώσεις και αναβάσεις, απώλειες και υποστροφές, σπαρακτικά διαπλέκονται. Το “Να ζεις” είναι  διακύβευμα, αλλά και ζητούμενο, σχοινοβασία διαρκής και άθλημα ελευθερίας. Διότι “πολλές φορές δεν είναι εύκολο να βρίσκεσαι μπροστά στην ευθύνη των ονείρων σου” (σελ. 13). Μας θυμίζει ο συγγραφέας mutatis mutandis τα λόγια του Όσκαρ Ουάιλντ: “Δυο είναι οι μεγάλες τραγωδίες στη ζωή. Η μια είναι να μην πραγματοποιήσεις το όνειρο σου. Η άλλη, είναι να το πραγματοποιήσεις” (το παραθέτει ο P.Watzlawick στο βιβλίο του “Φτιάξε τη δυστυχία σου μόνος σου“, εκδ. Αλήστου μνήμης, σελ.40). Ο συγγραφέας διαπιστώνει με πικρία, πως όποιος δεν ζει, δεν αφήνει ούτε τον Άλλον να ζήσει:

(…)Ως και την θρησκεία έβαζε στη μέση. Προσπαθούσε να την γεμίσει ενοχές γιατί απλά ένιωθε γυναίκα. Παλιά τέχνη όλων εκείνων που θέλουν να ελέγχουν τους ανθρώπους μέσω των ενοχών. Να μην ζούν αυτοί και να μην αφήνουν και τους άλλους να χαρούν τη ζωή(…).

(απόσπασμα από το διήγημα “Μια στάλα ζωής”, σελ. 22).

Θα κλείσουμε το σημείωμα μας με ένα συγκλονιστικό απόσπασμα του βιβλίου αφιερωμένο σε όσους διψούν για ζωή:

(…) Το να ζεις, φίλε Βασίλη, είναι μεγάλη υπόθεση. Είναι η μεγαλύτερη τέχνη πάνω στην γη. Η τέχνη της ύπαρξης. Είναι μια περιπέτεια χωρίς εγγυήσεις και βεβαιότητες. Είναι σχοινοβασία. Και δεν μαθαίνεται ούτε με βιβλία, ούτε με κηρύγματα, ούτε με τσιτάτα. Μονάχα ζώντας μαθαίνεις να ζεις. Θα ανέβεις και θα κατέβεις πολλές φορές στην κόλαση για να φτάσεις στον παράδεισο. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος(…)

(απόσπασμα από το διήγημα “Στην Προκυμαία”, σελ. 50-51).

Αντέχετε;

Γ. Μ. Βαρδαβάς

Μεγάλη Δευτέρα/Μεγάλη Τρίτη

9-10 Απριλίου 2012

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ«, 10-4-2012

Ένα βιβλίο που θα σας καθηλώσει: Terry Eagleton, Λογική, Πίστη και Επανάσταση

Terry Eagleton, Λογική, πίστη και επανάσταση: Στοχασμοί γύρω από την περί Θεού διαμάχη, μετάφραση Πέτρος Γεωργίου,εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2011, ISBN 978-960-16-4209-3.

Ο Terry Eagleton δεν χρειάζεται συστάσεις. Είναι γνωστό ότι πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους σύγχρονους διανοούμενους. Στο νέο του βιβλίο Λογική Πίστη και Επανάσταση ο Eagleton καθηλώνει τον αναγνώστη όχι μόνο με την αντικειμενικότητα και την ευρυμάθεια του, αλλά κυρίως διότι λέει αλήθειες. Αλήθειες που ενοχλούν εκατέρωθεν (ενθέους και αθέους), αλλά αλήθειες αμείλικτες. Απέναντι σε έναν άκρατο επιστημονικό θετικισμό με έντονο δογματισμό και επιδερμική απλοϊκότητα (τύπου Dawkins) ο Eagleton προτείνει μια ριζοσπαστική ανάγνωση του χριστιανισμού, καταδικάζοντας ταυτόχρονα τη θεσμική του έκφραση για προδοσία έναντι των ριζοσπαστικών του καταβολών. Στη διελκυστίνδα πίστης και επιστήμης παρεμβάλλεται η πολιτική:

Το διακύβευμα εν προκειμένω δεν είναι κάποιο συνετά αναμορφωτικό πρόγραμμα, τύπου έγχυσης καινούργιου κρασιού σε παλιά μπουκάλια, αλλά μια πρωτοποριακή αποκάλυψη του απολύτως νέου – ενός καθεστώτος τόσο επαναστατικού, που υπερβαίνει κάθε εικόνα και λόγο, μιας ηγεμονίας της δικαιοσύνης και της αδελφοσύνης που κατά τους περί τα Ευαγγέλια γράφοντες εντυπωσιάζει ακόμη και σήμερα μέσα σε αυτόν τον χρεοκοπημένο, depasse, ναυαγισμένο κόσμο. Καμία μέση οδός δεν επιτρέπεται εδώ: η επιλογή μεταξύ της δικαιοσύνης και των εξουσιών αυτού του κόσμου δεν μπορεί παρά να είναι ξεκάθαρη και απόλυτη, ζήτημα θεμελιακής σύγκρουσης και αντίθεσης. Εδώ το ζητούμενο είναι ένα κοφτερό σπαθί, όχι ειρήνη, συναίνεση και διαπραγμάτευση. Ο Ιησούς δεν φέρνει ούτε κατά διάνοια σε φιλελεύθερο, κάτι που αναμφίβολα του το κρατάει ο Ντίτσκινς*. Δεν θα γινόταν καλό μέλος επιτροπής. Ούτε θα τα πήγαινε καλά στη Γουόλ Στριτ, όπως δεν τα πήγε καλά με τα γραφεία συναλλάγματος στον ναό της Ιερουσαλήμ. (Eagleton,μν.εργ.,σελ. 45).

Η αναμέτρηση με τη σκέψη του Eagleton δεν θα είναι εύκολη για όσους εμμένουν στις “βεβαιότητες” τους (ένθεοι ή άθεοι, αδιάφορον). Παραθέτουμε ένα “νόστιμο” τμήμα από την κριτική του Eagleton στον Dawkins:

Επειδή η ύπαρξη του κόσμου δεν υπόκειται σε καμία αναγκαιότητα, δεν μπορούμε να συναγάγουμε τους νόμους που τον κυβερνούν από απριορικές αρχές, αλλά πρέπει να κοιτάξουμε το πως λειτουργεί στην πραγματικότητα. Αυτό είναι έργο της επιστήμης. Υπάρχει λοιπόν μια περίεργη σχέση ανάμεσα στο δόγμα της δημιουργίας από το τίποτα και στον επαγγελματικό βίο του Ρίτσαρντ Ντόκινς. Χωρίς τον Θεό ο Ντόκινς θα ήταν άνεργος. Οπότε είναι άκρως αγενές εκ μέρους του το να αμφισβητεί την ύπαρξη του εργοδότη του.

(T. Eagleton, μν. έργον,σελ. 26-27).

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος που ο Eagleton ορίζει την πίστη:

Οι άνθρωποι καλούνται να μην κάνουν τίποτα περισσότερο από το να αναγνωρίσουν, μέσα από την πράξη της αγαπητικής συγκατάνευσης που ονομάζεται πίστη, το γεγονός ότι ο Θεός είναι με το μέρος τους ό,τι κι αν γίνει. Ο Ιησούς δεν έχει στην πραγματικότητα παρά ελάχιστα πράγματα να πει γύρω από την αμαρτία, αντίθετα με πλήθος φιλοκατήγορων οπαδών του. Η αποστολή του είναι να αποδεχτεί την αδυναμία των ανθρώπων, όχι να τους την τρίψει στη μούρη. (μν. εργ., σελ. 41).

Η εν λόγω ριζοσπαστική “ανάγνωση” του Eagleton δεν σημαίνει ότι αποστασιοποιείται από τις θεμελιακές μαρξιστικές καταβολές του. Στον Πρόλογο του βιβλίου ασκεί σκληρή κριτική στη θρησκεία: “Η θρησκεία έχει επιφέρει ανείπωτη εξαθλίωση στα ανθρώπινα πράγματα. Ως επί το πλείστον έχει υπάρξει μια βρομερή ιστορία μισαλλοδοξίας, δεισιδαιμονίας, ευσεβών πόθων και καταπιεστικής ιδεολογίας” (μν.εργ.,σελ.11). Ωστόσο ασκεί δριμύτατη κριτική και σε όσους επικριτές της  “αγοράζουν την απόρριψη της θρησκείας σε τιμή ευκαιρίας” , ενώ οι ίδιοι “διακατέχονται από τόσο βαθιά άγνοια και προκατάληψη ώστε να συναγωνίζονται τη θρησκεία” (ό.π.).

Ας δούμε τι λέει ο Eagleton περί χριστιανικής αγάπης:

Κατά τη χριστιανική διδασκαλία η αγάπη και η συγχώρεση του Θεού είναι αδίστακτα ανελέητες δυνάμεις, που ξεσπούν βίαια επάνω στην προστατευτική, αυτοεκλογικευτική μικρή μας σφαίρα, διαλύοντας τις συναισθηματικές ψευδαισθήσεις μας και αναποδογυρίζοντας βάναυσα τον κόσμο μας (…)

(…)Αν δεν αγαπάς είσαι νεκρός κι αν αγαπάς θα σε σκοτώσουν. Ορίστε λοιπόν η επαγγελία των παραδείσιων απολαύσεων ή το όπιο των μαζών, η παρηγοριά σας του γλυκού βλέμματος και η ευλάβεια των χλωμών παρειών.(…)

(μν.έργ.,σελ. 43-44)

Είναι τόσο πλούσια η θεματική του βιβλίου που σε κάθε σελίδα του ο αναγνώστης θα βρει κάτι που θα τον ενθουσιάσει, θα τον προβληματίσει ή μπορεί και να τον εκνευρίσει. Έτσι είναι όμως τα μεγάλα έργα. Κλείνοντας τη μικρή αυτή παρουσίαση νομίζουμε ότι αξίζει ο αναγνώστης να δει πως ορίζει ο Eagleton την “οικτρή κατάσταση”(σελ. 46) αλλά και το “μαρτύριο”(σελ. 48).

Σημ.: Οι ανωτέρω επισημάνσεις αφορούν το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου (“Τα αποβράσματα της Γης”, σελ. 17-72). Μια αναλυτική διαπραγμάτευση θα απαιτούσε πάρα πολύ χώρο. Σε τελική ανάλυση, έργα τέτοιας αξίας απαιτούν όχι μόνο την προσοχή, αλλά και την άμεση μετοχή του αναγνώστη στο βαθυστόχαστο περιεχόμενο τους.

——————————

*[Πρόκειται για παιγνιώδη σύμπτυξη των επωνύμων  Ντόκινς-Χίτσενς από το συγγραφέα «χάριν ευκολίας»(μν. έργον, σελ. 19) ].

25-12-2011

Γ.Μ.Βαρδαβάς

Πρώτη δημοσίευση στο Ιστολόγιο «Αναγνώσεις» στις 25-12-2011. Αναδημοσιεύθηκε στο Ιστολόγιο «Αριστερά και Πολιτική Θεολογία» στις 25-12-2011. Στις 27-12-2011 το παρόν αναδημοσιεύθηκε στο Ιστολόγιο «Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ«. Στις 7-1-2014 αναδημοσιεύθηκε στο Αντίφωνο.

Προς έναν «εγκάρδιο» ορθολογισμό: από την κλειστή μονοτροπία στο «ηδέως ζην»-Σκέψεις και αναγνώσεις με αφορμή την «Αλχημεία της ευτυχίας» του Νικόλα Σεβαστάκη

Νικόλας Σεβαστάκης, Η αλχημεία της ευτυχίας– Δοκίμιο για τη σοφία της εποχής, εκδόσεις  Πόλις, 4η έκδοση, Αθήνα 2001,ISBN: 960-8132-06-1

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Το βιβλίο του Ν. Σεβαστάκη Η αλχημεία της ευτυχίας (εκδ. Πόλις, Αθήνα 2001) περιλαμβάνει 19 δοκίμια και ένα υστερόγραφο. Απέναντι στις απλουστευμένες «συνταγές ευτυχίας» της νεοεποχίτικης «ειδωλολατρίας», του νεοπαγανισμού και του άκρατου οικονομισμού ο συγγραφέας προτείνει έναν «εγκάρδιο ορθολογισμό», που δεν είναι δογματικός, ούτε φανατικός αλλά γνωρίζει τα όρια του και του «αρέσει» η διαλεκτική σύνθεση. Και το κυριότερο: «αναγνωρίζει τη σημασία του μυστηρίου και της μεταφυσικής μέσα στα όρια της δημοκρατίας».

Πόνημα εργώδες, γλώσσα που γοητεύει με την ποιητικότητα της, πολιτική ανάλυση ουσιαστική, υπαρξιακή διάσταση απτή σε κάθε σελίδα.

Ένα βιβλίο ακατάλληλο για όσους έχουν βυθιστεί στην «ησυχία» τους και δεν ψάχνουν να βρουν τις ατραπούς που τρέφουν την κριτική σκέψη, για τους νεοπαγανιστές που δεν βλέπουν τίποτα πέρα από τον «κόσμο», για τους θιασώτες της υπαρξιακής «ευκολίας» και «βολής».

Αντίθετα το βιβλίο είναι κατάλληλο για όσους -με κόντρα τον καιρό- εξακολουθούν να είναι πνευματικά ανήσυχοι, για όσους δεν περιορίζουν την έννοια της πολιτικής μόνο στην κομματοκρατία αλλά γνωρίζουν τις πολυποίκιλες προκείμενες της, για όσους δεν εμμένουν πεισματικά στην «αλήθεια» τους, για όσους συνεχώς αναζητούν το νόημα της υπάρξεως.

Τα υπαρξιακά –και όχι μόνο- ερωτήματα είναι εύκολο να διατυπωθούν, αλλά δύσκολο να απαντηθούν (κάποια μένουν αναπάντητα εις το διηνεκές). Μπροστά στο φαινομενικό αδιέξοδο ο συγγραφέας προτείνει τη δύσκολο οδό: μελέτη, μόχθο, έρευνα, διάκριση, συνεχή πνευματική εγρήγορση, αξιολογική σύνθεση.

Δίνοντας χώρο και στη μεταφυσική μέσα στα όρια της πολιτικής δείχνει ανοικτά ότι αποστασιοποιείται από τη συνήθη «Βουλγάτα» των επιδερμικών μονισμών και της κυρίαρχης μονοτροπίας.

Η περιγραφή του σύγχρονου πολιτικού-υπαρξιακού διακυβεύματος  είναι χαρακτηριστική: «Η απειλή σήμερα στρέφεται αδιακρίτως και εξίσου εναντίον του κριτικού, τραγικού και δημοκρατικού ατόμου που κατανοήθηκε ως πρόσωπο, ως σχέση με τον άλλον άνθρωπο» (μν. έργον, σελ. 36).

Με γλώσσα που ξαφνιάζει ο συγγραφέας περιγράφει το «μενού της παγκοσμιοποίησης»: «Αυτό το αγωνιώδες και αγωνιστικό πνεύμα που αποστραγγίζεται στη θρησκεία της εποχής, σε τούτο το μείγμα δεισιδαιμονίας και υπερκαπιταλιστικής ειδωλολατρίας, είναι αυτό που συνοδεύει το μενού της παγκοσμιοποίησης» (ό.π., σελ. 44).

Ως αντίβαρο στο πολιτικό διακύβευμα της «νέας εποχής» ο συγγραφέας προτείνει μια «δημιουργική πολυπραγμοσύνη». Ας δούμε την πρόταση του: «Στην ενδοσκοπική, αυτοαναφορική και υποχονδριακή «εσωτερικότητα» της νέας εποχής αντιπροτείνουμε μια δημιουργική πολυπραγμοσύνη: μετοχή στη διπλή αλήθεια του κοινωνικού ατόμου, στην αμφίτροπη αρμονία-δυσαρμονία ποιητικού και πολιτικού ανθρώπου. Τούτο δεν έχει σχέση με την επαναφορά της φιγούρας του «στρατευμένου» πολίτη(…)[αλλά] «μπορεί να συνοψιστεί στο εξής: για να δώσει κανείς νόημα και πλούτο στην εσωτερικότητα του χρειάζεται, συχνά, να βγει απ’ αυτή, να περιπλανηθεί, να ταξιδέψει στη βία της ιστορίας, να μεσολαβήσει τα ακριβά του αιτήματα με τις μορφές της συλλογικής ζωής. Η πολιτική είναι μια τέτοια περιπλάνηση και παραπλάνηση του εσωτερικού των ανθρώπων μέσα στην ανάγκη. Περιπλάνηση που συνιστά όμως συγκεκριμένη ελευθερία, ελευθερία και απώλεια μαζί, άρνηση της πλήρους κατοχής, του αποκλειστικού και μοναχικού κέρδους. Εκεί που υπερβαίνουμε την ιδέα ότι θα είμαστε πάντα κερδισμένοι, πως θα κατέχουμε εσαεί το όλο νόημα της ζωής μας, εκεί προετοιμαζόμαστε για την αυθεντική πολυπραγμοσύνη» (ό. π., σελ. 183-184).

Συνελόντι ειπείν η «Αλχημεία της ευτυχίας» είναι ένα αξιοεντρύφητο  ανάγνωσμα, ένα βιβλίο αναφοράς που αξίζει να διαβαστεί και να ξαναδιαβαστεί. Από τη δική μας «διπλή ανάγνωση» παραθέτουμε ένα μικρό χρονολόγιο:

 

Ημερολόγιο ανάγνωσης

1

 «Η δοσολογία της Σωτηρίας και άλλα ευτράπελα» (σελ.18-25)

Η ανάλυση του συγγραφέα στο εν λόγω δοκίμιο είναι καταλυτική. Ο συγγραφέας προσεγγίζει κριτικά τη στοχοθεσία της Νew Αge «νέο-ειδωλολατρίας», υπογραμμίζοντας ότι το διακύβευμα είναι η υποθήκευση της -κατά Καστοριάδη-«ανοικτής ερώτησης», που είναι η ερώτηση για το νόημα της ελευθερίας.

Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός επαναφέρει τη «δεσποτική μοίρα», υπονομεύει το πρόσωπο και αναδεικνύει το νεοφιλελεύθερο άτομο. Καλλιεργεί έναν «πειθαρχημένο» και υπάκουο ανθρωπολογικό τύπο και συνθέτει νηπιώδη μεταφυσική και οικονομισμό. Κατά συνέπεια δεν είναι  καθόλου τυχαίο ότι ο τύπος διανοούμενου που προβάλλει είναι ο «γκουρού».

Αλλά καλύτερα ας μιλήσει ο συγγραφέας (σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου):

 (…)[σελ.22]Η υπόθεση που κάνουμε είναι ότι οι αλχημείες της ευτυχίας και οι ανορθολογικές ειδωλολατρίες υποθηκεύουν τη δυνατότητα της «ανοικτής ερώτησης» (Καστοριάδης) που είναι η ερώτηση για το νόημα της ελευθερίας. Αυτή η προδοσία είναι διπλή, εκ των ένδον και εκ των έξω.

Εσωτερικά προέρχεται από το είδωλο του νεοφιλελεύθερου ατόμου και των κοινωνικών-πολιτισμικών μηχανισμών που του αντιστοιχούν.

Εξωτερικά, εμφανίζεται ως άρνηση των βασικών αξιών του πολιτικού ανθρώπου και του χριστιανικού προσώπου, αξίες που γεννήθηκαν γύρω από τη λεκάνη της Μεσογείου και ταυτίστηκαν με τη μοίρα της ευρωπαϊκής ανθρωπότητας(…)

 (…) [σελ.24] Ζούμε στο μυστικισμό της παγκόσμιας τεχνοαγοράς αλλά κατοικούμε και μια δημοκρατική ιστορία που δεν έχει τελειώσει. Η ελευθερία έχει κάνει τεράστια άλματα, όλο και περισσότεροι άνθρωποι ζουν περισσότερο και καλύτερα, παρά τις ανισότητες, τις φτώχιες, τις μελανές κηλίδες στο σώμα του πλανήτη.

Θέλω να επιμείνω στην ιδέα πως ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός της παγκοσμιοποίησης προδίδει τη δημοκρατική υπόσχεση σε ό, τι θεμελιωδέστερο έχει: αποκαθιστά την «ιδέα» μιας δεσποτικής μοίρας, ενός δικτύου από ανεξέλεγκτα συμβάντα, ιδέα που είναι ουσιαστικά ξένη στην ελληνοδυτική αλλά και στη χριστιανική πνευματικότητα. Γι’ αυτό και ο τύπος διανοουμένου που αντιστοιχεί στο σύστημα αυτό είναι ο γκουρού(…)

(…)Πειθαρχία είναι το σύνθημα του. Έλεγχος της ανα-[σελ.25]πνοής, τεχνικές χαλάρωσης, διευρυμένη συνείδηση. Πειθαρχία και εβδομήντα ώρες εργασίας την εβδομάδα για υπερδικτυωμένα στελέχη. Ιδού το νέο ανθρωπολογικό μοντέλο ενάντια στη «φυγοπονία»!(…)

(…)Αυτό είναι το καινούργιο μήνυμα των καιρών. Η σύνθεση της απλουστευτικής μεταφυσικής και του οικονομισμού, η απόσπαση της οικονομίας από την πολιτική και ο έρωτας της με τη… θεραπευτική θρησκεία. Μόνο που αυτή η θρησκεία μοιάζει όλο και περισσότερο με την πορνογραφία: δεν αφήνει καμία έκπληξη, κανένα χώρο πραγματικής ελευθερίας στον κοινωνό της. Τον αφήνει απλώς «ελεύθερο» να παίξει την προγραμματισμένη του φάση και να επιδοθεί στη μηχανική τελειότητα των διαλογισμών ή των ασκήσεων του. Τον προορίζει για μια σωτηρία που προκύπτει από τη βέλτιστη συνδυαστική τεχνικών και ασκήσεων. Μέχρι τον αεροβικό θάνατο ή την ανορεξική φθίση.

Αποσπάσματα από το 1ο δοκίμιο:

«Η δοσολογία της Σωτηρίας και άλλα ευτράπελα», σελ. 22,24-25

***

2

«Η Ασιατική Μαγγανεία» (σελ.26-37)

Καίριες επισημάνσεις για τα κύματα του «νεοασιατισμού» στη δυτική κουλτούρα και της γενικευμένης ακρισίας που στην ουσία «ευαγγελίζεται» ο σύγχρονος καπιταλιστικός λόγος, περιλαμβάνονται στο προκείμενο δοκίμιο. Παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα (σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου):

 [σελ.28] Οι ανατολικοί μυστικισμοί έρχονται λοιπόν να γεμίσουν τα κενά της ιδιωτικής ηθικής του σύγχρονου ανθρώπου. Και εδώ είναι το πρώτο μεγάλο παράδοξο: φιλοσοφίες ζωής που συνδέονται με κοινωνίες οι οποίες αγνοούν το άτομο, με τη δυτική έννοια του υπεύθυνου υποκειμένου και φορέα δικαιωμάτων, του ατόμου ως αυταξίας και μοναδικότητας, ανακαλύπτονται για να καλύψουν τις πνευματικές ανάγκες αυτού του ατόμου! Παράδοξο που ωστόσο δεν είναι τόσο ανεξήγητο αν σκεφτεί κανείς δυο πράγματα:

Πρώτον, ότι ο μεταμοντέρνος καπιταλισμός την ίδια στιγμή που δοξολογεί τον ατομικισμό εγκαταλείπει το [σελ.29] άτομο ως ιδιαιτερότητα και μοναδικότητα. Στη θέση του αναγνωρίζει μόνο τον οικονομικό δρώντα, το μέλος της παγκόσμιας αγοράς.

Δεύτερον, ότι η παρακμή των θεσμών και συμβόλων κύρους ευνοεί τον άγονο υποκειμενισμό και τις μορφές έκφρασης που έχουν θολό ή αυθαίρετο θεσμικό χαρακτήρα.

Υπάρχει λοιπόν μια συνάφεια μεταξύ του σύγχρονου καπιταλιστικού λόγου και της διαρκούς εμφύτευσης του ανατολικού μυστικισμού στη δυτική κουλτούρα. Η αμοιβαία έλξη των δυο φαινομένων έχει να κάνει με μια ιδέα της ευδαιμονίας αποσπασμένης από το πρόβλημα της ελευθερίας και της πολιτικής ζωής. (…)

 [σελ.32](…) Μια άβυσσος χωρίζει λοιπόν τον άνθρωπο της μη-κρίσης από τον δημοκρατικό άνθρωπο. Και αυτή η άβυσσος δεν αφορά μόνο τη δημόσια αρετή, την πολιτική ευψυχία αλλά και την υπαρξιακή ανάπτυξη, την άνθηση του προσωπικού ευαισθησιακού χώρου. Υποστηρίζω δηλαδή ότι μια ηθική της μη- κρίσης και της αποδοχής του παντός είναι ξένη και εχθρική προς την ίδια τη δυνατότητα της προσωπικής ευδαιμονίας εντός της κοινωνίας. (…)

Αποσπάσματα από το 2ο  δοκίμιο:

«Η Ασιατική Μαγγανεία», σελ.28-29, 32.

***

3

«Ο μουσικός άνθρωπος» (σελ.77-85)

Ο λόγος στο συγγραφέα(σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου):

[σελ.79](…) Οι άγιοι, παρά το σκυθρωπό των αγιογραφιών, εικαστικών ή γραπτών, είχαν πάντοτε μια συγκινητική απλότητα: έκαναν το καλό και το δίκαιο «δίχως το ψέμα του μεγάλου στυλ», δίχως τη μανιέρα του μεγάλου μάγου ή της απρόσιτης ιδιοφυίας(…)

[σελ.80] (…)Η ιστορία του ενσαρκωμένου πνεύματος –πρακτικού και μεταφυσικού- έχει λοιπόν μια δική της μουσικότητα, φτιαγμένη από συγχορδίες, διέσεις, αντιστίξεις και ημιτόνια.(…).Έχουμε έτσι πολλές μουσικές οντότητες σε αυτή την ιστορία: τη μουσική του πιστού και τη μουσική του σκεπτικιστή, την τονική κλίμακα της αρετής και αυτής των παθών, τη μουσική της ελευθερίας και εκείνη της υποδούλωσης ή της δουλοπρέπειας.

Όλα αυτά μπορούν να θεωρηθούν μια μεταφορά, ένα λίγο πολύ ποιητικό δάνειο για να μιλήσουμε περί «ιστορίας». Όμως το υποκείμενο στο οποίο αναφερόμαστε αρχίζει με μια πράξη ακρόασης. Το Εν Αρχή Ην ο Λόγος εμπεριέχει ήδη τη δυνατότητα της ακρόασης μιας σημαίνουσας αγγελίας: τη δυνατότητα της ποίησης και της μουσικής ως πρωτεύουσα διάσταση της σχέσης του ανθρώπου με το Λόγο. Αυτή η σχέση με το Λόγο του Θεού υποδεικνύει πως, εξαρχής, ο δικός μας κόσμος εγγράφεται σε μια «προσαγόρευση», μια σχέση ιδίας ακρόασης και υπ-ακοής. Η μουσική σε τούτη την απαρκτήρια προσαγόρευση, συδαυλίζει και επιτελεί συγχρόνως μια σχέση με το υπερβατικό, με το ά-μετρο. Το άμετρο του κάλλους, της αγάπης ή της δικαιοσύνης ανάλογα με τον κόσμο μέσα στον οποίο αρτιώνεται η μουσική της πράξης.(…)

[σελ.83](…)Η μετανεωτερικότητα μοιάζει ωστόσο να υποκαθιστά τον πληθυντικό με τον κατακερματισμένο εαυτό ο οποίος δεν επιτυγχάνει τη συνοχή του ψυχικού του κόσμου αλλά τη συρραφή των κομματιών του σε πρόχειρες ή ετοιμόρροπες συνθέσεις. Ή ακόμα, φτάνει σε μια συνοχή μονιστικού χαρακτήρα με σοβαρές απώλειες στις άλλες πλευρές της ύπαρξης του(…).

Αποσπάσματα από το 7ο  δοκίμιο:

 «Ο μουσικός άνθρωπος»,σελ.79,80,83

***

4

«Η μεταφυσική της παρηγοριάς» (σελ.118-130)

Στο παρόν δοκίμιο ο αναγνώστης θα βρει απαντήσεις, μεταξύ άλλων, στα παρακάτω ερωτήματα:

Γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος καταφεύγει σε μια σχεδόν νηπιώδη μεταφυσική; Για ποιους λόγους ο νεοπαγανισμός και η νεοειδωλολατρία είναι σε έξαρση στην εποχή μας; Γιατί ανθούν η παρα-ιστορία, η παρα-φιλολογία και οι θεωρίες συνωμοσίας; Γιατί η προσωποκεντρική μεταφυσική δεν δίνει «έτοιμες λύσεις»; Τι νοηματοδοτεί  η μεταφυσική του προσώπου; Γιατί ο νέο-γνωστικισμός επανεμφανίζεται στο ιστορικό προσκήνιο;

Παραθέτουμε εν συνεχεία ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το δοκίμιο (σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου):

[σελ. 119] (…) Η πνευματική ανησυχία είναι πάντως το λιγότερο που θα περίμενε κανείς σε έναν κόσμο που θέλει παρηγοριά και λήθη. Η αχίλλειος πτέρνα των στρατευμένων λόγων είναι συνήθως η περιφρόνηση της για την κόπωση των ανθρώπων, για την ανάγκη της να αποσύρονται, έστω για λίγο, έξω από την σκληρότητα των λέξεων, των πράξεων, των αποφάσεων, των λογισμών. Σκέφτομαι πως ένα μέρος της γοητείας που ασκούν οι ανορθολογικές «σοφίες» στους σύγχρονους οφείλεται σε τούτο: επιτρέπουν στο άτομο να νιώσει λίγο απαλλαγμένο από την ιστορία και της θορύβους της, του παραχωρούν ένα άνετο κάθισμα στην παρα-ιστορία ή στη μετα-ιστορία. Εξ ου και η τεράστια επιτυχία των συνωμοσιολογικών θεωριών, της [σελ.120] αστρολογικής εξήγησης ή της παραεπιστημονικής φιλολογίας που «ανατρέπει»  με εξωφρενικούς συλλογισμούς τα κατεστημένα παραδείγματα της επιστήμης(…).  

[σελ.121] (…) Ακόμα και οι μεταφυσικές που δεν απορρίπτουν την ιστορία αλλά διατηρούν μια πιο περίπλοκη σχέση μαζί της, αντιμετωπίζουν την αδιαφορία των συγχρόνων οι οποίοι προτιμούν άλλες, περισσότερο εξωφρενικές και «πιπεράτες» αφηγήσεις(…)

[σελ. 123] (…) Ο Λόγος όμως γίνεται εγκάρδιος και λυτρωτικός όταν (…) αναγνωρίζει το ανείπωτο, τα ίδια του τα όρια και τις ευθύνες των ελευθεριών που επιτρέπει στην πράξη, στη σκέψη, στο σώμα των ανθρώπων. Η ανοησία του υλισμού βρίσκεται συνεπώς όχι στο γεγονός πως αρνείται την αξιοπρέπεια του πνεύματος αλλά στο ότι γι’ αυτόν ιστορία και φύση περικλείουν τα πάντα, όλο το νόημα στο εσωτερικό τους. Μα αν ο δογματικός υλισμός παλαιού τύπου έχει εξαφανιστεί από το προσκήνιο, ο σύγχρονος παγανισμός έχει καταλάβει την ηγεμονία προσπαθώντας να δολοφονήσει τα γονιμότερα στοιχεία του αστικού πνεύματος (…).

[σελ.126] (…) Το πρόβλημα που επισημάναμε σχετικά με τον (νεο)παγανισμό δεν είναι θεολογικό αλλά πολιτισμικό: ότι καταλήγει σχεδόν πάντοτε στον αντιανθρωπισμό και στην απάρνηση του πολιτικού λόγου. Τούτο συμβαίνει ακριβώς επειδή ο νεοπαγανισμός δεν μπορεί να αναγνωρίσει άλλο από το είναι του ανθρώπου και του κόσμου και έτσι διαφθείρει το άνοιγμα του ανθρώπου στο άπειρο. (…)

[σελ. 127] Αντίθετα, η μεταφυσική εμπειρία που υπερασπιζόμαστε δεν είναι αστροναυτική αλλά προσωποπλευστική. Γίνεται χαρά του κόσμου μέσα στο όριο του, αυτό που πέραν του κόσμου και των γεγονότων χαρίζει τη δίψα της αγάπης, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας.

Από αυτή την άποψη, επανεκτιμούμε τη χριστιανική εξαγγελία ως ορίζοντα όπου τα έσχατα ερωτήματα (ο θάνατος και η νίκη επί του θανάτου, το νόημα της ύπαρξης, η αγάπη, η σχέση με τον Πλησίον) δεν ευτελίζονται σε ψυχολογικές και μυστικιστικές κατηγορίες αλλά συγκροτούν την ίδια την αξιοπρέπεια του ανθρώπινου προσώπου. Μια αξιοπρέπεια μεταφυσική που νοηματοδοτείται μεν από το πέραν του κόσμου αλλά όχι από ένα μαγικό «υπερφυσικό» Πράγμα.(…)

[σελ. 128](…) Μόνο οι «σοφίες» που διαβλέπουν σε κάθε ενσάρκωση μια πτώση, μια καταστροφή και αλλοίωση του Λόγου, μόνον αυτές αντιστρατεύονται δομικά τον ανθρωπισμό. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε εδώ για μια Γνωστική τάση (με την έννοια της αναφοράς της αντιλήψεις του Γνωστικισμού) η οποία επανεμφανίζεται σταθερά στην ιστορία(…).

Το μόνο που αξίζει να σημειώσουμε εδώ είναι πως το άνοιγμα στην υπέρβαση όπως νοείται στη χριστιανική παράδοση και ο «υπερβατισμός» όπως πωλείται της Γνωστικές σοφίες, παλαιές και μοντέρνες, διαφέρουν ριζικά και τούτη η διαφορά είναι σημαντική. Στην πρώτη περίπτωση η υπέρβαση και η επιθυμία της δεν αναιρούν την προσωπική ευθύνη και δεν επιτάσσουν την άρνηση της ιστορίας χάριν μιας φαντασιακής καθαρότητας και τελειότητας. Ενώ ο «υπερβατισμός» προσφέρει πάντα μιαν υπόσχεση απαλλαγής του εαυτού από το βάρος της μετοχής του στην κοινωνία. Γι’ αυτό και στις σύγχρονες ευτελείς εκδοχές του, στα πλαίσια των συνταγών Ευτυχίας και εσωτερικής Αλήθειας, φαντάζει γοητευτικός και παραμυθητικός. Συναρμόζεται δηλαδή εύκολα με τον ατομικισμό του συρμού στο βαθμό που τόσο ο «υπερβατισμός» [σελ. 129] όσο και ο «νατουραλισμός», τόσο ο φωτισμένος όσο και ο οικονομικός εαυτός διεκδικούν τη φυγή από την ευθύνη, τη δραπέτευση από το κάλεσμα του άλλου.(…)

Αποσπάσματα από το 12ο  δοκίμιο:

«Η μεταφυσική της παρηγοριάς», σελ.119-121,123,126-129.

***

5

«Εγκώμιο των μορφών» (σελ.153-166)

Στο δοκίμιο αυτό εξετάζονται ο σύγχρονος ανορθολογισμός, η συναλληλία «διαλογισμού» και σύγχρονου μάρκετινγκ και η συμμαχία τους στην περιφρόνηση της μορφής, των θεσμών και των αξιών (σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου):

[σελ.155](…) Ο σύγχρονος ανορθολογισμός, όποια κι αν είναι η έκφραση του, απομονώνει το αίτημα της ευτυχίας, το φετιχοποιεί και το αντιδιαστέλλει στην κριτική σκέψη. Στη θέση της κριτικής σκέψης ενθρονίζει το «διαλογισμό» ή τη θεοποίηση του ενστικτώδους βιώματος. Στην περίπτωση των διαλογιστικών εμπειριών ο «εσωτερικός εαυτός» αναδιπλώνεται στα ωκεάνια βάθη του, αποσύρεται από τους θορύβους της κοινωνίας ή τις οχλήσεις της πολιτικής πραγματικότητας αναζητώντας μια γαλήνη εργαστηρίου: γαλήνη τεχνητή, αδιάφορη δεκτικότητα στο Παν, απορρόφηση του εαυτού στην ανιστορική του ψυχή. Όσο για τη λατρεία του βιώματος και του ενστίκτου, η αλλεργία για την κριτική σκέψη διαπιστώνεται ακόμα πιο έκδηλη. Αρκεί να διαβάσει κανείς τα «σκέψεις» των εγχειριδίων του  μάρκετινγκ και όλους τους συνταγογραφικούς οδηγούς του καλού πωλητή.(…)

(…) τόσο οι διαλογιστικοί όσο και οι ενστικτο-καπιταλιστικοί λόγοι δονούνται από όμοια περιφρόνηση για τις μορφές. Συλλαμβάνουν τη ζωή ως μια ενεργειακή ροή που καταστρέφει κάθε «νόμο» και κάθε αξία, κάθε στατική και [σελ.156] αφηρημένη μορφή. Αυτό που προτάσσουν είναι η παρακολούθηση της κίνησης των αναγκών της αγοράς ή των αναγκών του εαυτού, η φυσική προσχώρηση της σκέψης στη «ροή» του έσω ή έξω κόσμου. Στη συνήθη περιφρόνηση του χρηματιστή για τις ρυθμιστικές νομοθεσίες και στη χλεύη του γκουρού για τα ηθικά και πολιτικά κριτήρια του «ακάθαρτου και αφώτιστου κόσμου» πρυτανεύει τελικά η ίδια αντιθεσμική και ζωική (βιταλιστική) απάρνηση της σκέψης και των τόπων της (…).

(…) Ο σύγχρονος ανορθολογισμός αφορά περισσότερο την προώθηση μορφών ζωής ασύμβατων με την πολιτική συνείδηση, την ηθική δέσμευση και την κριτική δραστηριότητα των ανθρώπων. Είναι ένα ρευστό πλαίσιο λόγων και πρακτικών που αποσυνδέουν το αίτημα της ευτυχίας από την έγνοια για τη δημόσια σφαίρα με την υπερεπένδυση των μικρόκοσμων εις βάρος της συνολικής δημοκρατικής πολιτείας (…).

Αποσπάσματα από το 16ο  δοκίμιο:

«Εγκώμιο των μορφών», σελ. 155-156.

 

23-30 Ιουνίου 2011

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ«, 30-6-2011.

Φτιάξε την δυστυχία σου μόνος σου: ένα βιβλίο εναντίον του εαυτού σου

Paul Watzlawick, Φτιάξε την δυστυχία σου μόνος σου, εκδόσεις Αλήστου Μνήμης, Αθήνα 2002.

Το μικρό αυτό πόνημα του Πωλ Βατζλάβικ (καθηγητή στο Τμήμα Ψυχιατρικής και Επιστημών της Συμπεριφοράς της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Stanford) είχε εκδοθεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1985 σε μετάφραση του Αντώνη Γκίκα (εκδ. IDEO-TSEPI) και γρήγορα εξαντλήθηκε.

Από την εισαγωγή του Λεωνίδα Χρηστάκη πληροφορούμαστε ότι  “(…)είναι ένα κείμενο χιουμοριστικό μεν, σοβαρότατο δε- τόσο σοβαρό που ο μεταφραστής του, όσο κι αν αυτό φαίνεται συμπτωματικά τραγικό, λίγους μήνες μετά το τελείωμα της μετάφρασης, κι αυτό το 1985, αυτοκτόνησε!” (μν. έργον, σελ. 7).

O Βατζλάβικ στο εν λόγω έργο με αρκετές δόσεις χιούμορ και ειρωνίας διαπραγματεύεται το θέμα της δυστυχίας. Πρόκειται απλά για ένα “εγχειρίδιο δυστυχίας“, όπως ίσως μας παραπλανά ο τίτλος;

Ζώντας στην εποχή του παροξυσμού των εγχειριδίων τύπου ” φτιάξτο μόνος σου” ο Βατζλάβικ θέλησε ν’ ακολουθήσει τη “συνταγή” υιοθετώντας την στον τίτλο και αποδομώντας την εν συνεχεία.

Δεν πρόκειται  όμως στην περίπτωση αυτή ούτε για απλή αποδόμηση της κλασικής αμερικάνικης ψυχαναλυτικής σχολής, όπως κακώς έχει υποστηριχθεί από ορισμένους, ούτε για  ακραιφνώς “αντιψυχιατρικό” έργο.  Αντιθέτως ο συγγραφέας λέει αλήθειες πικρές χρησιμοποιώντας αντισυμβατική γλώσσα, παιγνιώδη γραφή αλλά και πάμπολλα παραδείγματα από όλους τους χώρους του επιστητού.

Όπως  παρατηρεί ο Λ. Χρηστάκης στο έργο αυτό “(…)διαλύονται αρκετοί από τους μύθους γύρω από την ουσία  του βασικού ρόλου της ζωής που τα τελευταία σαράντα χρόνια οι ειδικοί των σχέσεων ονομάζουν επικοινωνία. Καταλήγουμε λοιπόν αμέσως στο συμπέρασμα πως η αναζήτηση μας για επικοινωνία καταλήγει σε τραγικό αδιέξοδο” (μν. έργ., σελ. 7-8).

Σταχυολογώ ελάχιστες μόνο από τις πάμπολλες συμβολικές αναφορές του Βατζλάβικ:

1. Η επίκληση της παροιμίας (βλ. ό. π., σελ. 18) “Dacunt fata volentem, nolentem trahunt” (ήτοι: η μοίρα οδηγεί αυτούς που τη δέχονται και σέρνει αυτούς που την αρνούνται). H ρήση αυτή ανήκει στον Σενέκα και προέρχεται από το έργο του “Epistulae morales ad Lucilium”,63-64,1,1 (ευχαριστώ σε αυτό το σημείο το φίλο  Μ.Κ. για την υπόδειξη της ακριβούς παραπομπής).

2. Η φράση του Όσκαρ Ουάιλντ (ό.π., σελ. 40):

Δυο είναι οι μεγάλες τραγωδίες στη ζωή. Η μια είναι να μην πραγματοποιήσεις το όνειρο σου. Η άλλη, είναι να το πραγματοποιήσεις.

3. Η βιβλική αναφορά στη γυναίκα του Λώτ (ό.π., σελ. 20-21), που έχει απασχολήσει πάμπολλους από τον Παπαδιαμάντη(μεταφραστικά και όχι μόνο)  ως τον  Χρ. Σταμούλη.

Το βιβλίο παρά το γεγονός ότι φαινομενικά προτρέπει σε “παραγωγή δυστυχίας” δεν ωθεί σε καμμία περίπτωση στην αυτοκτονία. Όπως ορθά παρατηρεί ο Γιάννης Θωμάς “(…)η έστω και πνευματώδης ή ειρωνική ψαύση των εναντίον εαυτού (…) προκαλεί αποστροφή (βλ. Γ. Θωμά, Αθώοι εν συγχύσει, Περιοδικό “Κοντέινερ”, τεύχος 6, Απρίλιος 2010, σελ. 44). Αντιθέτως εκφράζει μια αντίστροφη αισιοδοξία, γεγονός που καταφαίνεται από τον επίλογο του:

(…)όπως μπορούμε να φτιάξουμε μόνοι μας τη δυστυχία μας, μπορούμε επίσης να φτιάξουμε και την ευτυχία μας. Μια και ξεκίνησε αυτό το βιβλίο με μια φράση του Ντοστογιέφσκι, επιτρέψτε μου να κλείσω με άλλη μία. Στους “Δαιμονισμένους” ένα από τα πιο αινιγματικά πρόσωπα λέει:

“Ο άνθρωπος είναι δυστυχής, γιατί δεν ξέρει ότι είναι ευτυχής. Αυτό είναι όλο. Όταν το ανακαλύψουμε, θα γίνουμε την ίδια στιγμή ευτυχισμένοι…”.

Μ’ άλλα λόγια η κατάσταση είναι απελπιστική, και η λύση είναι απελπιστικά απλή.-

(μν.έργον, σελ.69)

Όλα τελικά είναι θέμα “ανάγνωσης”…

12-9-2010

Γ. Μ. Βαρδαβάς

Πρώτη δημοσίευση: Ιστολόγιο «Αναγνώσεις«, 12-9-2010.

Αναδημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο » Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ«, 26-3-2011.

Γέροντος Σωφρονίου του Essex, Γράμματα στη Ρωσία

Σχετικά πρόσφατα είδαν το φως της δημοσιότητας οι επιστολές του Γέροντος Σωφρονίου (Σαχάρωφ) προς τις αδελφές του Μαρία και Αλεξάνδρα και μια συνομιλία με την οικογένεια του Γέροντος, που έλαβε χώρα στη Μόσχα το 1975, με τίτλο Γράμματα στη Ρωσία (εκδ. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Essex 2009, ISBN: 978-1-8746479-70-7).Πέραν από τις άγνωστες πτυχές του βίου του γέροντος, που αποκαλύπτουν τα γράμματα αυτά, ο αναγνώστης μπορεί να διαπιστώσει τη δυναμική της θεολογικής σκέψης του γέροντος, που ως γνωστόν, υπήρξε μαθητής του αγίου Σιλουανού.
Δεν υπάρχει, κατά την ταπεινή μας άποψη, θέμα που ν’ απασχολεί το σύγχρονο πνευματικό άνθρωπο, με το οποίο να μην έχει καταπιαστεί ο σοφός Γέρων.
Σταχυολογούμε ελάχιστα δείγματα της θεματικής των επιστολών: Περί προσευχής, περί της τραγωδίας του κόσμου, περί ειρήνης, περί θανάτου και άδου, περί υπερνίκησης του κόσμου, περί επιστημονικής αμάθειας, περί της σημασίας της Κυριακής Προσευχής, περί των αγίων εικόνων, περί ελευθερίας, περί των αυτοκτονιών στις σύγχρονες κοινωνίες, περί της σύγχρονης εκκλησιαστικής ζωής, περί της ερήμου, περί της ανθρώπινης αχαριστίας, περί δικαιοσύνης, περί πτώσεως, περί απογνώσεως, περί του Φωτός της θείας αποκαλύψεως, περί αναστάσεως, περί της Σινδόνης του Torino, περί μετανοίας.
Δίνουμε ένα μικρό δείγμα από τις επιστολές:
1
Ουσιαστικά δεν γνωρίζω άλλη δυστυχία εκτός από τη συμφορά του άλυτου προβλήματος του ύψιστου νοήματος ή  έσχατου σκοπού. Όταν αυτό λυθεί, τότε κάθε τραγωδία υποχωρεί, και ο άνθρωπος εισέρχεται στον χώρο της εσωτερικής ειρήνης. (Γράμμα 3, μν. έργον, σελ.69).
2
Στη διαμάχη αυτή με τον Θεό βγήκα νικημένος: Θα με κρίνει ο Άνθρωπος που εκπλήρωσε τον Νόμο, Εκείνος που δημιούργησε όλα αυτά. Αλλά, αν και κατάλαβα ότι θα με κρίνει Εκείνος που έζησε μέσα στις δικές μου συνθήκες και σε πιο δύσκολες ακόμη, και γι’ αυτό έχει το δικαίωμα να με κρίνει, ωστόσο αυτό δεν με ικανοποιούσε ακόμη, δηλαδή δεν έλυνε την απορία μου, τη δυσκολία μου. Κι έτσι, έχοντας μείνει σε τέτοια απόγνωση περίπου 6-7 χρόνια(…) συναντήθηκα με τον Γέροντα Σιλουανό. (Συνομιλία με την οικογένεια του Γέροντος, ό.π., σελ.37).
3
…το Υπερ-προσωπικό Απόλυτο δεν ταυτίζεται καθόλου με το Είναι. Αλλά το Είναι έχει Πρόσωπο, και χωρίς το πρόσωπο αυτό τίποτε δεν μπορεί να υπάρξει: πάντα δι’ Αυτού εγένετο, δηλαδή μέσω Αυτού προήλθαν όλα, και τίποτε δεν έγινε χωρίς Αυτόν. Για τον άνθρωπο όμως γεννιέται το παράδοξο ερώτημα: «Αν όλα έγιναν από πρόσωπο, τότε πως γίνεται εγώ να είμαι ένα τόσο μικρό άτομο;». Και τότε μου έγινε κατανοητό ότι ακόμη δεν είχα φτάσει αυτή τη μορφή του Είναι, ότι ακόμα βρισκόμουν στην περίοδο πραγματώσεως αυτής της μορφής του είναι που υπάρχει εν δυνάμει σε κάθε άνθρωπο από τη στιγμή της γεννήσεως του. Μπορεί να καταλάβει κανείς πότε γίνεται πρόσωπο μόνο με την προσευχή συμπόνοιας για όλο τον κόσμο…(Συνομιλία,ό.π.,σελ.42).
Θα μπορούσαν να παρατεθούν πολλά ακόμα αποσπάσματα από το θεολογικό θησαυρό του Γέροντος. Σταματάμε κάπου εδώ διότι θεωρούμε ότι ο αναγνώστης θα πρέπει να καταπιαστεί με αυτό το έργο συνολικά και όχι αποσπασματικά.

29-9-2009

Γ.Μ.Βαρδαβάς
Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ«, 29-9-2009

Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας κ. Στυλιανού (Χαρκιανάκη), Παίδων και εφήβων

Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας κ. Στυλιανού (Χαρκιανάκη), Παίδων και εφήβων, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2009, ISBN 978-960-03-4963-4.

978-960-03-4963-4b

Του Γ.Μ.Βαρδαβά

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη η νέα ποιητική συλλογή του αρχιεπισκόπου Αυστραλίας κ. Στυλιανού. Η ποιητική ευαισθησία του αρχιεπισκόπου Αυστραλίας είναι γνωστή και αποτυπωμένη στις ποιητικές του συλλογές, που είδαν κατά καιρούς το φως της δημοσιότητας.

Στο Παίδων και εφήβων είναι συγκεντρωμένα ποιήματα γραμμένα από το 1977 έως το 2008 με κύρια θεματική τα παιδιά και τους εφήβους. Των ποιημάτων προτάσσεται το απόφθεγμα του Giacomo Leopardi:

Τὰ παιδιά βρίσκουν τό πᾶν στό τίποτα.

Οἱ μεγάλοι βρίσκουν τό τίποτα στά πάντα

Ποίηση αισθαντική, ευαίσθητη, σημερινή. Ο ποιητής φαίνεται να συμφωνεί με τον E.E.Cummings του οποίου τα λόγια προτάσσει στο Προνόμιο των νέων:

Ακόμα κι αν είναι Κυριακή, ας έχω δίκιο

γιατί όποτε οι άνθρωποι έχουν δίκιο, δεν είναι νέοι

Συγκλονιστικό το Επιμνημόσυνο (σελ.54), υπέροχοι οι Δροσουλίτες (σελ.16), δυνατή Η άλλη όψη. Δεν θα επεκταθούμε, διότι ούτε επαΐοντες είμαστε, ούτε «ειδικοί». Απλοί αναγνώστες είμαστε, που δεν θεωρούμε ότι η ποίηση είναι μόνο για τους «αλαφροΐσκιωτους». Από την εξαιρετική ποιητική συλλογή του αρχιεπισκόπου Αυστραλίας παραθέτουμε το ποίημα Αγωγή Πολίτου:

ΑΓΩΓΗ ΠΟΛΙΤΟΥ

Μήν πεῖτε στά παιδιά πώς οἱ μεγάλοι πεθαίνουν

γιατί θά φοβηθοῦν νά μεγαλώσουν!

Πεῖτε τους μᾶλλον πώς ὅταν κουρασθοῦν

ἐξαφανίζονται παίρνοντας δρόμους ανεξιχνίαστους

γι’αὐτό τούς κηρύχνουμε ἀγνοούμενους

στόν χῶρο τῆς παιδικῆς χαρᾶς.

Ἔτσι ἴσως συνηθίσουν τά παιδιἀ

νά νοσταλγοῦν καί νά ψάχνουν διά βίου…

Sydney (Ashfield), 27-9-1989

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «Αναγνώσεις«, 24-10-2009

π.Μιχ. Καρδαμάκης, Μετάληψις πυρός Λειτουργία και Ευχαριστία της Εκκλησίας

π. Μιχ. Καρδαμάκης(1932-2008)

Μια φωτισμένη μορφή, ένας μεγάλος θεολόγος

Μετάληψις πυρός-Λειτουργία και Ευχαριστία της Εκκλησίας, εκδόσεις Εν Πλώ, Αθήνα 2009, ISBN: 978-960-6719-57-8

Του Γ.Μ.Βαρδαβά

Με τη σκέψη του αειμνήστου π. Μιχ.Καρδαμάκη ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή κατά τα φοιτητικά μου χρόνια. (Ήταν η εποχή που είχαν πρωτοκυκλοφορήσει τα βιβλία του Ορθόδοξη Πνευματικότητα, Αγάπη και γάμος και τα Κεφάλαια Κατανυκτικά).

Και λέω με τη σκέψη, διότι δυστυχώς δεν έτυχε να γνωρίσω από κοντά αυτό το φωτισμένο θεολόγο της αγαπητικής θεολογίας, της ομορφιάς και της ευχαριστιακής εκκλησιολογίας.

Παραθέτω μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το εξαιρετικό βιβλίο του π. Μιχ. Καραμάκη Μετάληψις πυρός Λειτουργία και Ευχαριστία της Εκκλησίας, που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι που μας πέρασε από τις εκδόσεις Εν Πλώ (όλες οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου):

Η Λειτουργία της Εκκλησίας, είναι έργο Αγγέλων και ανθρώπων, για να τιμηθούν και να δοξασθούν τα έργα του τριαδικού Θεού, από το έργο της εν αρχή δημιουργίας του κόσμου, ως το έργο της τελικής σωτηρίας του.

Εδώ συναντιούνται άγγελοι και άνθρωποι, ουράνια και επίγεια, ορατά και αόρατα, παρόντα και μέλλοντα, ελθόντα και ερχόμενα, δημιουργία και Βασιλεία.

Μέσα στη Λειτουργία και μέσα από τη Λειτουργία, μπορούμε να κοιτάζουμε το έργο ή μάλλον το μυστήριο του κόσμου, όλων των δημιουργημένων όντων, της ζωής και του τέλους τους, στη μεταμορφωτική και μεταϊστορική, απελευθερωτική και εσχατολογική προοπτική τους.

Η Λειτουργία(…) είναι μιά καθολική, ήγουν εκκλησιαστική πράξη, που συμπλέκεται με το καθολικό-τριπλό μυστήριο της ζωής:τον Θεό, τον άνθρωπο και τον κόσμο. Είναι η μεγάλη και σταθερή αποκαλυπτική στιγμή της αλήθειας για τον Θεό, τον άνθρωπο και τον κόσμο. Και είναι κυρίως στη Λειτουργία που μας δίδεται μια νέα καθαρή θέαση του κτιστού κόσμου, ως φύσεως, ύλης ή περιβάλλοντος, η διαρκής υπόμνηση, προς εκείνους των ανθρώπων, που πολυπραγμονούν περί τον κόσμο και τα προβλήματα του, που κατέχονται από τη βουλιμία της χρησιμοθηρικής και κατακτητικής παραχρήσεως του, θύμα των ανθρώπινων ιδεολογιών και των πολιτικών σκοπιμοτήτων. Στη Λειτουργία κοιτάζουμε τον κτιστό κόσμο και όλα τα στοιχεία του στην παρθενικότητα τους, όπως ο Θεός που κοίταξε για πρώτη φορά και αναφώνησε: « Ιδού τα πάντα καλά λίαν» (Γεν.1,31).Εδώ ακριβώς διασώζεται ο διαρκής ύμνος της δημιουργίας με τη συμμετοχή όλων των στοιχείων της, σε μιαν ευχαριστιακή κλήση και αποστολή.

(μν.έργον, σελ. 48-49)

***

Είναι ο άνθρωπος, που στην αλογία του, χωρίζει τον κόσμο από τον Θεό, και είναι ο άνθρωπος ο λόγος του Λόγου, που επαναφέρει τον κόσμο στο Θεό. Και είναι η Λειτουργία, ως έργο των πιστών ή μάλλον ως συνεργία των πιστών με το Θεό, που αποκαθιστά τον κόσμο, δυνάμει της Ενανθρωπήσεως, ως κτίση ή φύση, στην προπτωτική κατάσταση του, γίνεται και κόσμος, καλός ή ωραίος, ο ίδιος κόσμημα, αποκάλυψη του γλυκασμού του κάλλους και της αγάπης.

(μν. έργον,σελ.50)

***

Είμαστε ήδη αιχμάλωτοι στη βία ή την ανάγκη των σύγχρονων ρυθμών, των αυξανόμενων θορύβων, των υπερβολικών ταχυτήτων, των απεριόριστων καταχρήσεων, των αχαλίνωτων απολαύσεων, των πλαστικών κατασκευών, των τεχνητών παραδείσων. Και κυρίως στην τυραννία του μίσους και της αρνήσεως, της αντιπαλότητας και της αντικοινωνικότητας, της συγκρούσεως και της επικρατήσεως, της ιδιοποιήσεως και της απληστίας.

Μ’ ένα λόγο, είμαστε υπηρέτες μιας ζωής χωρίς τον άνθρωπο (τον άλλο), τον κόσμο και τον Θεό. Όλοι μας σχεδόν θα επιθυμούσαμε να κατάσχουμε όλο τον κόσμο. Και όλη αυτή η απάτη, δεν μας επιτρέπει να έχουμε καιρό να εκκλησιαστούμε και να λειτουργηθούμε, να νοήσουμε και να στοχαστούμε, να εκπλαγούμε και να εκπλήξουμε, να υποφέρουμε και να αγαπήσουμε, να διακονήσουμε και να θυσιαστούμε, να αποθάνουμε και να ζήσουμε στο μεταμορφωμένο και διαρκώς μεταμορφούμενο σύμπαν του Θεού.

Προσδοκούμε τον λειτουργημένο άνθρωπο, τη μεσιτεία των Αγίων, των διακονούντων στη Λειτουργία της Ευχαριστίας του Θεού, εξαιρέτως δε της Θεοτόκου, του τόπου, όπου ο Θεός ιερούργησε το πρώτον τη σωτηρία του σύμπαντος.

(μν.έργον, σελ.54-55)

Σε κάθε περίπτωση το βιβλίο αποτελεί μια σημαντική συμβολή στον τομέα της Λειτουργικής και Ευχαριστιακής Εκκλησιολογίας. Αν κάτι τέτοιο ακούγεται πολύ “εξειδικευμένο” στο “μέσο αναγνώστη” οφείλουμε να επισημάνουμε ότι το βιβλίο είναι με τέτοιο τρόπο γραμμένο, που κερδίζει τον αναγνώστη από την πρώτη, μέχρι την τελευταία σελίδα. Μακριά απο φιοριτούρες και άσκοπους βερμπαλισμούς το βιβλίο δίνει τη ζωντανή μαρτυρία της σύγχρονης ορθοδοξίας μέσα από το λειτουργικό και ευχαριστιακό της γίγνεσθαι.

12/12/2009

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «Αναγνώσεις«, 12-12-2009

Νόρμαν Μέιλερ “Περί Θεού”: Kριτική αποτίμηση

Νόρμαν Μέιλερ, Περί Θεού,μετάφραση Ιλάειρα Διονυσοπούλου, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2008,ISBN 978-960-03-4683-1.

Του Γ.Μ.Βαρδαβά

Πρόσφατα κυκλοφόρησε στη χώρα μας σε μετάφραση το κύκνειο άσμα του γνωστού αμερικανού συγγραφέα Νόρμαν Μέιλερ. Τίτλος του “Περί Θεού”. Περιλαμβάνει εκτεταμένες συζητήσεις του συγγραφέα με τον ηθοποιό Μάικλ Λένον. Δεν προκαλεί εντύπωση που ένας πρώην “άθεος” θέλει να δώσει απαντήσεις στο περί Θεού ερώτημα. Εξάλλου τα μυθιστορήματα του Μέιλερ κατά καιρούς περιείχαν τις θεολογικές του θέσεις.

Διαβάζοντας το “Περί Θεού” δεν θα μπορούσα να μη διαφωνήσω σε αρκετά σημεία του έργου:

1. Πρώτο σημείο διαφωνίας είναι η προσπάθεια εκ μέρους του Ν.Μ.  να αναδείξει το νεογνωστικισμό ως απάντηση στα υπαρξιακά ερωτήματα των καιρών μας. Φαίνεται καθαρά η ατομοκεντρική οπτική του. Υιοθετεί το γνωστικισμό ως όχημα για την καταξίωση του “εγώ”. Έτσι φτάνει σε απαράδεκτες “ισαριθμίες”. Δεν θεωρεί το Θεό παντοδύναμο, ούτε και πανάγαθο (η ιδέα αυτή βέβαια δεν είναι καινούργια: ας θυμηθούμε τον Μπερξόν και κυρίως τον Καζαντζάκη). Από την άλλη πλευρά, τη θεολογική του αντίληψη διακατέχει η επί ίσοις όροις πάλη Θεού και διαβόλου. Δεν θεωρεί το Θεό τέλειο. Απλά τον δέχεται σαν καλλιτέχνη (θυμίζει στο σημείο αυτό τον Πλάτωνα), που όμως “κάνει λάθη”.

2. Ο χριστιανισμός που γνωρίζει ο Ν.Μ. είναι ένας δυτικότροπος και σχολαστικός χριστιανισμός. Αγνοεί την ορθοδοξία, αν και σχεδόν την επικαλείται κάνοντας λόγο για θεολογία “της απουσίας”. Ωστόσο η αποφατική θεολογία ως θεολογικός δρόμος είναι γνωστή στην ορθόδοξη παράδοση ήδη από την εποχή των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων. Αν  ο Ν.Μ. την αγνοεί, είναι μια άλλη ιστορία. Κανείς  άνθρωπος δεν είναι παντογνώστης. Πολλοί πάντως μπερδεύουν τον αυθεντικό χριστιανισμό με τις ποικίλες παραφθορές του. Πολλώ μάλλον άνθρωποι σαν τον Μέιλερ, που τον έχουν γνωρίσει μόνο στη δυτικότροπη εκδοχή του: καθολική ή προτεσταντική το πολύ. Δικαίως λοιπόν ασκεί σε πολλά σημεία κριτική, αλλά δυστυχώς φαίνεται ν’ αγνοεί ότι υπάρχει και “κάτι άλλο”, παρά τη “μειοψηφικότητα” του.

3. Η αναγνώριση εκ μέρους του Ν.Μ. της “ανωτερότητας του ιουδαϊσμού” μόνο σε προβληματισμό  μπορεί να μας οδηγήσει. Δεν διαφωνεί κανείς πως η συμβολή του ιουδαϊσμού στο μονοθεϊσμό είναι καταλυτικής φύσης. Ωστόσο ο ιουδαϊσμός στην εξέλιξή του προσέλαβε και πολύ “τυπολατρία” και ακόμα περισσότερο “νομικισμό”, αλλά και άλλα αρνητικά στοιχεία που έκαναν το νεαρό Μάρξ να γράψει ένα λίβελλο εναντίον του (το γνωστό μας “Εβραϊκό Ζήτημα”). Προσέτι δεν είναι δυνατόν η Παλαιά Διαθήκη με τις σκληρές περιγραφές της να θεωρείται “ανώτερο” κείμενο από την “ψεύτικη”(!!!), κατά τον Ν.Μ., Καινή Διαθήκη. Για μας φυσικά δεν τίθεται θέμα ανωτερότητας αλλά αλληλοσυμπλήρωσης των δυο Διαθηκών. Κατανοητή καθίσταται ωστόσο η στάση του συγγραφέα, δοθέντος ότι ανετράφη σε ιουδαϊκό περιβάλλον. Μπορεί να βαριόταν στη συναγωγή, όπως αναφέρει σε κάποια συνέντευξή του, αλλά αλλού λέει για την ευσέβεια της οικογένειάς του και κυρίως του πατέρα του, που  διατέλεσε και ραββίνος. Κατά συνέπεια δεν μπορεί στο σημείο αυτό να θεωρηθεί αντικειμενικός (αν νομιμοποιούμαστε βέβαια να κάνουμε λόγο για αντικειμενικότητα σε θέματα πίστεως και πεποιθήσεων γενικότερα˙  πρόκειται για την κλασική κατάφαση στην αλήθεια όλων όσων θρησκεύουν˙ δεν λένε απλά ότι μετέχουν στην  αλήθεια, αλλά ότι κατέχουν όλη την αλήθεια). Από  την  άλλη το θετικό είναι ότι τοποθετείται αρνητικά και έναντι του μηδενισμού και της “αθεΐας”.

4. Η απαξίωση της αγιότητας, με κυνικό μάλιστα τρόπο, από τον Ν.Μ. μας βάζει σε πολλές σκέψεις. Δέχεται την αγιότητα σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις, αλλά και εκεί οι απόψεις του είναι συγκεχυμένες. Η ειρωνική διατύπωση του ερωτήματος “πού πάνε οι άγιοι” προκαλεί θυμηδία και η κριτική του στην αυθαίρετη δυτικότροπη αντίληψη περί “περίσσειας” στις αξιομισθίες των αγίων δεν αφορά τον ορθόδοξο χριστιανισμό, που απορρίπτει ως αιρετική αυτή τη θέση. Όλα αυτά δείχνουν τουλάχιστον άγνοια της αυθεντικής διάστασης της αγιότητας. Αλλά και τα σημεία, όπου φαίνεται ν’ αναγνωρίζει πτυχές της αγιότητας, τα συνοδεύει με αφορισμούς περί “παθητικότητας” και αδυναμίας προσπαθώντας να επαναφέρει στην επικαιρότητα τη βιταλιστική αθεΐα του Νίτσε ή έστω τις βασικές πτυχές της διδασκαλίας του Νίτσε περί “υπερανθρώπου”.

5. Στο ζήτημα της θεοδικίας δίνει διάφορες διαστάσεις. Ωστόσο φαίνεται ν’ απεχθάνεται μετά βδελυγμίας την άποψη για το “μυστήριο του Θεού” και τις “άγνωστες βουλές του Κυρίου”, που “βολεύουν τους παπάδες” αλλά δεν δίνουν απαντήσεις. Προβάλλει διάφορες άλλες απαντήσεις στο πρόβλημα της θεοδικίας, που ποτέ δεν προβλήθηκαν ούτε υιοθετήθηκαν από την ορθόδοξη πατερική θεολογία και παράδοση και καμία σχέση δεν έχουν με το πνεύμα του αυθεντικού χριστιανισμού.

6. Η αποδοχή της θεωρίας της μετενσάρκωσης, ως απάντησης για το τι γίνεται μετά θάνατον, σαφώς και δεν ικανοποιεί σχεδόν κανένα σοβαρά προβληματιζόμενο για τα πνευματικά ζητήματα.

Θα μπορούσαν να αναφερθούν και άλλα σημεία διαφωνίας, αλλά κρίνουμε σκόπιμο να μην τον “διαφημίσουμε” άλλο. Στα υπαρξιακά ερωτήματα δεν υπάρχει μόνο μια απάντηση. Άλλο αν ο Ν.Μ. κατηγορεί την εκκλησία για “κατασκευή απαντήσεων”. Εξάλλου η αποφατική θεολογία δεν εξαντλεί την αλήθεια στη διατύπωση της αλλά αναδεικνύει το άρρητο, το “άκτιστο”. Δεν πρόκειται για μια δυτικότροπη “θεολογία των αρνήσεων”, αλλά για κατάφαση στο ακατάληπτο του Θεού, στο μεγαλείο του μυστηρίου Του. Κοντολογίς είναι η διάκριση μεταξύ του “τι” της αληθείας και του “ΤΙΣ έστιν η  Αλήθεια”, που οφείλουμε στη σοφία του γέροντος Σωφρονίου του Essex.

Το σημείωμα αυτό αρχικά δημοσιεύθηκε στην ΟΟΔΕ.

Φιλοκαλούμεν μετ’ ανταρσίας: Το νέο βιβλίο του Κώστα Ζουράρι

Κώστας Ζουράρις, Φιλοκαλούμεν μετ’ ανταρσίας

Προπονητική για το πολίτευμα της υπεραναρχίας, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2010, ISBN: 978-960-527-589-1.

του Γ. Μ. Βαρδαβά

Στο νέο του βιβλίο ο Κ. Ζουράρις ασχολείται με το καθ’ ημάς πολίτευμα της κοινοβιακής “Υπεραναρχίας”.  Βαθύς γνώστης του τρόπου μας, μακριά από “νεωτερικούς” ακκισμούς, φιοριτούρες και λοιπές κενολογίες εξηγεί αναλυτικά το τι συνεπάγεται η μοναχική αναχώρηση πολιτειακά, πολιτικά , φιλοσοφικά, ιλιαδορωμέικα και όχι μόνο, πάντα με το γνωστό του ύφος.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:

Τούτη τη στιγμή, όπως και για όλες τις μεθυστερο-πρωθύστερες, το αγιορείτικο πολίτευμα είναι το πιο πόστ μόντερν πιασάρικο στέκι, αν θές να πάψει η νεύρωσική σου ανθρωπαρέσκεια και να μάθεις, επιτέλους, πως είσαι μοναδικός, γιατί ” ζης από την ανάσα κάποιου άλλου “. Κι αυτός ο Άλλος ” είν’ ευεργέτης μου μεγάλος “: ο Μοναχός της αγιορειτικής υπεραναρχίας (βλ. και σελ. 165-166).

“Προαγέτης” του βιβλίου ο γνωστός καθηγητής του ΑΠΘ Λ. Ι. Σιάσος, γράφει “Μικρόν Εισοδικόν εις το θεοπαράδοτον πολίτευμα των αγγελομόρφων παλαιστών…” (σελ. 9-44). Το κείμενο του είναι βαθυστόχαστο και εισάγει τον αναγνώστη στην ησυχαστική τριβή και το μοναχικό ιδεώδες της καθ’  ημάς Ανατολής.  Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει  το κομμάτι Ε’ -ΣΤ’ , που επιγράφεται “Η ειρκτή της προσευχής, η πλατεία της θεολογίας”. Εδώ ο Λ. Ι. Σιάσος φέρνει στο προσκήνιο ένα σημαντικότατο χωρίο του αγίου Διαδόχου Φωτικής, το οποίο και αναλύει με μοναδικό τρόπο (σελ. 30 -40).

Έπεται η Εισαγωγή του βιβλίου που διαλαμβάνει τα  “Προπονητικά πρότερα και εισόδια περί το υπεραναρχικό πολίτευμα” (σελ.47-53). Ακολουθούν τα πέντε μέρη του βιβλίου (σελ. 57-217).

Στο πρώτο μέρος  (σελ. 57-91) το συγγραφέα απασχολεί το ζήτημα της ελευθερίας σε συνάρτηση με  το μοναχικό άθλημα. Στην έρημο οι “αρνητές Αντάρτες που έφτυσαν την κίβδηλη μετάνοια του Καίσαρος“   (σελ.  66) εγκαθιδρύουν το “Υπεραναρχικό πολίτευμα” (ό. π.). Όντες πραγματικοί επαναστάτες έχουν διδαχθεί από τον Ηράκλειτο ότι “ δεν μπορούν οι αδικημένοι να καθαίρονται δ’ ἄλλω αἵματι, διότι τότε κι αυτοί καταντούν μἱαινόμενοι ” (σελ.69).  Πήγαν στην έρημο ” ἐν ἀφελότητι καρδίας, όπως εκείνοι οι αφελείς ης αγαπης, των πρώτων χριστιανικών κοινοβίων” (ό.π.). Έπειτα ο συγγραφέας αναλύει την προχριστιανική διάσταση της αναχώρησης στο ελληνικό γίγνεσθαι. Η αναχώρηση δεν ήταν άγνωστη στον ελληνικό τρόπο (σελ. 71-79). Ακολουθεί το ελληνικό προπονητικό αρχέτυπον (σελ. 81-91).

Στο δεύτερο μέρος (σελ. 93-126) αναλύεται η πρόσληψη του προπονητικού αρχετύπου: γίνεται λόγος για τον πρωταθλητισμό της πτωχείας, της αγάπης, της ισοπολιτείας και της ακτημοσύνης με γνώμονα τη Φιλοκαλία που αποτελεί το “προσωποκεντρικόν του ανθρωποκεντρικού” (σελ.98). Έπεται το της “Φιλοκαλίας δυσανάβατον” (σελ. 109-122). Εξηγείται επαρκώς γιατί υπάρχει συνεχώς το “εγώ” στη Φιλοκαλία (σελ. 110). Η Φιλοκαλία δεν είναι ατομοκεντρική, αλλά προσωποκεντρική, που “μας προπονεί, μας ασκεί στο Πρωτεύθυνον:  “Τίς ἐστι λοιπὸν ὁ αἴτιος; Ἐγώ εἰμι ἡ αἰτία” (ό.π). Εν συνεχεία αναλύονται οι αναβαθμοί της φιλοκαλικής προπονητικής (σελ. 114-122). Το δεύτερο μέρος κλείνει  ένα υπέροχο κείμενο που αναφέρεται στην αγιογραφία των στρατιωτικών αγίων της ορθοδοξίας (σελ. 123-126).

Στο τρίτο μέρος που επιγράφεται “Υπάρχει το ασύντριφτο” (σελ. 129-156) ο συγγραφέας αναφέρεται στην καθημερινότητα του κοινοβιακού μοναχισμού, στους “πλούσιους της πτωχείας“, στην παγγενηά και την παγκοινιά, στη μοναχική υπακοή.

Στο τέταρτο μέρος (σελ. 157-203) υπάρχουν διάφορα κείμενα που εκφράζουν τη ζωντανή εμπειρία του συγγραφέα από την “πρωταθλητική μαρτυρία της κοινοβιακής υπεραναρχίας“. Είναι όλα τους ένα κι ένα. Προσωπικά ξεχώρισα το ” Το τζιτζίκι, το θαύμα και το θαύμα” (σελ. 182-191). Στο ακριβώς επόμενο κείμενο (“Ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός…μετ’ οργής…”) υπάρχει η εξής απίστευτη φράση:

Ο καπιταλιστής είναι τόσο άπληστος , ώστε σου πουλάει και το σκοινί για να τον κρεμάσεις (σελ.193).

Πέμπτο μέρος (σελ. 208-217) με τα λόγια του συγγραφέα: ” Και έσχατον, ως νόστος των εσχάτων, Αίνος Κωστή Μοσκώφ (βλ. εισαγωγή, σελ. 53) .

Το έργο κλείνει με μια  “περι που αυτοβιογραφία” (σελ. 209-217) του συγγραφέα.

Κλείνοντας οφείλουμε να πούμε ότι το  Φιλοκαλούμεν μετ’ ανταρσίας είναι ακατάλληλο για “εκσυγχρονιστές” και “ευρωλιγούρηδες”. Αντίθετα είναι κατάλληλο για όσους ασχολούνται με την ελληνική ιδιοπροσωπία και τον καθ’ ημάς τρόπον, ήτοι την Παράδοση μας.

9 Ιουλίου 2010

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «Αναγνώσεις«, 9/7/2ο1ο.

G.STEINER: ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ

George Steiner, Η σιωπή των βιβλίων,

μετάφραση: Σοφία  Διονυσοπούλου, γ’ έκδοση,Αθήνα 2009, εκδόσεις  Ολκός,

ISBN 978-960-8154-59-9.

Του ιδίου, Η νοσταλγία του απολύτου,

μετάφραση: Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2007,

ISBN 978-960-325-702-8

Διαβάζοντας τη «Σιωπή των βιβλίων» (εκδ. Ολκός) και τη «Νοσταλγία του Απολύτου» (εκδ. Άγρα) του G. Steiner, διαπίστωσα ιδίοις όμμασι για τι πνευματικό μέγεθος μιλάμε. Ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές της εποχής μας, ο Steiner δεν χαρίζεται σε κανέναν. Με περγαμηνές από τα πανεπιστήμια του Γέιλ, της Οξφόρδης, της Γενεύης και της Ν. Υόρκης αναλύει στη «Νοσταλγία του Απολύτου» τις θεολογικές ρίζες του μαρξισμού, του φροϋδισμού και της «δομικής ανθρωπολογίας» του Κ. Λεβί-Στρώς.

Έχοντας μελετήσει παλιότερα ένα από τα “πρωτόλεια” έργα του Marx είχα διαπιστώσει ορισμένες «θεολογικές» του αφετηρίες. Ο Steiner πάει παραπέρα. Βλέποντας κι αυτός ή καλύτερα «διαβάζοντας» την κατάπτωση της δυτικής μεταφυσικής, θεωρεί ότι οι προαναφερθείσες θεωρίες ουσιαστικά ήρθαν να καλύψουν το «κενό νοήματος», που άφησε η «πτώση» του χριστιανισμού και των θεσμοποιημένων θρησκειών γενικότερα.

Περαιτέρω διαβλέπει σ’ αυτές όλα τα δομικά θρησκευτικά στοιχεία: δημιουργία– πτώση- σωτηρία, φτάνοντας στο ν’ αποδείξει τελικά τις εβραϊκές ρίζες και των τριών. Μια τολμηρή ανατομία ακατάλληλη για ζηλωτές και φονταμενταλιστές. Απουσιάζει ωστόσο (ίσως να την αγνοεί) από τη σκέψη του Steiner η αναφορά στην ορθοδοξία και στη νοοτροπία της «καθ’ ημάς Ανατολής». Η «μειοψηφικότητά» της σε καμία περίπτωση δεν την καθιστά αμελητέα.

Ωστόσο, όπως και στους περισσότερους στοχαστές της Δύσης, αγνοείται προκλητικά η μαρτυρία της ορθόδοξης παράδοσης. Παρ’ όλα αυτά το μικρό αυτό βιβλίο του Steiner αποτελεί μια εξαιρετική κριτική σε συστήματα θεωρητικά, που σημάδεψαν τη Δύση και τη νοοτροπία της.

Η παρέκβαση του για τα «πράσινα ανθρωπάκια» είναι εξαιρετική: δείχνει ο συγγραφέας το μέγεθος του ανορθολογισμού στη Δύση, που εκφράζεται με την τεράστια απήχηση της αστρολογίας, του πνευματισμού, των θεωριών περί UFO κλπ. Η κριτική του είναι σκληρότατη: δεν μπορεί να καταλάβει πως παράλληλα με την εξέλιξη στην επιστήμη και την τεχνολογία εμφανίστηκε αυτό το απίστευτο κύμα ανορθολογισμού, γκουρουισμού και «οριενταλισμού», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει. Και πιο κάτω γράφει:

«Τα σατανιστικά σκουπίδια μας κατακλύζουν μέσα από βιβλία, περιοδικά, κινηματογραφικές ταινίες, συνεδρίες, ακόμα και μέσα από την πορνογραφία του φόνου, που ανθεί έπειτα από γεγονότα όπως οι δολοφονίες της αίρεσης του Manson. Ο ισχυρισμός ότι υφίστανται πράκτορες του κακού, τους οποίους πρέπει να κατευνάσουμε, εκμεταλλεύεται σκοπίμως τους φόβους και τη δυστυχία των ανθρώπων. Ας μην ξεχνάμε, ότι η μαγεία συνοδεύεται πάντα από εκβιασμό» (Η νοσταλγία του απολύτου, σελ.81)

Στη «Σιωπή των βιβλίων» ο Steiner είναι ακόμα τολμηρότερος. Προσπαθεί να προβεί σε μια οιονεί αποδόμηση της ανάγνωσης. Συγκρίνει προφορικότητα και γραπτό λόγο, αναγνωρίζοντας σε αρκετά σημεία την υπεροχή της προφορικότητας. Αναφέρεται επίσης στους ποικίλους φονταμενταλισμούς, τις απαγορεύσεις, τη λογοκρισία. Ένα δοκίμιο χρήσιμο σε κάθε ανήσυχο βιβλιόφιλο. Ας πάρουμε μια γεύση από τη σκέψη του:

Στις Ηνωμένες Πολιτείες η κλασική και σύγχρονη λογοτεχνία «καθαρίστηκαν» ή αποσύρθηκαν από τις δημόσιες και πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες υπό το παιδαριώδες και ταπεινωτικό πρόσχημα του «πολιτικώς ορθού» (Η σιωπή των βιβλίων, σελ.43).

3/5/2008

Γ. Μ. ΒΑΡΔΑΒΑΣ

Το μικρό αυτό σημείωμα αρχικά φιλοξενήθηκε στους Θεολόγους Κρήτης (18-7-2009).

Αναδημoσιεύθηκε με ελάχιστες προσθήκες στο ιστολόγιο «Αναγνώσεις» στις 24-1-2010.

Εγχειρίδιον (καταγραφή ενός θεολογικού διαλόγου)

Η αλληλογραφία π. Ι. Ρωμανίδη με τον καθηγ. Π. Τρεμπέλα

Του Γ.Μ. Βαρδαβά
Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρμός το βιβλίο του αειμνήστου π. Ι. Ρωμανίδου με τίτλοΕγχειρίδιον. Πρόκειται για την «άτυπη» αλληλογραφία του Ρωμανίδη με τον Τρεμπέλα με αφορμή τις αντιρρήσεις του τελευταίου για τη διδακτορική διατριβή (Το προπατορικόν αμάρτημα), που υπέβαλε στη Θεολογική Αθηνών ο Ρωμανίδης.
Με τη διατριβή αυτή φύσηξε νέος αέρας στη θεολογική σκέψη στην Ελλάδα, σε σημείο που ορισμένοι μίλησαν για «εποχή προ και μετά Ρωμανίδη».
Την έκδοση επιμελήθηκε ο Ομοτ. Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός, που έγραψε και ειδική εισαγωγή, ενώ γενική εισαγωγή συνέγραψε ο σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος.
Την εποχή που κατατέθηκε η εν λόγω διατριβή (1957) στη Θεολογική Σχολή επικρατούσε ένα έντονο δυτικότροπο και σχολαστικό πνεύμα. Την κατάσταση περιγράφει αναλυτικότατα ο Χρήστος Γιανναράς στο βιβλίο του Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα (εκδ. Δόμος, Αθήνα 1992, βλ. ιδιαίτ. σελ. 303 κ. ε.). Ο Ρωμανίδης έχοντας δάσκαλο τον μεγαλύτερο θεολόγο του αιώνα μας (τον π. Γεώργιο Φλορόφσκυ) και μεταφέροντας περγαμηνές από το πανεπιστήμια του Yale (όπου έμαθε τι εστί προτεσταντισμός), τη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού και τη Θεολογική Σχολή του Αγίου Σεργίου των Παρισίων δεν φανταζόταν επ’ ουδενί ότι στην Ελλάδα θα εθεωρείτο ορθόδοξη η ανσέλμειος διδασκαλία και ότι ο «θωμισμός» θα είχε την τιμητική του. Είναι η εποχή της «βαβυλωνίου αιχμαλωσίας» της ορθοδόξου θεολογίας και ο εξ Αμερικής ορμώμενος νεαρός και πολλά υποσχόμενος θεολόγος ουσιαστικά «ανακαλύπτει την Αμερική» στην Αθήνα του ακαδημαϊκού σχολαστικισμού και του μαξιμαλιστικού βερμπαλισμού της εγχώριας δυτικόπληκτης θεολογίας.
Ωστόσο, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, σωστά παρατηρεί στην εισαγωγή ο μητρ. Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος τα εξής: «Τα κείμενα της αλληλογραφίας θα πρέπη να μελετηθούν χωρίς να κρίνουμε τα πρόσωπα, αλλά να δούμε την προσπάθεια που έκαναν για την επαναφορά της ορθοδόξου θεολογίας στις πηγές της. Και κυρίως να δούμε την ορθόδοξη θεολογία του π. Ιωάννου Ρωμανίδου, όπως φάνηκε στη διατριβή του, που αργότερα συμπλήρωσε με νεώτερες παρατηρήσεις, όπως και την μαχητικότητα του νέου αυτού θεολόγου που δεν γνώριζε την ελληνική πραγματικότητα και εξεπλάγη που την συνάντησε, και δεν υπεχώρησε από τις απόψεις του, αλλά συγχρόνως να δούμε και τη μαχητικότητα του Παναγιώτη Τρεμπέλα, σε μια, νομιζόμενη από αυτόν, διαφοροποίηση διαφόρων θεολογικών θέσεων. Και τελικά πρέπει να εκτιμήσουμε πως και οι δύο συναντήθηκαν ακριβώς γιατί είχαν αγαθή πρόθεση» (Εγχειρίδιον, σελ. 35, η υπογράμμιση δική μας).
Σε κάθε περίπτωση το «παρασκήνιο» γύρω από τη διατριβή του Ρωμανίδη έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, ιδία εξ επόψεως θεολογικής. Σταχυολογώ ελάχιστες χαρακτηριστικές όψεις της αντιπαράθεσης Ρωμανίδη- Τρεμπέλα, με τη «φωνή» του Ρωμανίδη, για να πάρει ο αναγνώστης μια πρώτη γεύση:
  • «Ο κ. Τρεμπέλας είχε την απαίτησιν να αρνηθώ το Ορθόδοξον δόγμα ότι η σωστική χάρις και ενέργεια του Θεού είναι άκτιστος και να δεχθώ την παπικήν πλάνην ότι είναι κτιστή» (ό. π. , σελ. 91).
  • «Ακολουθών του Δυτικούς (ενν. ο Τρεμπέλας) ενόμιζεν ότι εν τω Θεώ ενέργεια και ουσία είναι ταυτόν και δια τούτο επέμενεν εις την Παπικήν αίρεσιν ότι η θεία ουσία είναι νους και εν γένει καθαρά ενέργεια. Όταν λοιπόν εδιάβασε δια πρώτην φοράν ότι η νοητική ενέργεια του Θεού δεν είναι η θεία ουσία, ήτο φυσικόν να νομίση ότι τούτο σημαίνει στέρησιν νοός εν τω Θεώ» (ό. π., σελ. 98-99).
  • «Εάν, ως ισχυρίζεται ο κ. Τρεμπέλας, η λέξις αγέννητος σημαίνει άκτιστος, τότε η λέξις γεννητός σημαίνει κτιστός. Εν τοιαύτη περιπτώσει μόνο ο αγέννητος Πατήρ θα ήτο άκτιστος και ο γεννητός Υιός του Θεού θα ήτο κτιστός. Αγέννητος και άναρχος είναι μόνον ο Πατήρ. Ο Υιός είναι γεννητός και συνάναρχος τω Πατρί» (ό. π. , σελ. 103).
  • «Ως ξένος εις την Ελλάδα δεν γνωρίζω πως να δικαιολογήσω την ετερόδοξον πίστιν του κ. Τρεμπέλα. Έν πράγμα ξεύρω μόνον, ότι δεν ήλθα εις την Ελλάδα, δια να μάθω ότι ο Αυγουστίνος, ο Θωμάς Ακινάτος και ο Άνσελμος είναι κάτοχοι της αληθείας! Εν τοιαύτη περιπτώσει η φοίτησις εις την Ελλάδα δι’ ημάς τους αλλοδαπούς Ορθοδόξους είναι χαμένος χρόνος. Υπάρχουν πλείστοι ετερόδοξοι καθηγηταί εις την Αμερικήν, οι οποίοι κατέχουν και κατά θαυμαστόν τρόπον διδάσκουν τας αιρέσεις του Αυγουστίνου, του Ανσέλμου και του Θωμά Ακινάτου. Θα ήτο ανόητον να ερχώμεθα από τόσον μακρυά, ίνα διδαχθώμεν ότι αι αιρέσεις αυτών είναι Ορθόδοξοι αλήθειαι» (ό. π., σελ. 121).
Το Εγχειρίδιον έχει πολλά ακόμα ενδιαφέροντα στιγμιότυπα της σύγκρουσης Τρεμπέλα-Ρωμανίδη. Η μαχητικότητα και η «σκληρή» γλώσσα του Ρωμανίδη επ’ ουδενί δεν «μειώνει» την αξία ενός «χαλκέντερου» θεολόγου, όπως ήταν ο Τρεμπέλας. Κανείς δεν έχει «σε όλα δίκιο». Η αλληλογραφία δείχνει τη σύγκρουση δυο διαφορετικών «σχολών σκέψης». Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να «αγιοποιηθεί» ο Ρωμανίδης, ούτε βέβαια, από την άλλη να «μηδενιστεί» το τεράστιο έργο και η προσφορά του Τρεμπέλα στη θεολογία και στην εκκλησία.

Κοντολογίς το Εγχειρίδιον είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για τον αναγνώστη που θα ήθελε να εμβαθύνει στις ιδιαίτερες συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί στην ελληνική θεολογία λίγο πριν τη «μεγάλη έκρηξη» της θεολογικής γενιάς του ’60. Με μια προϋπόθεση: ο αναγνώστης να μην εστιάζει την προσοχή του στα πρόσωπα και τους πρωταγωνιστές αλλά –το επαναλαμβάνουμε κι ας γινόμαστε κουραστικοί- στις τάσεις και τις ζυμώσεις του θεολογικού γίγνεσθαι εκείνης της περιόδου.

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «Αναγνώσεις«, 5-12-2009. Αναδημοσίευση στους  Θεολόγους Κρήτης , 22-12-2009

Εσκιμώοι, Κινέζοι και νήπια στη χορεία των ορθόδοξων Αγίων

Δύο αξιόλογες μελέτες αγιολογικού και υμνολογικού περιεχομένου. Τα  βιβλία του Θ. Ι. Ρηγινιώτη “Σύγχρονοι Αγιοι” και “Αγια Νήπια”

Γράφει ο Γ.Μ.Βαρδαβάς

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησαν τα δυο καινούργια έργα του δραστήριου θεολόγου εκ Ρεθύμνης Θ.Ι. Ρηγινιώτη. Ο συγγραφέας ως γνωστόν ασχολείται με τον κρητικό στίχο, τη λαογραφία της Κρήτης και το εν γένει κρητικό ιδίωμα. Καρπός της μακροχρόνιας ενασχόλησής του με τα του κρητικού ιδιώματος είναι τα προηγούμενα έργα του “Ο παραμυθάς με το νταούλι” (Ρέθυμνο 1998) και “Τίβοτσι” (Ηράκλειο 2001). Τα καινούργια του έργα αφορούν τη Θεολογική επιστήμη, που εδώ και αρκετά χρόνια υπηρετεί.
Στο βιβλίο “Αγια Νήπια”, ο συγγραφέας εκδιπλώνει το πολύπλευρο ταλέντο του, που, εκτός από τη δημιουργία εξαιρετικών μαντινάδων, επεκτείνεται και στην υμνογραφία. Πρόκειται, όπως δηλώνει και ο υπότιτλος του βιβλίου, για “Παράκληση προς τα νήπια της Βηθλεέμ, τα θύματα της σφαγής των νηπίων”, υπό του Ηρώδου. Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη τους στις 29 Δεκεμβρίου. Στη σύντομη αλλά περιεκτική εισαγωγή του βιβλίου τίθεται το ιστορικό πλαίσιο αλλά και η θεολογική βάση των γεγονότων της σφαγής των νηπίων. Ο συγγραφέας προχωρά ακόμα περισσότερο αναφερόμενος στο πρόβλημα της θεοδικίας εξ ορθοδόξου απόψεως. Σωστά γνωστός πανεπιστημιακός έχει επισημάνει ότι “ο λόγος της Θεολογίας είναι η θεοδικία”. Ο συγγραφέας δεν χαρίζεται και θέτει το πρόβλημα στις σωστές διαστάσεις του: “Γιατί ο Θεός επέτρεψε τέτοια σφαγή; Το ερώτημα είναι ανάλογο με το γιατί ο Θεός, ο πανάγαθος και παντοδύναμος, επέτρεψε το Μεσαίωνα, την αποικιοκρατία ή τους παγκοσμίους πολέμους και επιτρέπει σήμερα την εξαθλίωση των φτωχών λαών…” (σελ. 5). Ακολούθως θέτει το πρόβλημα στις σωστές του διαστάσεις αναφερόμενος στη δικαιοσύνη του Θεού αλλά και στην ανθρώπινη ευθύνη. Παραλλήλως αναφέρεται και σε άλλες περιπτώσεις παιδομαρτύρων (Αγιος Κήρυκος, Αγία Πίστη κλπ). Η εισαγωγή κλείνει με μια σύντομη αναφορά στην ορθόδοξη υμνογραφία. Επεται ο παρακλητικός κανών απ’ όπου σταχυολογούμε ένα μικρό δείγμα:

Αγνών Νηπίων
το χρυσόπτερον σμήνος,
ώσπερ μελισσών
φωλευόντων εν βράχω,
τον ουρανόν εποίησε
κοιλάδα Φωτός, ταύτα
και ημείς υμνήσωμεν
και θερμώς μελωδήσωμεν,
ου φωνή κραυγάζοντες,
ίνα μη φοβηθώσι,
αλλ’ εν σεμνή πραεία
προσευχή, καθώς αρμόζει
εις άγια Νήπια.

Διάσωσον από κινδύνων
τους δούλους σου Θεοτόκε
των εν Βηθλεέμ σου
μαρτύρων κύκλω πετόντων
σοι και ίασαι ασθενείας
και πάθους

Εν τω παραδείσω, εις κήπον
χαράς, οι βλαστοί Κυρίου
εξήνθισαν.
Μητέρες δε μη κλαίετε
βρεφών υμών σφαγήν
ταύτα εν ταις νεφέλαις
υπ’ αγγέλων κρατούνται
νέκταρ αγιότητος
και της ζωής καρπούς
γευόμενα.
Εν μαιευτηρίω
των ουρανών άγγελοι
Κυρίου εγεννήθησαν
νεοσσοί εγγύς της ημέρας
των πρώτων
Χριστουγέννων και
της αθανασίας γάλα
εθήλασαν.

Στο μικρού σχήματος βιβλίο “Σύγχρονοι Αγιοι” ο συγγραφέας με συστηματικό τρόπο αναφέρεται σε αρκετές περιπτώσεις σύγχρονων Αγίων και οσίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Στα θετικά του βιβλίου συγκαταλέγεται και η πλούσια εικονογράφησή του. Στο εξώφυλλο υπάρχει η εικόνα των εν Κίνα μαρτυρησάντων κατά την επανάσταση των Μπόξερ (1900). Εκπλήσσεται κανείς με την οικουμενικότητα της Ορθοδοξίας. Μέχρι και στην Κίνα υπάρχει “νέφος μαρτύρων”, Αγίων που θυσιάστηκαν για το Χριστό. Μεγάλη έκπληξη περιμένει τον αναγνώστη και στο οπισθόφυλλο καθώς εκεί διαπιστώνει ότι στη χορεία των Αγίων της Εκκλησίας μας συγκαταλέγονται και Εσκιμώοι. Πρόκειται για τον Αγιο Πέτρο τον Εσκιμώο (της φυλής των Αλεούτων). Ο συγγραφέας αντί προλόγου παραθέτει το συναξάριο του (σελ. 7-8). Ακολουθεί μια εμπεριστατωμένη ανάλυση της ορθοδόξου σωτηριολογίας. Στο πλαίσιο αυτό αναλύονται οι έννοιες της ειρήνης και της αγιότητας.
Επεται η διαπραγμάτευση του κυρίως θέματος του βιβλίου, που αφορά στους Αγίους και Οσίους του εικοστού αιωνα. Μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται οι εν Κίνα μάρτυρες, ο Αγιος Ιωάννης της Κροστάνδης, ο Αγιος Νεκτάριος, ο Αγιος Νικόλαος Πλανάς, ο Αγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, ο Αγιος Σεραφείμ της Βίριτσα, ο γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης, ο Αγιος Λουκάς ο ιατρός, ο Αγιος Ιωάννης της Σανγκάης, ο γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος, ο γέροντας Ιάκωβος, ο γέροντας Πορφύριος, ο γέροντας Παϊσιος κ.π.α.
Στο βιβλίο υπάρχει και αξιόλογο υμνογραφικό παράρτημα ανθολογημένο από διάφορες πηγές. Αξίζει να αναφερθεί και η ύπαρξη ευσύνοπτου χρονολογικού και γεωγραφικού πίνακα στο τέλος της μελέτης. Παραθέτουμε από το υμνογραφικό παράρτημα τα απολυτίκια του Αγίου Πέτρου του Εσκιμώου και των εν Κίνα μαρτυρησάντων:

Σε τον ήρωα
εν τοις βασάνοις
και αθλήσαντα φρικτώς
εν πάγοις
Νεομάρτυρα Πέτρον
τιμήσωμεν
των Αλεούτων ελπίδα
και καύχημα
και των εν δούλοις λαών
εγκαλλώπισμα
Μάρτυς ένδοξε, τον πάντων
Θεόν ικέτευε
Το έαρ εισελθείν εν ταις
ψυχαίς ημών.

Εκ των ηπείρων του κόσμου
συναχθέντες πάντες εις Κίναν
οι φιλόθεοι στραφώμεν
των Κινέζων μαρτύρων
εορτήν ποιούντες
Αυτοί γαρ ζωήν εδώρισαν
τω Χριστώ αγρίως
αναιρεθέντες ώσπερ αμνοί
και οικούντες παράδεισον
λαούς φρουρούσι της γης
αεί Θεώ πρεσβεύοντες
δι’ ειρήνην παγκόσμιον.

Καταλήγοντας θα λέγαμε ότι τα ανωτέρω έργα αποτελούν μια χρήσιμη προσθήκη στην αγιολογική και υμνολογική βιβλιογραφία.

Πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ», αρ.φυλ. 17636,

Ηράκλειο 12/10/2005, σελ.14.

Το λίνκ του άρθρου είναι:

http://www.patris.gr/articles/70916

«Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ» : ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΔ. Ι. ΖΙΑΚΑ

b137783

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Αρμός» το νέο βιβλίο του Θ. Ι. Ζιάκα με τίτλο «Ο σύγχρονος μηδενισμός». Ο συγγραφέας, γνωστός για τη βαθύτατη -εξαντλητική σχεδόν – ανάλυση της προβληματικής που τον απασχολεί, επανέρχεται με ένα πολύ «επίκαιρο» θέμα. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το συγγραφέα δεν τον ενδιαφέρει να γίνει «αρεστός». Μακριά από τις απαιτήσεις και τα προτάγματα της νεωτερικής «Βουλγάτας», ο συγγραφέας προβαίνει σε μια αντικειμενική επισκόπηση του θέματος.

Τον Θ. Ι. Ζιάκα απασχολεί το ζήτημα του μεταμοντέρνου μηδενισμού, που δεν έχει καμία σχέση με το γνωστό μας βιταλιστικό ή μοντέρνο μηδενισμό: «καθώς αξία γι’ αυτόν είναι η αποδόμηση των αξιών, ο μεταμοντερνισμός αναδεικνύεται στον κατ’ εξοχήν μηδενισμό» (σελ. 36).
Αυτή η απαξίωση των αξιών γίνεται στο όνομα της ισχύος και της δυνάμεως του χρήματος: «Μόνο στη δική μας εποχή η απαξίωση των αξιών έχει αποκτήσει την περιωπή αυτονόητης υπέρτατης αξίας. Μόνο σήμερα αντιμετωπίζουμε σαν γραφικά απολιθώματα όσους εκφράζουν την πίστη τους σε υπερατομικές αξίες. Ποτέ άλλοτε το Χρήμα δεν είχε τόσο ριζικά υποκαταστήσει το Άγιο Πνεύμα στο πλαίσιο του “χριστιανικού πολιτισμού”. Αν η πίστη σε υπερατομικές αξίες, ως αναγκαίες για την κοινωνική ευρυθμία και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του καθενός, συναντά σήμερα μια τόσο χαρακτηριστική δυσανεξία, είναι γιατί η σχετικιστική ουσία του μηδενισμού έχει καταστεί μαζική κουλτούρα» (σελ. 17). Ενισχύεται δε από το νεωτερικό πρόταγμα της θεοποίησης της επιστήμης και της τεχνικής: «Μιλάμε για έναν κόσμο όπου αληθές είναι μόνο το επιστημονικώς αληθές, δηλ. το πειραματικώς επαληθεύσιμο, γεγονός που εντάσσει την επιστήμη στη σφαίρα της τεχνικής. Η τεχνική γίνεται έτσι το κριτήριο της αλήθειας και τίθεται πέραν κάθε ηθικής και πολιτικής απόφανσης (…).Έχει γίνει μια θρησκεία, η οποία δεν δέχεται να την κρίνει κανείς» (σελ. 30).

Τα κύρια σημεία του μεταμοντέρνου μηδενισμού εστιάζονται: α) στην απουσία ταυτότητας, β) στην εκμηδένιση της ελευθερίας του προσώπου και στην αντικατάσταση της από τη συστημική απροσωπία. Το διακύβευμα είναι σαφώς η ατομική ελευθερία. Γι’ αυτό ο συγγραφέας τοποθετεί ως υπότιτλο στο έργο του το «Μικρή αφήγηση για τη μοίρα της ελευθερίας». Αναλύοντας την «απουσία ταυτότητας» ο Ζιάκας οδηγείται στην αναζήτηση του ελληνικού ορισμού της πολιτισμικής ταυτότητας και στη θρησκειολογική ιδιαιτερότητα του χριστιανισμού, που δεν είναι «θρησκεία», αλλά «θεραπεία»: «Όλοι οι μύθοι και όλες οι θρησκείες ενοχοποιούν το θύμα (…) Το Ευαγγέλιο όμως, όπως και η Εβραϊκή Βίβλος, αποκαλύπτουν την αθωότητα του θύματος (…) Χάρη στο κρίσιμο αυτό γεγονός, το οποίο είναι και ο μόνος που ξεσκεπάζει με τρόπο ριζικό, συνειδητό και σκόπιμο, ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία στην κυριολεξία, γιατί αποκαλύπτει το καλά κρυμμένο μυστικό κάθε θρησκείας και συνεπώς κάθε πολιτισμού: το μηχανισμό του αποδιοπομπαίου τράγου. Και αναγορεύει την έγνοια για τα θύματα σε υπέρτατη αξία. Αν η θυσιαστική θεωρία συλλαμβάνει πράγματι την αλήθεια, τότε ορθώς έχει ειπωθεί ότι η θρησκεία είναι αρρώστια και ο χριστιανισμός η θεραπεία της» (σελ. 84).
Ο Ζιάκας προχωρά με ένα «θεώρημα» και ένα «πόρισμα» στην αναζήτηση των «τελεστών» της ταυτότητας και της σχέσης τους με το μηδενισμό: «Θεώρημα: Οι έννοιες πρότυπο, πίστη, μίμηση και παράδοση είναι οι τελεστές της ταυτότητας. Χωρίς αυτούς δεν νοείται ταυτότητα. Πόρισμα: Όταν η αυτοκατανόηση μας απορρίπτει κάθε πρότυπο, πίστη μίμηση και παράδοση, έχουμε προθετικό μηδενισμό. Ενώ, όταν η τετραπλή αυτή άρνηση είναι και πράξη, τότε έχουμε εμπράγματο μηδενισμό» (σελ. 89). Ακολούθως ασχολείται με την «ελληνική» απάντηση.
Η διαφορά στη σκέψη του Ζιάκα -σε σχέση με άλλους στοχαστές- είναι ότι εντάσσει ισότιμα στην ελληνική σκέψη και την προσωποκεντρική οντολογία. Αυτό τον οδηγεί σε αναλυτική διαπραγμάτευση του νηπτικού παραδείγματος: “το «ουδείς αναμάρτητος» προκύπτει πριν απ’ όλα απ’ το «ουδείς α-παθής»” (σελ. 102). Κι αλλού : “Τα πάθη είναι ένας όχλος αυτόνομων (κακομαθημένων) μικρών ή μεγάλων «εγώ»” (σελ. 91). Βαθύς γνώστης της νηπτικής παράδοσης, ο Ζιάκας αναλύει και την τρίβαθμη κλίμακα (μισθωτού – δούλου – φίλου) ως αναβαθμούς ανθρωπολογικής εξέλιξης και ανάπτυξης της θεοείδειας του ανθρώπου (βλ. αναλυτικά, σελ. 121 κ. επ.). Αν αντιπαραβάλουμε στα ανωτέρω την πρόταξη του «αυτοειδώλου» (νοούμενου ως αποθέωσης του α-τόμου) εκ μέρους της νεωτερικής σκέψης οδηγούμαστε στη συστημική απροσωπία: «Η τήρηση της αυτοαναφορικής εντολής, να είσαι ο εκάστοτε εαυτός/πάθος, είναι επαρκής συνθήκη (αναγκαία και ικανή), για την ομαλή αναπαραγωγή στο μαζικό επίπεδο, στο επίπεδο του Καταναλωτή των υπερκειμένων συστημάτων» (σελ. 105). Με αυτά τα δεδομένα ο Ζιάκας φτάνει να ορίσει την ταυτότητα ως «μηχανισμό ρύθμισης των παθών» (σελ. 92) και ως οδοδείκτη της ελευθερίας: «…επειδή εσωτερική αναρχία σημαίνει εξωτερική δουλεία (κατά την ελληνική παράδοση πάντα), η ταυτότητα, ως σύστημα ρύθμισης των παθών, αποτελεί προϋπόθεση για την αληθινή ανάδυση μας στο επίπεδο της «θεοείδειας», δηλαδή στο επίπεδο της ελευθερίας» (σελ. 93).
Συνεχίζοντας την ανάλυση του ελληνικού παραδείγματος αναφέρεται στην «ελληνική παγκοσμιοποίηση»: τη μετάβαση από την πόλη-κράτος στην Οικουμένη (σελ. 169 κ.ε.). Ο συγγραφέας αναφέρεται στα κοινά και τα «ίδια» του ελληνικού και του νεωτερικού παραδείγματος. Αναπόφευκτα οδηγείται στην καταγραφή των εκδοχών της ελληνικής αυτοκατανόησης και στους λόγους που έχουν καταστήσει τον εθνομηδενισμό καθολικό φαινόμενο με κύριο επιφαινόμενο τον «ιστορικό αναθεωρητισμό» (βλ. σελ. 160 κ.ε.). Ο Ζιάκας στο σημείο αυτό υιοθετεί την προβληματική του Γ. Κοντογιώργη, όπως έχει καταγραφεί στα έργα «Το ελληνικό κοσμοσύστημα» και «Η δημοκρατία ως ελευθερία». Για τον Ζιάκα «αν μπορούσαμε να παραλληλίσουμε τις πολεοκρατικές συνιστώσες των παλαιών αυτών μορφών Οικουμένης με τις εθνοκρατικές συνιστώσες της σημερινής νεωτερικής Οικουμένης, θα είχαμε ήδη τη βάση ενός χρήσιμου ιστοριογνωστικού αναθεωρητισμού, ικανού να προταθεί ως γόνιμη αντίθεση στον κυρίαρχο εθνομηδενιστικό αναθεωρητισμό» (σελ. 164-165). Απορρίπτοντας τους νεωτερικούς μαξιμαλισμούς περί «σκοταδιστικού» Βυζαντίου ο Ζιάκας εξηγεί για ποιο λόγο έγιναν οι Έλληνες χριστιανοί (σελ. 193 κ.ε.). Οδηγείται έτσι στις βασικές αρχές της προσωποκεντρικής οντολογίας αναφερόμενος στον Ησυχασμό, τη Φιλοκαλία και τη θεολογία των άκτιστων ενεργειών. Δεν του ξεφεύγει ούτε η βυζαντινή φιλανθρωπία, που από πολλούς σκόπιμα αποκρύπτεται ή τουλάχιστον παραθεωρείται. Αναφέρεται διεξοδικά στη σημασία που είχε για το βυζαντινό ο «ξένος» (με αφορμή το «Δος μοι τούτον τον ξένον…» του Γ. Ακροπολίτη): «Ο φιλοκαλικός άνθρωπος δεν είναι “προϊόν” της τύχης και της ανάγκης. Είναι αποτέλεσμα ελεύθερα επιλεγμένης και ένσαρκης μετοχής στην υπερσυμπαντική Κοινότητα των Ξένων» (σελ. 199).
Για τον Ζιάκα το ελληνικό ανθρωποκεντρικό κεκτημένο φτάνοντας στα πρόθυρα της ολοσχερούς εξαφάνισης του χρειάστηκε «μια βαθειά μετάλλαξη στο ανθρωπολογικό πεδίο, μια μεταφυσική επανάσταση», μια μετάβαση άμεσα ορατή «από το Άτομο στο Πρόσωπο» (σελ.196). Μήπως κάτι ανάλογο είναι αναγκαίο και στους μηδενιστικούς καιρούς μας; Ο συγγραφέας φαίνεται να το υιοθετεί: “Ο μηδενισμός μεταβάλλεται έτσι σε πανδημική ψυχοπαθολογία στον σύγχρονο κόσμο. Είναι ασθένεια κοινωνική. Ασθένεια του πολιτισμού, η οποία δεν επιδέχεται θεσμική αντιμετώπιση, Η θεραπεία της εξαρτάται πλέον από την αλλαγή των θεσμών αλλά από την αλλαγή των ψυχών: από μία μεταφυσική επανάσταση/μεταστροφή”.
Στο πλαίσιο ενός σύντομου σημειώματος δεν είναι δυνατόν να παρουσιαστεί ολόκληρη η προβληματική του σημαντικού αυτού βιβλίου. Θα κλείσουμε με μια καίρια επισήμανση του συγγραφέα, που αφορά στο νεωτερικό δόγμα περί καταστροφής της αρχαίας ελληνικής θρησκείας εκ μέρους των χριστιανών, δόγμα που τελείως επιδερμικά έχουν υιοθετήσει και πολλοί νεοπαγανιστές των καιρών μας. Ο συγγραφέας με πειστικά επιχειρήματα αποδεικνύει τη «μυθικότητα» αυτών των αιτιάσεων τονίζοντας ότι πίσω τους κρύβονται πολλές «συγκαλύψεις»:
1. Οι αρχαίοι θεοί είχαν πεθάνει πριν την εμφάνιση του χριστιανισμού. Ο Ζιάκας αναφέρεται στην περίπτωση του Δημητρίου του Πολιορκητή (337-283 π.Χ.): οι Αθηναίοι του παραχώρησαν τον Παρθενώνα και τον ανυμνούσαν σαν αληθινό θεό! (σελ.190).
2. Ο Πλούταρχος θα ομολογήσει «Πάν ο μέγας τέθνηκεν», ενώ και ο Παυσανίας τον β΄ αιώνα θα αναφερθεί στην εγκατάλειψη των ναών της αρχαίας θρησκείας (σελ. 191, υποσημ. 29).
3. Ο χριστιανισμός είχε ουσιαστικά επικρατήσει, παρά τους διωγμούς, πριν να γίνει επίσημη θρησκεία από το Μ. Θεοδόσιο και πριν εξοστρακιστούν τα άλλα θρησκεύματα με το διάταγμα του 392. Ακόμα και ο… Φ. Ένγκελς ειρωνικά παρατηρεί ότι ο διωγμός του Διοκλητιανού ήταν τόσο αποτελεσματικός, ώστε μετά από 17 χρόνια «ο στρατός ήταν σχεδόν καθ’ ολοκληρίαν χριστιανικός!» (εισαγωγή του Ένγκελς στο έργο του Μαρξ «Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία», βλ. υποσημ. 30, σελ. 191-192).

Σε κάθε περίπτωση «Ο σύγχρονος μηδενισμός» είναι το καλύτερο αντίδοτο για όσους έχουν «μπουχτίσει» από τα δόγματα του νεωτερικού μαξιμαλισμού και τις φιοριτούρες της μεταπρατικής διανόησης.

5/1/2009

Πρώτη δημοσίευση στην ιστοσελίδα «Θεολόγοι Κρήτης«, 14-1-2009.

Αναδημοσίευση στο www.antifono.gr , 3-4-2009 και στο www.antibaro.gr, 16-4-2009 .

Παναθηναϊκός και Αριστερά (λίγα λόγια για το νέο βιβλίο του Χριστόφορου Κάσδαγλη)

Χριστόφορος Κάσδαγλης, Το γαμώτο ενός Παναθηναϊκού,

εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2010, ΙSBN: 978-960-03-5103-3.

Στο οπισθόφυλλο του νέου βιβλίου του Χριστόφορου Κάσδαγλη Το γαμώτο ενός Παναθηναϊκού (που ο ίδιος το ονομάζει “αθλητικό αυτοβιογραφικό θρίλερ”) διαβάζουμε (οι επισημάνσεις δικές μας) τα εξής:

Είμαι ένας παναθηναϊκός που δεν του φτάνει να είναι παναθηναϊκός – θέλει να είναι με πολιτικά ορθό τρόπο. Είμαι ένας βάζελος που δεν του φτάνει να μισεί τον Ολυμπιακό – απαιτεί από τον εαυτό του να τον μισεί για τους σωστούς ιδεολογικά λόγους. Είμαι ένας τρελαμένος οπαδός που ελπίζει στη νίκη μέχρι να ακουστεί το σφύριγμα της λήξης ή να ηχήσει η σειρήνα της γραμματείας. Είμαι ένας παναθηναϊκός που δεν τον πειράζει η ομάδα να χάνει πού και πού, αρκεί να παίζει ωραία μπάλα μέσα στο γήπεδο· που δεν τον νοιάζει να φάει και δύο και τρία γκολάκια, αρκεί να βάλει και μερικά – κι αν αυτά που βάζει είναι κατά κανόνα περισσότερα απ’ όσα δέχεται, ακόμα καλύτερα. Εντάξει, έχω ψηλώσει καμιά δεκαριά πόντους επειδή πήραμε –έπειτα από τόσα χρόνια– το Πρωτάθλημα, αλλά κατά βάθος δεν ψήνομαι από κάτι τέτοια. Όχι, όσο η αιώνια αντίφαση ανάμεσα στον λαϊκό χαρακτήρα της ομάδας και στην ολιγαρχική ιδιοκτησία της από εκπροσώπους του μεγάλου κεφαλαίου εξακολουθεί να υφίσταται. Είμαι ένας βάζελος που δεν τον πολυνοιάζει επειδή η ομάδα έκανε τόσα χρόνια να το σηκώσει, αρκεί που είναι πράσινη, που πάει καλά στην Ευρώπη (ε, που έχει και το μπάσκετ για να ρεφάρει). Αν είχε και μια διοίκηση της προκοπής, αν η ενδεκάδα ξεκίναγε πάντα από τον Σωτήρη Νίνη, αν η Ακαδημία Ποδοσφαίρου ξανάρχιζε να βγάζει ταλέντα όπως παλιά, τότε η ζωή θα έτεινε προς την τελειότητα.

(απόσπασμα από το κεφ. 7 του προαναφερθέντος βιβλίου : “Οι πηγές μου, οι εμμονές μου”, σελ. 44-45). Το απόσπασμα υπάρχει στο ιστολόγιο του συγγραφέα:

http://xek2.wordpress.com/2010/05/18/to-vivlio.

Αφού επισημάνουμε ότι το βιβλίο είναι ακατάλληλο για Ολυμπιακούς, προχωράμε σε μια μικρή παρουσίαση του.

Το βιβλίο δείχνει με ενάργεια πως μπορεί να έχουν άμεση σχέση το ποδόσφαιρο, η πολιτική, ο κοινωνικός στίβος. Μερικά από τα ερωτήματα που βρίσκουν, κατά την άποψη μας, απάντηση στο βιβλίο του Χρ. Κάσδαγλη είναι τα ακόλουθα:

  • Μπορεί κάποιος να είναι αριστερός και Παναθηναϊκός;
  • Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο φίλαθλο και στον οπαδό;
  • Ποιοί ήταν οι ριψάσπιδες στην ιστορική νίκη του ΠΑΟ επί της Ρόμα;
  • Πως συμβιβάζεται ο λαϊκός χαρακτήρας της ομάδας με την ολιγαρχική ιδιοκτησία;
  • Είναι έρωτας αυτό που νιώθει κανείς για την αγαπημένη του ομάδα (για τον ΠΑΟ εν προκειμένω);
  • Ποιο είναι το “καλύτερο” τριφύλλι;
  • Ποιά είναι η ιδανικότερη ενδεκάδα στην ιστορία του ΠΑΟ;
  • Γιατί είναι “επικίνδυνα” στη Θύρα 13;
  • Είναι το ποδόσφαιρο το σύγχρονο “όπιο του λαού”;
  • Γιατί υπάρχει βία στα γήπεδα;
  • Τι σημαίνει για έναν Παναθηναϊκό να είναι μέσα στο Χάιμπουρι στο ιστορικό 1-1 με την πανίσχυρη Άρσεναλ;
  • Γιατί στο “μάτς” πολιτικές-αθλητικές εφημερίδες το αποτέλεσμα είναι πάντοτε “διπλό”;
  • Γιατί ο ΠΑΟ, όπως και ο Συνασπισμός, αποδίδουν καλύτερα στην Ευρώπη;
  • Είναι οπορτουνισμός η αλλαγή προπονητή στη μέση της σαιζόν;
  • Γιατί εμείς έχουμε Νίνη κι εκείνοι Μήτρογλου;
  • Μαραντόνα ή Πελέ;
  • Γιατί ο Αντωνιάδης εκτελώντας πέναλτι έστειλε επιδεικτικά τη μπάλα άουτ στο φιλικό με τη Χέρτα;
  • Γιατί δεν ζηλεύω τους Ολυμπιακούς;
  • Γιατί πήγε χαμένη η επέτειος των 100 χρόνων του ΠΑΟ;
  • Γιατί ο Ομπράντοβιτς στέκει υπεράνω κριτικής;

Συνελόντι ειπείν, ο Κάσδαγλης δίνει την καλύτερη απάντηση σε όσους “ελιτιστές” αποδομούν την αξία του ποδοσφαίρου για το κοινωνικό γίγνεσθαι. Ένα βιβλίο, που κάθε Παναθηναϊκός που σέβεται τον εαυτό του θα πρέπει να διαβάσει.

7 Ιουνίου 2010

Γ. Μ. Βαρδαβάς

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «Αναγνώσεις«, 7-6-2010

Αρέσει σε %d bloggers: