Νικόλας Σεβαστάκης, Άντρας που πέφτει

 

Νικόλας Σεβαστάκης, Άντρας που πέφτει, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2015, ISBN: 978-960-435-486-3.

12243094_987660214626754_1417019866345745817_n

 

 

Στη νέα του συλλογή διηγημάτων με τίτλο Άντρας που πέφτει ο Νικόλας Σεβαστάκης ξεδιπλώνει τις πολύπλευρες ανησυχίες του. Τα παιχνίδια της μνήμης, οι πικρές αλήθειες, το ανεκπλήρωτο ταξίδι του βίου, η απώλεια, η ματαίωση, η μοναξιά, η οδύνη, η ανεστιότητα, το υπαρξιακό αδιέξοδο  διαπλέκονται αρμονικά.

Παράλληλα μέσω των ηρώων του βρίσκει ενίοτε αφορμές για να καταγράψει και να σχολιάσει στιγμιότυπα από την περιρρέουσα κοινωνική πραγματικότητα στους χαλεπούς καιρούς της κρίσης και της γενικευμένης παραίτησης.

Μάστορας της γλώσσας, αθεράπευτα ευαίσθητος, λάτρης της αφήγησης χωρίς φιοριτούρες κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Τα διηγήματα ακολουθούν τη μικρή φόρμα εκτός από το πιο εκτεταμένο «Τέλος εποχής». Παρά το γεγονός ότι η μικρή φόρμα είναι ιδιαίτατα απαιτητική ο Νικόλας Σεβαστάκης αναμετράται μ’ αυτήν με επιτυχία.

21/11/2015

Γ. Μ. Βαρδαβάς

[Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ», 21-11-2015].

Advertisements

Πέτρος Θεοδωρίδης,Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη, εαυτός, έθνος, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2012, ISBN: 978-960-9708-00-5.

12857_541646669195059_1409438088_n

Οκτώ χρόνια μετά τη δημοσίευση του πρώτου του βιβλίου με τίτλο “Οι Μεταμορφώσεις της ταυτότητας”  ο Πέτρος Θεοδωρίδης επανέρχεται  με μια σειρά έντεκα στοχαστικών δοκιμίων υπό το γενικό τίτλο “Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη-Εαυτός-Έθνος”. Τα δοκίμια αρχικά φιλοξενήθηκαν στην επιθεώρηση πολιτισμού ΕΝΕΚΕΝ και τώρα κυκλοφορούν σε μια καλαίσθητη έκδοση με φιλολογική επιμέλεια του Κ. Δρουγαλά από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ.

Η γραφή του Θεοδωρίδη ξαφνιάζει ευχάριστα τον αναγνώστη. Ψύχραιμη,  ευαίσθητη, αισθαντική, ώριμη, πολυπρισματική και λίαν απολαυστική ενίοτε, αλλά χωρίς υπερβολές και περιττές φιοριτούρες,  δεν στοχεύει στην κανονιστική επιβολή a priori αποφάνσεων και “θεσφάτων” αλλά αντιθέτως συμβάλλει εποικοδομητικά στον ευρύτερο διάλογο της πολιτικής επιστήμης και της κοινωνικής θεωρίας γύρω από το βασικό τρίπτυχο της προβληματικής που τον απασχολεί στο παρόν βιβλίο (πάθη- εαυτός -έθνος).

Στο πρώτο, ομώνυμο με τον τίτλο του βιβλίου, δοκίμιο (σελ. 13-33) ο συγγραφέας διαπραγματεύεται το πάντοτε ανοικτό θέμα της ταυτότητας στο σύγχρονο μετανεωτερικό περιβάλλον. Η αφήγηση πλαισιώνεται με την προβολή της σκέψης σημαντικών στοχαστών (Ζίζεκ, Αγκάμπεν, Μπάουμαν, Μπεκ, Άντερσον κ.π.α.). Ο συγγραφέας συνδέει την προβληματική για την διυποκειμενικότητα με το ζήτημα του χρόνου αναφερόμενος καταλυτικά στη λατρεία του εφήμερου στις σύγχρονες κοινωνίες (σελ.18). Από την άλλη πλευρά αναφερόμενος στη διττή διάσταση της νεωτερικότητας επισημαίνει, ακολουθώντας τη σκέψη του Μπεκ, ότι “η νεωτερικότητα υφίσταται σήμερα και ως Ιανός, με διπλό πρόσωπο. Το άλλο πρόσωπο της νεωτερικότητας, προϊον της ίδιας της σημερινής έσχατης διεύρυνσης των αρχών της, οδηγεί στην αυτουπονόμευση της” (σελ. 17). Ο συγγραφέας δεν παραλείπει να αναφερθεί στη ρευστότητα των καιρών μας υποστηρίζοντας πως “ζούμε σήμερα σε μια εποχή εναλλαγής ρόλων και αξιακού σχετικισμού. Την εποχή μας χαρακτηρίζει η γρήγορη αλλαγή και εναλλαγή των ρόλων σε συνθήκες σχεδόν εξάτμισης, εξαΰλωσης” (σελ.22). Και λίγο παρακάτω: “Ό,τι χαρακτηρίζει τη σύγχρονη εποχή είναι η αδυνατότητα να παραμείνεις στη θέση σου” (σελ.27). Με αυτά τα δεδομένα επιτείνεται η σύγχυση και η απορρύθμιση του σύγχρονου υποκειμένου, που γίνεται όλο και περισσότερο “εικονικό” (κατά τον Ρίφκιν): “Η σύγχρονη ταυτότητα αφορά στον πρωτεϊκό άνθρωπο της νέας εποχής, ο οποίος όλο και περισσότερο ζει σε προσομοιωμένα περιβάλλοντα και αναπτύσσει πολλαπλούς χαρακτήρες-ρόλους, που πορεύεται χωρίς Εγώ και εαυτό αλλά με θρύμματα μιας βραχύβιας αυνείδησης που χρησιμοποιούνται για την εκάστοτε επικοινωνία του με τους εικονικούς του κόσμους” (σελ.25). Η απορρύθμιση αυτή συνδέεται κατά το συγγραφέα με την “τυραννία της ταχύτητας” (σελ. 22-28), που τελικά εκβάλλει στην ακινησία, το φόβο και την Αγωνία (σελ.28-29). Και είναι εν τέλει  αυτή η Αγωνία που “εκκρίνει την απάντηση της αγάπης” (σελ.32-33).

Στο δεύτερο δοκίμιο με τίτλο “Η επινόηση του έρωτα” (σελ.34-54) ο συγγραφέας καταφεύγει στην ψυχανάλυση,την ιστορία, τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο προκειμένου να διαπραγματευθεί τα του έρωτα, της σεξουαλικότητας, της οικειότητας, της μοναξιάς και του ναρκισσισμού.

Στο τρίτο δοκίμιο “Έρωτας θνητός, απωθημένος θάνατος” (σελ. 55-70) ο συγγραφέας διαπραγματεύεται το τρίπτυχο: έρωτας-θάνατος-απώλεια. Αναφέρει χαρακτηριστικά: “Ο έρωτας τείνει πρός το θάνατο και ενέχει μέσα του την αγωνία, δηλαδή μια πρόγευση θανάτου” (σελ.61). Αξίζει νομίζω στο σημείο αυτό να θυμηθούμε την εξαιρετική μαντινάδα του Μήτσου Σταυρακάκη:

Ο έρωτας κι ο θάνατος ίδια σπαθιά βαστούνε
κι οι δυό με τρόπο ξαφνικό και ύπουλο χτυπούνε

Ο συγγραφέας επικαλείται τον Ζ. Μπάουμαν προκειμένου να αναπτύξει τα περί απώθησης του έρωτα και του θανάτου στις μέρες μας (σελ.62). Ακολούθως επικαλείται τη λογοτεχνία , την ποίηση και τη φιλοσοφία για να καταλήξει πως “όταν απωθούμε τον θάνατο, απωθούμε τον έρωτα. Και μαζί του τη ζωή. Και τότε οδηγούμαστε στην πλήξη, δηλαδή μια ελαφρά πρόγευση θανάτου(…)” (σελ.69).

Στο τέταρτο δοκίμιο με τίτλο  “Δειγματολόγιο συναισθημάτων” (σελ. 71- 90) αποτυπώνεται η εργώδης ενασχόληση του συγγραφέα με τα συναισθήματα. Ο συγγραφέας διακρίνει τα συναισθήματα από τις διαθέσεις (σελ. 72-73) και με μαστοριά περιγράφει την οργή (σελ. 73-75), τη ζήλια (σελ.75-78), το φθόνο (σελ.78-80), τη μνησικακία (σελ. 80-81), τη ντροπή και την υπερηφάνεια (σελ. 81-84, πρβλ. και το πέμπτο δοκίμιο “Η ντροπή”, σελ. 91-112), την αγωνία (σελ. 84-86), τη μελαγχολία (σελ.86-88), την πλήξη, την ανία, τη βαρεμάρα (σελ. 88-90).

Μια αναλυτική παρουσίαση όλων των δοκιμίων θα απαιτούσε πάρα πολύ χώρο δεδομένου ότι η προβληματική του συγγραφέα είναι πολυδιάστατη. Κλείνουμε με τους τίτλους των άλλων δοκιμίων του βιβλίου:

Έκτο δοκίμιο: Ο αυθεντικός εαυτός (σελ. 113-132)

Έβδομο δοκίμιο: Ταυτότητες και ξένοι (σελ. 133-154)

Όγδοο δοκίμιο: Οι Βαλκανικοί εθνικισμοί τον 19ο αιώνα (σελ. 155-180)

Ένατο δοκίμιο: Η αισθητική ουτοπία του έθνους (σελ. 181-203)

Δέκατο δοκίμιο: Εθνική ταυτότητα και ρουτίνα (σελ. 204-213)

Ενδέκατο δοκίμιο: Δυσφορία στη δημοκρατία (σελ. 214-230).

Η νέα σειρά δοκιμίων του Πέτρου Θεοδωρίδη, καρπός μακροχρόνιου μόχθου και συστηματικής ενασχόλησης αξίζει την προσοχή του φιλέρευνου αναγνώστη.

20-12-2012

Γ.Μ.Βαρδαβάς

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ«. Αναδημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο «Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ«.

Βασίλης Καραποστόλης, Η εποχή της όρεξης

Βασίλης Καραποστόλης, Η εποχή της όρεξης: Ακολουθώντας τα ίχνη του ’60,εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012, ISBN: 978-960-16-4339-7.

Το καλύτερο αντίδοτο στην γενικευμένη γκρίνια της εποχής είναι το καλογραμμένο βιβλίο του Βασίλη Καραποστόλη Η εποχή της όρεξης: Ακολουθώντας τα ίχνη του ’60. Ο συγγραφέας αναφέρεται μεν στη δεκαετία του ’60 αλλά όχι με τον κοινότοπο εκείνο τρόπο μιας γλυκανάλατης νοσταλγίας για ένα εξιδανικευμένο χτές. Σκοπός του είναι να καταδείξει ότι σ εκείνες τις χαλεπές μέρες δεν έλειψε από τον Έλληνα ένα πολύ βασικό χαρακτηριστικό: η όρεξη. Όρεξη για ρήξεις, όρεξη για το νέο μέσα από τη δημιουργία και κυρίως όρεξη για αναμέτρηση με τις συνεχόμενες δυσκολίες της καθημερινότητας. Αγώνας επιβίωσης και σταδιακός εγκλιματισμός στις νέες προκλήσεις. Η μετάβαση δύσκολη, επίπονη. Η μια πτώση ακολουθούσε την άλλη. Όμως παρά τις δυσκολίες ο αγώνας συνεχιζόταν αδιάκοπα, οι αναποδιές δεν έκαμπταν την κοινωνία, που έπεφτε και ξανασηκωνόταν. Άλλοι καιροί, άλλη αντίληψη, άλλη στάση ζωής, άλλη νοο-τροπία…

Όλα αυτά χάθηκαν σε σύντομο διάστημα όχι μόνο λόγω του γνωστού παρασιτισμού και της κρατικοδίαιτης “ανάπτυξης” αλλά κυρίως διότι η ευτυχία συνδέθηκε με το “κατέχειν”, την κατανάλωση, την κοινωνική δήθεν “καταξίωση”. Τη μεγάλη αυτή αλήθεια  διατύπωσε με εξαιρετικό τρόπο  η γραφίδα του Παντελή Μπουκάλα:

«…ταυτίζουμε το βίο με το βιός μας, με την περιουσία μας, επειδή, φενακισμένοι, αλλοτριωμένοι, εκβιασμένοι ή υποταγμένοι στα κυρίαρχα και εξουθενωτικά προβαλλόμενα μοντέλα ζωής καταντήσαμε να εξισώνουμε το υπάρχειν με το έχειν» («Καθημερινή», 13 Ιανουαρίου 2008).

Το βιβλίο επιδιώκει να αναστοχαστούμε κριτικά μέσα από τον οιονεί  “δανεισμό” των παρακαταθηκών μιας άλλης γενιάς, που ταλαιπωρήθηκε, μετανάστευσε, είχε συνεχείς πτώσεις και αναβάσεις αλλά όπως τονίζει εμφατικά ο συγγραφέας σχεδόν ποτέ δεν σταμάτησε να αγωνίζεται, σχεδόν ποτέ δεν λιποτάκτησε.

Κλείνουμε με μια φράση  του βιβλίου:

Στην κοινωνία γινόμαστε διπλωμάτες, στην πολιτική χασάπηδες (Β. Καραποστόλης, Η εποχή της όρεξης, σελ. 185).

Σε κάθε περίπτωση το βιβλίο αξίζει την προσοχή μας. Καλή ανάγνωση!

Λαγονήσι 9/7/2012- Ηράκλειο 22/7/2012

Γ.Μ.Βαρδαβάς

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ«, 22-7-2012.

“Μια στάλα ζωής να ξεδιψάσει η ψυχή της. Μια στάλα ζωής” : Tο “ἀεὶ σχοινοβατεῖν” της ύπαρξης μας- Σκέψεις, στιγμές και αναγνώσεις με αφορμή το βιβλίο του π. Χ. Παπαδόπουλου “Ο Κινέζος, ο Θεός και η Μοναξιά”

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, Ο Κινέζος, ο Θεός και η Μοναξιά, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2011, ISBN:978-960-527-682-9.

 

Να ζήσεις μόνο μιαν αυγή
τόση ζωή σε φτάνει

ρόδο π’ ανθεί πολύ καιρό
την μυρωδιά του χάνει.

Παραδοσιακή κρητική μαντινάδα

Το είχα προμηθευτεί μόλις κυκλοφόρησε. Πήγα και στην παρουσίαση του. Παρόλα αυτά παρέμενε υπομονετικά στη στοίβα με τα αδιάβαστα. Είναι φορές που δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαβάσεις. Κι όταν εντέλει διαβάζεις ένα πραγματικά σπουδαίο βιβλίο η σκέψη έρχεται αυτόματα: “Μα γιατί, γιατί το άφησα τόσο καιρό στην αναμονή;”. Οι βιβλιόφιλοι εν πολλοίς καταλαβαίνουν  τι εννοώ.

Το 2006 γνώρισα για πρώτη φορά τη σκέψη του π. Χ. Παπαδόπουλου. Αφορμή ένα απίστευτης ομορφιάς κείμενο του με τίτλο “Η νεκροψία της ψυχής μας” (εφημ. “Πατρίς”, 22-3-2006), που θεωρώ σκόπιμη την υπενθύμιση του εδώ:

Ποιος προφήτης τώρα θ΄ ακουστεί,
σαν φωνή σε στέρνα κλειστή,
σ΄ έναν κόσμο άδειο κι ορφανό,
ποια κραυγή από τον ουρανό

Μ. Χατζιδάκις, Η μπαλάντα του οδοιπόρου

Καθώς η ελληνική Βουλή ψήφιζε τον νόμο για την καύση των νεκρών, ένας «νεκρός» μιλούσε για την όντως ζωή και ο Θεός καταργούσε τους νόμους της φύσεως.
«Σκήνωμα ιερομονάχου ονόματι Βησσαρίων ευρέθη αναλλοίωτο, άφθαρτο και μυροβλύζον μετά από 15 χρόνια…».
Η ελληνική κοινωνία “παγώνει”, προσπαθεί ν΄ αναθερμάνει την υποθερμία της πίστεως της. Επίσημοι, θρησκευόμενοι και μη, ζητούν την βοήθεια της επιστήμης για να διασφαλίσουν την λογικοφανή «εγκυρότητα» του θαυμαστού, λες και το όνειρο πιστοποιείται ή το θαύμα αναλύεται.
«Όλα είναι μυστήριο, το κάθε τι είναι κι ένα μυστήριο…..το μυστήριο του Θεού είναι παντού…Όλα τα πράγματα και τα πλάσματα και τα πιο ασήμαντα και τα μικρά είναι μυστήρια…Τόσο το καλύτερο αν υπάρχουν μυστήρια. Πιο όμορφο ΄ναι να υπάρχει το μυστήριο. Είναι θαυμαστό και φοβερό για την καρδιά, όσο μικρό κι ακατανόητο φαντάζει για το μυαλό….Ο άνθρωπος ξέρει να καταλαβαίνει πολύ περισσότερα πράγματα, απ΄ όσα μπορεί να εκφράσει.» (Έφηβος, Φ. Ντοστογιέφσκυ)
Ο Βησσαρίων όμως μίλησε γι΄ αυτό που βίωσε, ο Θεός απάντησε και εμείς αδέξιοι χειριστές του λόγου της Αλήθειας πνιγήκαμε στην θάλασσα των ματαίων λογισμών «..φθαρτών δακρύων απόγονοι…».
Ζητείται πλέον άνθρωπος να μιλά την γλώσσα του ουρανού, του θαυμαστού !
Εάν μας κατέστησαν ανέπαφους μπροστά στο Μυστήριο, μπροστά στο θαύμα, φταίμε πρώτα εμείς, που αφήσαμε τους λογής-λογής γδάρτες των ονείρων μας να αποξηράνουν τους χυμούς της υπάρξεως μας.
Ποιος διαμαρτυρήθηκε ή «απήργησε» όταν του είπαν ότι το φεγγάρι δεν είναι σύμβολο του έρωτα, μούσα χρυσοστόλιστη του παραμυθιού, μήτε τυραννικής βραδιάς παραμυθία αλλά ένα μάτσο πέτρες και βουβοί κρατήρες ;
Ποιος φώναξε να τρίξουν τα θεμέλια της γης, όταν μας είπαν ότι ο έρωτας δεν είναι η αποκάλυψη της ζωής, το θαύμα της σχέσης που ξεπερνά την αναγκαιότητα της φύσης αλλά η βιοχημεία των συναισθημάτων μας;
Κανείς δεν έκανε απεργία πείνας υπαρξιακής όταν η μοναδικότητα του προσώπου, το ένα βλέμμα, το ένα άγγιγμα, το ένα χαμόγελο και κλάμα, το ένα και αναλλοίωτο μοναδικό έγινε «κλώνος» στα εργαστήρια της λογικολαγνείας.
Κι΄ ήρθε ο Λάκης (Λαζόπουλος) ν΄ αποκαταστήσει την χαμένη αθωότητα του μύθου, το δέος των ματιών και της ψυχής μπροστά στο θαύμα. Έβγαλε το καπέλο του και υποκλινόμενος μπροστά στον Γέροντα Βησσαρίωνα, ψέλισε την εξομολόγηση μιας ολόκληρης γενιάς.
«Συγχώρεσε Γέροντα την εποχή μου που δεν μπορεί να ψηλαφήσει το θαύμα. Που βρώμισε τόσο πολύ η ψυχή μας ώστε δεν εκπλήσσεται μπροστά στο θαυμαστό. Το θέμα δεν είναι εάν πρόκειται για θαύμα ή όχι αλλά ότι χάσαμε την αίσθηση του θαύματος στην ζωή μας…» Καληνύχτα!

[π. Χ. Παπαδόπουλος, «Η νεκροψία της ψυχής μας«, εφημ. «Πατρίς, 22-3-2006, σύνδεσμος άρθρου: http://www.patris.gr/articles/82216?PHPSESSID=]

Λίγο καιρό αργότερα ανακάλυψα το μπλόγκ του (π. Λίβυος): όαση πραγματική ομορφιάς και αγάπης. Κείμενα πολύ δυνατά, γεμάτα ζωή, σταυραναστάσιμα. Ατμόσφαιρα χαρμολύπης, κατάφασης στην ανθρώπινη κατάσταση, έμφαση στην ουσία της υπάρξεως (στο -κατά Εμμ. Λεβινάς- “υπάρχειν”). Λόγος σημερινός, απτός, χωρίς άσκοπες λεκτικές φιοριτούρες, ζεστός και προσφυής για το πολλαπλώς χειμαζόμενο και κατακερματισμένο σύγχρονο υποκείμενο. Μέσα μου αυτόματα πέρασε η σκέψη: “Υπάρχουν τέτοιοι παπάδες; Τέτοιους παπάδες θέλουμε, δυναμικούς και αγαπητικούς, απλούς, μέσα στη ζωή, δίπλα στον κόσμο και τα σοβούντα προβλήματα του, μακριά από αδιέξοδους ηθικισμούς και βερμπαλισμούς”.

Πρόσφατα είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον π. Χαράλαμπο και δια ζώσης. Ήταν κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του Στ. Ράμφου(ενός σπουδαίου διανοούμενου, παρά τις πάμπολλες διαφωνίες μου με τη σκέψη του). Εκεί πέραν της ευρύτητας της παιδείας  και της καλλιέργειας του γνώρισα κάτι σημαντικότερο: τον Άνθρωπο π. Χαράλαμπο. Έναν άνθρωπο ευαίσθητο, ήρεμο, γεμάτο αγάπη, εγκάρδιο. Ένιωσα το μεγαλείο της ευγένειας και της ζεστασιάς του. Την κατάφαση στον Άλλον, καθώς εστί,ως Προσώπον.

Αλλά και στην παρουσίαση του βιβλίου στην Ανδρόγεω πόσο συγκινητική ήταν η παρουσία των συγχωριανών και ενοριτών του! Τι παραπάνω θέλει ένας άνθρωπος από τους λόγους καρδιάς του εκλεκτού φίλου του π. Χ. Κοπανάκη;

Όλα αυτά επιβεβαιώνουν την αλήθεια του κοινωνείν:  “Καθ’ ὅ,τι ἄν κοινωνήσωμεν(…), ἀληθεύομεν, ἅ δε ἄν ἰδιάσωμεν, ψευδόμεθα” (Ηράκλειτος, στο: Diels-Kranz, Fragmente der Vorsokratiker, τόμος Ι, σελ. 148 ).

Το βιβλίο του π. Χ. Παπαδόπουλου περιλαμβάνει 18 διηγήματα. Η αφήγηση συναρπάζει. Ιστορίες από τη ζωή και για τη ζωή.  Άνθρωποι, Θεός, φύση, συναισθήματα, νοσταλγία, αθωότητα, ενοχές, πάθη, πόθοι, λογισμοί, αγώνας, ύπαρξη, ζωή, πόνος, χαρά, στιγμές, πτώσεις και αναβάσεις, απώλειες και υποστροφές, σπαρακτικά διαπλέκονται. Το “Να ζεις” είναι  διακύβευμα, αλλά και ζητούμενο, σχοινοβασία διαρκής και άθλημα ελευθερίας. Διότι “πολλές φορές δεν είναι εύκολο να βρίσκεσαι μπροστά στην ευθύνη των ονείρων σου” (σελ. 13). Μας θυμίζει ο συγγραφέας mutatis mutandis τα λόγια του Όσκαρ Ουάιλντ: “Δυο είναι οι μεγάλες τραγωδίες στη ζωή. Η μια είναι να μην πραγματοποιήσεις το όνειρο σου. Η άλλη, είναι να το πραγματοποιήσεις” (το παραθέτει ο P.Watzlawick στο βιβλίο του “Φτιάξε τη δυστυχία σου μόνος σου“, εκδ. Αλήστου μνήμης, σελ.40). Ο συγγραφέας διαπιστώνει με πικρία, πως όποιος δεν ζει, δεν αφήνει ούτε τον Άλλον να ζήσει:

(…)Ως και την θρησκεία έβαζε στη μέση. Προσπαθούσε να την γεμίσει ενοχές γιατί απλά ένιωθε γυναίκα. Παλιά τέχνη όλων εκείνων που θέλουν να ελέγχουν τους ανθρώπους μέσω των ενοχών. Να μην ζούν αυτοί και να μην αφήνουν και τους άλλους να χαρούν τη ζωή(…).

(απόσπασμα από το διήγημα “Μια στάλα ζωής”, σελ. 22).

Θα κλείσουμε το σημείωμα μας με ένα συγκλονιστικό απόσπασμα του βιβλίου αφιερωμένο σε όσους διψούν για ζωή:

(…) Το να ζεις, φίλε Βασίλη, είναι μεγάλη υπόθεση. Είναι η μεγαλύτερη τέχνη πάνω στην γη. Η τέχνη της ύπαρξης. Είναι μια περιπέτεια χωρίς εγγυήσεις και βεβαιότητες. Είναι σχοινοβασία. Και δεν μαθαίνεται ούτε με βιβλία, ούτε με κηρύγματα, ούτε με τσιτάτα. Μονάχα ζώντας μαθαίνεις να ζεις. Θα ανέβεις και θα κατέβεις πολλές φορές στην κόλαση για να φτάσεις στον παράδεισο. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος(…)

(απόσπασμα από το διήγημα “Στην Προκυμαία”, σελ. 50-51).

Αντέχετε;

Γ. Μ. Βαρδαβάς

Μεγάλη Δευτέρα/Μεγάλη Τρίτη

9-10 Απριλίου 2012

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ«, 10-4-2012

Ένα βιβλίο που θα σας καθηλώσει: Terry Eagleton, Λογική, Πίστη και Επανάσταση

Terry Eagleton, Λογική, πίστη και επανάσταση: Στοχασμοί γύρω από την περί Θεού διαμάχη, μετάφραση Πέτρος Γεωργίου,εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2011, ISBN 978-960-16-4209-3.

Ο Terry Eagleton δεν χρειάζεται συστάσεις. Είναι γνωστό ότι πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους σύγχρονους διανοούμενους. Στο νέο του βιβλίο Λογική Πίστη και Επανάσταση ο Eagleton καθηλώνει τον αναγνώστη όχι μόνο με την αντικειμενικότητα και την ευρυμάθεια του, αλλά κυρίως διότι λέει αλήθειες. Αλήθειες που ενοχλούν εκατέρωθεν (ενθέους και αθέους), αλλά αλήθειες αμείλικτες. Απέναντι σε έναν άκρατο επιστημονικό θετικισμό με έντονο δογματισμό και επιδερμική απλοϊκότητα (τύπου Dawkins) ο Eagleton προτείνει μια ριζοσπαστική ανάγνωση του χριστιανισμού, καταδικάζοντας ταυτόχρονα τη θεσμική του έκφραση για προδοσία έναντι των ριζοσπαστικών του καταβολών. Στη διελκυστίνδα πίστης και επιστήμης παρεμβάλλεται η πολιτική:

Το διακύβευμα εν προκειμένω δεν είναι κάποιο συνετά αναμορφωτικό πρόγραμμα, τύπου έγχυσης καινούργιου κρασιού σε παλιά μπουκάλια, αλλά μια πρωτοποριακή αποκάλυψη του απολύτως νέου – ενός καθεστώτος τόσο επαναστατικού, που υπερβαίνει κάθε εικόνα και λόγο, μιας ηγεμονίας της δικαιοσύνης και της αδελφοσύνης που κατά τους περί τα Ευαγγέλια γράφοντες εντυπωσιάζει ακόμη και σήμερα μέσα σε αυτόν τον χρεοκοπημένο, depasse, ναυαγισμένο κόσμο. Καμία μέση οδός δεν επιτρέπεται εδώ: η επιλογή μεταξύ της δικαιοσύνης και των εξουσιών αυτού του κόσμου δεν μπορεί παρά να είναι ξεκάθαρη και απόλυτη, ζήτημα θεμελιακής σύγκρουσης και αντίθεσης. Εδώ το ζητούμενο είναι ένα κοφτερό σπαθί, όχι ειρήνη, συναίνεση και διαπραγμάτευση. Ο Ιησούς δεν φέρνει ούτε κατά διάνοια σε φιλελεύθερο, κάτι που αναμφίβολα του το κρατάει ο Ντίτσκινς*. Δεν θα γινόταν καλό μέλος επιτροπής. Ούτε θα τα πήγαινε καλά στη Γουόλ Στριτ, όπως δεν τα πήγε καλά με τα γραφεία συναλλάγματος στον ναό της Ιερουσαλήμ. (Eagleton,μν.εργ.,σελ. 45).

Η αναμέτρηση με τη σκέψη του Eagleton δεν θα είναι εύκολη για όσους εμμένουν στις “βεβαιότητες” τους (ένθεοι ή άθεοι, αδιάφορον). Παραθέτουμε ένα “νόστιμο” τμήμα από την κριτική του Eagleton στον Dawkins:

Επειδή η ύπαρξη του κόσμου δεν υπόκειται σε καμία αναγκαιότητα, δεν μπορούμε να συναγάγουμε τους νόμους που τον κυβερνούν από απριορικές αρχές, αλλά πρέπει να κοιτάξουμε το πως λειτουργεί στην πραγματικότητα. Αυτό είναι έργο της επιστήμης. Υπάρχει λοιπόν μια περίεργη σχέση ανάμεσα στο δόγμα της δημιουργίας από το τίποτα και στον επαγγελματικό βίο του Ρίτσαρντ Ντόκινς. Χωρίς τον Θεό ο Ντόκινς θα ήταν άνεργος. Οπότε είναι άκρως αγενές εκ μέρους του το να αμφισβητεί την ύπαρξη του εργοδότη του.

(T. Eagleton, μν. έργον,σελ. 26-27).

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος που ο Eagleton ορίζει την πίστη:

Οι άνθρωποι καλούνται να μην κάνουν τίποτα περισσότερο από το να αναγνωρίσουν, μέσα από την πράξη της αγαπητικής συγκατάνευσης που ονομάζεται πίστη, το γεγονός ότι ο Θεός είναι με το μέρος τους ό,τι κι αν γίνει. Ο Ιησούς δεν έχει στην πραγματικότητα παρά ελάχιστα πράγματα να πει γύρω από την αμαρτία, αντίθετα με πλήθος φιλοκατήγορων οπαδών του. Η αποστολή του είναι να αποδεχτεί την αδυναμία των ανθρώπων, όχι να τους την τρίψει στη μούρη. (μν. εργ., σελ. 41).

Η εν λόγω ριζοσπαστική “ανάγνωση” του Eagleton δεν σημαίνει ότι αποστασιοποιείται από τις θεμελιακές μαρξιστικές καταβολές του. Στον Πρόλογο του βιβλίου ασκεί σκληρή κριτική στη θρησκεία: “Η θρησκεία έχει επιφέρει ανείπωτη εξαθλίωση στα ανθρώπινα πράγματα. Ως επί το πλείστον έχει υπάρξει μια βρομερή ιστορία μισαλλοδοξίας, δεισιδαιμονίας, ευσεβών πόθων και καταπιεστικής ιδεολογίας” (μν.εργ.,σελ.11). Ωστόσο ασκεί δριμύτατη κριτική και σε όσους επικριτές της  “αγοράζουν την απόρριψη της θρησκείας σε τιμή ευκαιρίας” , ενώ οι ίδιοι “διακατέχονται από τόσο βαθιά άγνοια και προκατάληψη ώστε να συναγωνίζονται τη θρησκεία” (ό.π.).

Ας δούμε τι λέει ο Eagleton περί χριστιανικής αγάπης:

Κατά τη χριστιανική διδασκαλία η αγάπη και η συγχώρεση του Θεού είναι αδίστακτα ανελέητες δυνάμεις, που ξεσπούν βίαια επάνω στην προστατευτική, αυτοεκλογικευτική μικρή μας σφαίρα, διαλύοντας τις συναισθηματικές ψευδαισθήσεις μας και αναποδογυρίζοντας βάναυσα τον κόσμο μας (…)

(…)Αν δεν αγαπάς είσαι νεκρός κι αν αγαπάς θα σε σκοτώσουν. Ορίστε λοιπόν η επαγγελία των παραδείσιων απολαύσεων ή το όπιο των μαζών, η παρηγοριά σας του γλυκού βλέμματος και η ευλάβεια των χλωμών παρειών.(…)

(μν.έργ.,σελ. 43-44)

Είναι τόσο πλούσια η θεματική του βιβλίου που σε κάθε σελίδα του ο αναγνώστης θα βρει κάτι που θα τον ενθουσιάσει, θα τον προβληματίσει ή μπορεί και να τον εκνευρίσει. Έτσι είναι όμως τα μεγάλα έργα. Κλείνοντας τη μικρή αυτή παρουσίαση νομίζουμε ότι αξίζει ο αναγνώστης να δει πως ορίζει ο Eagleton την “οικτρή κατάσταση”(σελ. 46) αλλά και το “μαρτύριο”(σελ. 48).

Σημ.: Οι ανωτέρω επισημάνσεις αφορούν το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου (“Τα αποβράσματα της Γης”, σελ. 17-72). Μια αναλυτική διαπραγμάτευση θα απαιτούσε πάρα πολύ χώρο. Σε τελική ανάλυση, έργα τέτοιας αξίας απαιτούν όχι μόνο την προσοχή, αλλά και την άμεση μετοχή του αναγνώστη στο βαθυστόχαστο περιεχόμενο τους.

——————————

*[Πρόκειται για παιγνιώδη σύμπτυξη των επωνύμων  Ντόκινς-Χίτσενς από το συγγραφέα «χάριν ευκολίας»(μν. έργον, σελ. 19) ].

25-12-2011

Γ.Μ.Βαρδαβάς

Πρώτη δημοσίευση στο Ιστολόγιο «Αναγνώσεις» στις 25-12-2011. Αναδημοσιεύθηκε στο Ιστολόγιο «Αριστερά και Πολιτική Θεολογία» στις 25-12-2011. Στις 27-12-2011 το παρόν αναδημοσιεύθηκε στο Ιστολόγιο «Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ«. Στις 7-1-2014 αναδημοσιεύθηκε στο Αντίφωνο.

Προς έναν «εγκάρδιο» ορθολογισμό: από την κλειστή μονοτροπία στο «ηδέως ζην»-Σκέψεις και αναγνώσεις με αφορμή την «Αλχημεία της ευτυχίας» του Νικόλα Σεβαστάκη

Νικόλας Σεβαστάκης, Η αλχημεία της ευτυχίας– Δοκίμιο για τη σοφία της εποχής, εκδόσεις  Πόλις, 4η έκδοση, Αθήνα 2001,ISBN: 960-8132-06-1

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Το βιβλίο του Ν. Σεβαστάκη Η αλχημεία της ευτυχίας (εκδ. Πόλις, Αθήνα 2001) περιλαμβάνει 19 δοκίμια και ένα υστερόγραφο. Απέναντι στις απλουστευμένες «συνταγές ευτυχίας» της νεοεποχίτικης «ειδωλολατρίας», του νεοπαγανισμού και του άκρατου οικονομισμού ο συγγραφέας προτείνει έναν «εγκάρδιο ορθολογισμό», που δεν είναι δογματικός, ούτε φανατικός αλλά γνωρίζει τα όρια του και του «αρέσει» η διαλεκτική σύνθεση. Και το κυριότερο: «αναγνωρίζει τη σημασία του μυστηρίου και της μεταφυσικής μέσα στα όρια της δημοκρατίας».

Πόνημα εργώδες, γλώσσα που γοητεύει με την ποιητικότητα της, πολιτική ανάλυση ουσιαστική, υπαρξιακή διάσταση απτή σε κάθε σελίδα.

Ένα βιβλίο ακατάλληλο για όσους έχουν βυθιστεί στην «ησυχία» τους και δεν ψάχνουν να βρουν τις ατραπούς που τρέφουν την κριτική σκέψη, για τους νεοπαγανιστές που δεν βλέπουν τίποτα πέρα από τον «κόσμο», για τους θιασώτες της υπαρξιακής «ευκολίας» και «βολής».

Αντίθετα το βιβλίο είναι κατάλληλο για όσους -με κόντρα τον καιρό- εξακολουθούν να είναι πνευματικά ανήσυχοι, για όσους δεν περιορίζουν την έννοια της πολιτικής μόνο στην κομματοκρατία αλλά γνωρίζουν τις πολυποίκιλες προκείμενες της, για όσους δεν εμμένουν πεισματικά στην «αλήθεια» τους, για όσους συνεχώς αναζητούν το νόημα της υπάρξεως.

Τα υπαρξιακά –και όχι μόνο- ερωτήματα είναι εύκολο να διατυπωθούν, αλλά δύσκολο να απαντηθούν (κάποια μένουν αναπάντητα εις το διηνεκές). Μπροστά στο φαινομενικό αδιέξοδο ο συγγραφέας προτείνει τη δύσκολο οδό: μελέτη, μόχθο, έρευνα, διάκριση, συνεχή πνευματική εγρήγορση, αξιολογική σύνθεση.

Δίνοντας χώρο και στη μεταφυσική μέσα στα όρια της πολιτικής δείχνει ανοικτά ότι αποστασιοποιείται από τη συνήθη «Βουλγάτα» των επιδερμικών μονισμών και της κυρίαρχης μονοτροπίας.

Η περιγραφή του σύγχρονου πολιτικού-υπαρξιακού διακυβεύματος  είναι χαρακτηριστική: «Η απειλή σήμερα στρέφεται αδιακρίτως και εξίσου εναντίον του κριτικού, τραγικού και δημοκρατικού ατόμου που κατανοήθηκε ως πρόσωπο, ως σχέση με τον άλλον άνθρωπο» (μν. έργον, σελ. 36).

Με γλώσσα που ξαφνιάζει ο συγγραφέας περιγράφει το «μενού της παγκοσμιοποίησης»: «Αυτό το αγωνιώδες και αγωνιστικό πνεύμα που αποστραγγίζεται στη θρησκεία της εποχής, σε τούτο το μείγμα δεισιδαιμονίας και υπερκαπιταλιστικής ειδωλολατρίας, είναι αυτό που συνοδεύει το μενού της παγκοσμιοποίησης» (ό.π., σελ. 44).

Ως αντίβαρο στο πολιτικό διακύβευμα της «νέας εποχής» ο συγγραφέας προτείνει μια «δημιουργική πολυπραγμοσύνη». Ας δούμε την πρόταση του: «Στην ενδοσκοπική, αυτοαναφορική και υποχονδριακή «εσωτερικότητα» της νέας εποχής αντιπροτείνουμε μια δημιουργική πολυπραγμοσύνη: μετοχή στη διπλή αλήθεια του κοινωνικού ατόμου, στην αμφίτροπη αρμονία-δυσαρμονία ποιητικού και πολιτικού ανθρώπου. Τούτο δεν έχει σχέση με την επαναφορά της φιγούρας του «στρατευμένου» πολίτη(…)[αλλά] «μπορεί να συνοψιστεί στο εξής: για να δώσει κανείς νόημα και πλούτο στην εσωτερικότητα του χρειάζεται, συχνά, να βγει απ’ αυτή, να περιπλανηθεί, να ταξιδέψει στη βία της ιστορίας, να μεσολαβήσει τα ακριβά του αιτήματα με τις μορφές της συλλογικής ζωής. Η πολιτική είναι μια τέτοια περιπλάνηση και παραπλάνηση του εσωτερικού των ανθρώπων μέσα στην ανάγκη. Περιπλάνηση που συνιστά όμως συγκεκριμένη ελευθερία, ελευθερία και απώλεια μαζί, άρνηση της πλήρους κατοχής, του αποκλειστικού και μοναχικού κέρδους. Εκεί που υπερβαίνουμε την ιδέα ότι θα είμαστε πάντα κερδισμένοι, πως θα κατέχουμε εσαεί το όλο νόημα της ζωής μας, εκεί προετοιμαζόμαστε για την αυθεντική πολυπραγμοσύνη» (ό. π., σελ. 183-184).

Συνελόντι ειπείν η «Αλχημεία της ευτυχίας» είναι ένα αξιοεντρύφητο  ανάγνωσμα, ένα βιβλίο αναφοράς που αξίζει να διαβαστεί και να ξαναδιαβαστεί. Από τη δική μας «διπλή ανάγνωση» παραθέτουμε ένα μικρό χρονολόγιο:

 

Ημερολόγιο ανάγνωσης

1

 «Η δοσολογία της Σωτηρίας και άλλα ευτράπελα» (σελ.18-25)

Η ανάλυση του συγγραφέα στο εν λόγω δοκίμιο είναι καταλυτική. Ο συγγραφέας προσεγγίζει κριτικά τη στοχοθεσία της Νew Αge «νέο-ειδωλολατρίας», υπογραμμίζοντας ότι το διακύβευμα είναι η υποθήκευση της -κατά Καστοριάδη-«ανοικτής ερώτησης», που είναι η ερώτηση για το νόημα της ελευθερίας.

Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός επαναφέρει τη «δεσποτική μοίρα», υπονομεύει το πρόσωπο και αναδεικνύει το νεοφιλελεύθερο άτομο. Καλλιεργεί έναν «πειθαρχημένο» και υπάκουο ανθρωπολογικό τύπο και συνθέτει νηπιώδη μεταφυσική και οικονομισμό. Κατά συνέπεια δεν είναι  καθόλου τυχαίο ότι ο τύπος διανοούμενου που προβάλλει είναι ο «γκουρού».

Αλλά καλύτερα ας μιλήσει ο συγγραφέας (σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου):

 (…)[σελ.22]Η υπόθεση που κάνουμε είναι ότι οι αλχημείες της ευτυχίας και οι ανορθολογικές ειδωλολατρίες υποθηκεύουν τη δυνατότητα της «ανοικτής ερώτησης» (Καστοριάδης) που είναι η ερώτηση για το νόημα της ελευθερίας. Αυτή η προδοσία είναι διπλή, εκ των ένδον και εκ των έξω.

Εσωτερικά προέρχεται από το είδωλο του νεοφιλελεύθερου ατόμου και των κοινωνικών-πολιτισμικών μηχανισμών που του αντιστοιχούν.

Εξωτερικά, εμφανίζεται ως άρνηση των βασικών αξιών του πολιτικού ανθρώπου και του χριστιανικού προσώπου, αξίες που γεννήθηκαν γύρω από τη λεκάνη της Μεσογείου και ταυτίστηκαν με τη μοίρα της ευρωπαϊκής ανθρωπότητας(…)

 (…) [σελ.24] Ζούμε στο μυστικισμό της παγκόσμιας τεχνοαγοράς αλλά κατοικούμε και μια δημοκρατική ιστορία που δεν έχει τελειώσει. Η ελευθερία έχει κάνει τεράστια άλματα, όλο και περισσότεροι άνθρωποι ζουν περισσότερο και καλύτερα, παρά τις ανισότητες, τις φτώχιες, τις μελανές κηλίδες στο σώμα του πλανήτη.

Θέλω να επιμείνω στην ιδέα πως ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός της παγκοσμιοποίησης προδίδει τη δημοκρατική υπόσχεση σε ό, τι θεμελιωδέστερο έχει: αποκαθιστά την «ιδέα» μιας δεσποτικής μοίρας, ενός δικτύου από ανεξέλεγκτα συμβάντα, ιδέα που είναι ουσιαστικά ξένη στην ελληνοδυτική αλλά και στη χριστιανική πνευματικότητα. Γι’ αυτό και ο τύπος διανοουμένου που αντιστοιχεί στο σύστημα αυτό είναι ο γκουρού(…)

(…)Πειθαρχία είναι το σύνθημα του. Έλεγχος της ανα-[σελ.25]πνοής, τεχνικές χαλάρωσης, διευρυμένη συνείδηση. Πειθαρχία και εβδομήντα ώρες εργασίας την εβδομάδα για υπερδικτυωμένα στελέχη. Ιδού το νέο ανθρωπολογικό μοντέλο ενάντια στη «φυγοπονία»!(…)

(…)Αυτό είναι το καινούργιο μήνυμα των καιρών. Η σύνθεση της απλουστευτικής μεταφυσικής και του οικονομισμού, η απόσπαση της οικονομίας από την πολιτική και ο έρωτας της με τη… θεραπευτική θρησκεία. Μόνο που αυτή η θρησκεία μοιάζει όλο και περισσότερο με την πορνογραφία: δεν αφήνει καμία έκπληξη, κανένα χώρο πραγματικής ελευθερίας στον κοινωνό της. Τον αφήνει απλώς «ελεύθερο» να παίξει την προγραμματισμένη του φάση και να επιδοθεί στη μηχανική τελειότητα των διαλογισμών ή των ασκήσεων του. Τον προορίζει για μια σωτηρία που προκύπτει από τη βέλτιστη συνδυαστική τεχνικών και ασκήσεων. Μέχρι τον αεροβικό θάνατο ή την ανορεξική φθίση.

Αποσπάσματα από το 1ο δοκίμιο:

«Η δοσολογία της Σωτηρίας και άλλα ευτράπελα», σελ. 22,24-25

***

2

«Η Ασιατική Μαγγανεία» (σελ.26-37)

Καίριες επισημάνσεις για τα κύματα του «νεοασιατισμού» στη δυτική κουλτούρα και της γενικευμένης ακρισίας που στην ουσία «ευαγγελίζεται» ο σύγχρονος καπιταλιστικός λόγος, περιλαμβάνονται στο προκείμενο δοκίμιο. Παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα (σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου):

 [σελ.28] Οι ανατολικοί μυστικισμοί έρχονται λοιπόν να γεμίσουν τα κενά της ιδιωτικής ηθικής του σύγχρονου ανθρώπου. Και εδώ είναι το πρώτο μεγάλο παράδοξο: φιλοσοφίες ζωής που συνδέονται με κοινωνίες οι οποίες αγνοούν το άτομο, με τη δυτική έννοια του υπεύθυνου υποκειμένου και φορέα δικαιωμάτων, του ατόμου ως αυταξίας και μοναδικότητας, ανακαλύπτονται για να καλύψουν τις πνευματικές ανάγκες αυτού του ατόμου! Παράδοξο που ωστόσο δεν είναι τόσο ανεξήγητο αν σκεφτεί κανείς δυο πράγματα:

Πρώτον, ότι ο μεταμοντέρνος καπιταλισμός την ίδια στιγμή που δοξολογεί τον ατομικισμό εγκαταλείπει το [σελ.29] άτομο ως ιδιαιτερότητα και μοναδικότητα. Στη θέση του αναγνωρίζει μόνο τον οικονομικό δρώντα, το μέλος της παγκόσμιας αγοράς.

Δεύτερον, ότι η παρακμή των θεσμών και συμβόλων κύρους ευνοεί τον άγονο υποκειμενισμό και τις μορφές έκφρασης που έχουν θολό ή αυθαίρετο θεσμικό χαρακτήρα.

Υπάρχει λοιπόν μια συνάφεια μεταξύ του σύγχρονου καπιταλιστικού λόγου και της διαρκούς εμφύτευσης του ανατολικού μυστικισμού στη δυτική κουλτούρα. Η αμοιβαία έλξη των δυο φαινομένων έχει να κάνει με μια ιδέα της ευδαιμονίας αποσπασμένης από το πρόβλημα της ελευθερίας και της πολιτικής ζωής. (…)

 [σελ.32](…) Μια άβυσσος χωρίζει λοιπόν τον άνθρωπο της μη-κρίσης από τον δημοκρατικό άνθρωπο. Και αυτή η άβυσσος δεν αφορά μόνο τη δημόσια αρετή, την πολιτική ευψυχία αλλά και την υπαρξιακή ανάπτυξη, την άνθηση του προσωπικού ευαισθησιακού χώρου. Υποστηρίζω δηλαδή ότι μια ηθική της μη- κρίσης και της αποδοχής του παντός είναι ξένη και εχθρική προς την ίδια τη δυνατότητα της προσωπικής ευδαιμονίας εντός της κοινωνίας. (…)

Αποσπάσματα από το 2ο  δοκίμιο:

«Η Ασιατική Μαγγανεία», σελ.28-29, 32.

***

3

«Ο μουσικός άνθρωπος» (σελ.77-85)

Ο λόγος στο συγγραφέα(σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου):

[σελ.79](…) Οι άγιοι, παρά το σκυθρωπό των αγιογραφιών, εικαστικών ή γραπτών, είχαν πάντοτε μια συγκινητική απλότητα: έκαναν το καλό και το δίκαιο «δίχως το ψέμα του μεγάλου στυλ», δίχως τη μανιέρα του μεγάλου μάγου ή της απρόσιτης ιδιοφυίας(…)

[σελ.80] (…)Η ιστορία του ενσαρκωμένου πνεύματος –πρακτικού και μεταφυσικού- έχει λοιπόν μια δική της μουσικότητα, φτιαγμένη από συγχορδίες, διέσεις, αντιστίξεις και ημιτόνια.(…).Έχουμε έτσι πολλές μουσικές οντότητες σε αυτή την ιστορία: τη μουσική του πιστού και τη μουσική του σκεπτικιστή, την τονική κλίμακα της αρετής και αυτής των παθών, τη μουσική της ελευθερίας και εκείνη της υποδούλωσης ή της δουλοπρέπειας.

Όλα αυτά μπορούν να θεωρηθούν μια μεταφορά, ένα λίγο πολύ ποιητικό δάνειο για να μιλήσουμε περί «ιστορίας». Όμως το υποκείμενο στο οποίο αναφερόμαστε αρχίζει με μια πράξη ακρόασης. Το Εν Αρχή Ην ο Λόγος εμπεριέχει ήδη τη δυνατότητα της ακρόασης μιας σημαίνουσας αγγελίας: τη δυνατότητα της ποίησης και της μουσικής ως πρωτεύουσα διάσταση της σχέσης του ανθρώπου με το Λόγο. Αυτή η σχέση με το Λόγο του Θεού υποδεικνύει πως, εξαρχής, ο δικός μας κόσμος εγγράφεται σε μια «προσαγόρευση», μια σχέση ιδίας ακρόασης και υπ-ακοής. Η μουσική σε τούτη την απαρκτήρια προσαγόρευση, συδαυλίζει και επιτελεί συγχρόνως μια σχέση με το υπερβατικό, με το ά-μετρο. Το άμετρο του κάλλους, της αγάπης ή της δικαιοσύνης ανάλογα με τον κόσμο μέσα στον οποίο αρτιώνεται η μουσική της πράξης.(…)

[σελ.83](…)Η μετανεωτερικότητα μοιάζει ωστόσο να υποκαθιστά τον πληθυντικό με τον κατακερματισμένο εαυτό ο οποίος δεν επιτυγχάνει τη συνοχή του ψυχικού του κόσμου αλλά τη συρραφή των κομματιών του σε πρόχειρες ή ετοιμόρροπες συνθέσεις. Ή ακόμα, φτάνει σε μια συνοχή μονιστικού χαρακτήρα με σοβαρές απώλειες στις άλλες πλευρές της ύπαρξης του(…).

Αποσπάσματα από το 7ο  δοκίμιο:

 «Ο μουσικός άνθρωπος»,σελ.79,80,83

***

4

«Η μεταφυσική της παρηγοριάς» (σελ.118-130)

Στο παρόν δοκίμιο ο αναγνώστης θα βρει απαντήσεις, μεταξύ άλλων, στα παρακάτω ερωτήματα:

Γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος καταφεύγει σε μια σχεδόν νηπιώδη μεταφυσική; Για ποιους λόγους ο νεοπαγανισμός και η νεοειδωλολατρία είναι σε έξαρση στην εποχή μας; Γιατί ανθούν η παρα-ιστορία, η παρα-φιλολογία και οι θεωρίες συνωμοσίας; Γιατί η προσωποκεντρική μεταφυσική δεν δίνει «έτοιμες λύσεις»; Τι νοηματοδοτεί  η μεταφυσική του προσώπου; Γιατί ο νέο-γνωστικισμός επανεμφανίζεται στο ιστορικό προσκήνιο;

Παραθέτουμε εν συνεχεία ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το δοκίμιο (σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου):

[σελ. 119] (…) Η πνευματική ανησυχία είναι πάντως το λιγότερο που θα περίμενε κανείς σε έναν κόσμο που θέλει παρηγοριά και λήθη. Η αχίλλειος πτέρνα των στρατευμένων λόγων είναι συνήθως η περιφρόνηση της για την κόπωση των ανθρώπων, για την ανάγκη της να αποσύρονται, έστω για λίγο, έξω από την σκληρότητα των λέξεων, των πράξεων, των αποφάσεων, των λογισμών. Σκέφτομαι πως ένα μέρος της γοητείας που ασκούν οι ανορθολογικές «σοφίες» στους σύγχρονους οφείλεται σε τούτο: επιτρέπουν στο άτομο να νιώσει λίγο απαλλαγμένο από την ιστορία και της θορύβους της, του παραχωρούν ένα άνετο κάθισμα στην παρα-ιστορία ή στη μετα-ιστορία. Εξ ου και η τεράστια επιτυχία των συνωμοσιολογικών θεωριών, της [σελ.120] αστρολογικής εξήγησης ή της παραεπιστημονικής φιλολογίας που «ανατρέπει»  με εξωφρενικούς συλλογισμούς τα κατεστημένα παραδείγματα της επιστήμης(…).  

[σελ.121] (…) Ακόμα και οι μεταφυσικές που δεν απορρίπτουν την ιστορία αλλά διατηρούν μια πιο περίπλοκη σχέση μαζί της, αντιμετωπίζουν την αδιαφορία των συγχρόνων οι οποίοι προτιμούν άλλες, περισσότερο εξωφρενικές και «πιπεράτες» αφηγήσεις(…)

[σελ. 123] (…) Ο Λόγος όμως γίνεται εγκάρδιος και λυτρωτικός όταν (…) αναγνωρίζει το ανείπωτο, τα ίδια του τα όρια και τις ευθύνες των ελευθεριών που επιτρέπει στην πράξη, στη σκέψη, στο σώμα των ανθρώπων. Η ανοησία του υλισμού βρίσκεται συνεπώς όχι στο γεγονός πως αρνείται την αξιοπρέπεια του πνεύματος αλλά στο ότι γι’ αυτόν ιστορία και φύση περικλείουν τα πάντα, όλο το νόημα στο εσωτερικό τους. Μα αν ο δογματικός υλισμός παλαιού τύπου έχει εξαφανιστεί από το προσκήνιο, ο σύγχρονος παγανισμός έχει καταλάβει την ηγεμονία προσπαθώντας να δολοφονήσει τα γονιμότερα στοιχεία του αστικού πνεύματος (…).

[σελ.126] (…) Το πρόβλημα που επισημάναμε σχετικά με τον (νεο)παγανισμό δεν είναι θεολογικό αλλά πολιτισμικό: ότι καταλήγει σχεδόν πάντοτε στον αντιανθρωπισμό και στην απάρνηση του πολιτικού λόγου. Τούτο συμβαίνει ακριβώς επειδή ο νεοπαγανισμός δεν μπορεί να αναγνωρίσει άλλο από το είναι του ανθρώπου και του κόσμου και έτσι διαφθείρει το άνοιγμα του ανθρώπου στο άπειρο. (…)

[σελ. 127] Αντίθετα, η μεταφυσική εμπειρία που υπερασπιζόμαστε δεν είναι αστροναυτική αλλά προσωποπλευστική. Γίνεται χαρά του κόσμου μέσα στο όριο του, αυτό που πέραν του κόσμου και των γεγονότων χαρίζει τη δίψα της αγάπης, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας.

Από αυτή την άποψη, επανεκτιμούμε τη χριστιανική εξαγγελία ως ορίζοντα όπου τα έσχατα ερωτήματα (ο θάνατος και η νίκη επί του θανάτου, το νόημα της ύπαρξης, η αγάπη, η σχέση με τον Πλησίον) δεν ευτελίζονται σε ψυχολογικές και μυστικιστικές κατηγορίες αλλά συγκροτούν την ίδια την αξιοπρέπεια του ανθρώπινου προσώπου. Μια αξιοπρέπεια μεταφυσική που νοηματοδοτείται μεν από το πέραν του κόσμου αλλά όχι από ένα μαγικό «υπερφυσικό» Πράγμα.(…)

[σελ. 128](…) Μόνο οι «σοφίες» που διαβλέπουν σε κάθε ενσάρκωση μια πτώση, μια καταστροφή και αλλοίωση του Λόγου, μόνον αυτές αντιστρατεύονται δομικά τον ανθρωπισμό. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε εδώ για μια Γνωστική τάση (με την έννοια της αναφοράς της αντιλήψεις του Γνωστικισμού) η οποία επανεμφανίζεται σταθερά στην ιστορία(…).

Το μόνο που αξίζει να σημειώσουμε εδώ είναι πως το άνοιγμα στην υπέρβαση όπως νοείται στη χριστιανική παράδοση και ο «υπερβατισμός» όπως πωλείται της Γνωστικές σοφίες, παλαιές και μοντέρνες, διαφέρουν ριζικά και τούτη η διαφορά είναι σημαντική. Στην πρώτη περίπτωση η υπέρβαση και η επιθυμία της δεν αναιρούν την προσωπική ευθύνη και δεν επιτάσσουν την άρνηση της ιστορίας χάριν μιας φαντασιακής καθαρότητας και τελειότητας. Ενώ ο «υπερβατισμός» προσφέρει πάντα μιαν υπόσχεση απαλλαγής του εαυτού από το βάρος της μετοχής του στην κοινωνία. Γι’ αυτό και στις σύγχρονες ευτελείς εκδοχές του, στα πλαίσια των συνταγών Ευτυχίας και εσωτερικής Αλήθειας, φαντάζει γοητευτικός και παραμυθητικός. Συναρμόζεται δηλαδή εύκολα με τον ατομικισμό του συρμού στο βαθμό που τόσο ο «υπερβατισμός» [σελ. 129] όσο και ο «νατουραλισμός», τόσο ο φωτισμένος όσο και ο οικονομικός εαυτός διεκδικούν τη φυγή από την ευθύνη, τη δραπέτευση από το κάλεσμα του άλλου.(…)

Αποσπάσματα από το 12ο  δοκίμιο:

«Η μεταφυσική της παρηγοριάς», σελ.119-121,123,126-129.

***

5

«Εγκώμιο των μορφών» (σελ.153-166)

Στο δοκίμιο αυτό εξετάζονται ο σύγχρονος ανορθολογισμός, η συναλληλία «διαλογισμού» και σύγχρονου μάρκετινγκ και η συμμαχία τους στην περιφρόνηση της μορφής, των θεσμών και των αξιών (σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου):

[σελ.155](…) Ο σύγχρονος ανορθολογισμός, όποια κι αν είναι η έκφραση του, απομονώνει το αίτημα της ευτυχίας, το φετιχοποιεί και το αντιδιαστέλλει στην κριτική σκέψη. Στη θέση της κριτικής σκέψης ενθρονίζει το «διαλογισμό» ή τη θεοποίηση του ενστικτώδους βιώματος. Στην περίπτωση των διαλογιστικών εμπειριών ο «εσωτερικός εαυτός» αναδιπλώνεται στα ωκεάνια βάθη του, αποσύρεται από τους θορύβους της κοινωνίας ή τις οχλήσεις της πολιτικής πραγματικότητας αναζητώντας μια γαλήνη εργαστηρίου: γαλήνη τεχνητή, αδιάφορη δεκτικότητα στο Παν, απορρόφηση του εαυτού στην ανιστορική του ψυχή. Όσο για τη λατρεία του βιώματος και του ενστίκτου, η αλλεργία για την κριτική σκέψη διαπιστώνεται ακόμα πιο έκδηλη. Αρκεί να διαβάσει κανείς τα «σκέψεις» των εγχειριδίων του  μάρκετινγκ και όλους τους συνταγογραφικούς οδηγούς του καλού πωλητή.(…)

(…) τόσο οι διαλογιστικοί όσο και οι ενστικτο-καπιταλιστικοί λόγοι δονούνται από όμοια περιφρόνηση για τις μορφές. Συλλαμβάνουν τη ζωή ως μια ενεργειακή ροή που καταστρέφει κάθε «νόμο» και κάθε αξία, κάθε στατική και [σελ.156] αφηρημένη μορφή. Αυτό που προτάσσουν είναι η παρακολούθηση της κίνησης των αναγκών της αγοράς ή των αναγκών του εαυτού, η φυσική προσχώρηση της σκέψης στη «ροή» του έσω ή έξω κόσμου. Στη συνήθη περιφρόνηση του χρηματιστή για τις ρυθμιστικές νομοθεσίες και στη χλεύη του γκουρού για τα ηθικά και πολιτικά κριτήρια του «ακάθαρτου και αφώτιστου κόσμου» πρυτανεύει τελικά η ίδια αντιθεσμική και ζωική (βιταλιστική) απάρνηση της σκέψης και των τόπων της (…).

(…) Ο σύγχρονος ανορθολογισμός αφορά περισσότερο την προώθηση μορφών ζωής ασύμβατων με την πολιτική συνείδηση, την ηθική δέσμευση και την κριτική δραστηριότητα των ανθρώπων. Είναι ένα ρευστό πλαίσιο λόγων και πρακτικών που αποσυνδέουν το αίτημα της ευτυχίας από την έγνοια για τη δημόσια σφαίρα με την υπερεπένδυση των μικρόκοσμων εις βάρος της συνολικής δημοκρατικής πολιτείας (…).

Αποσπάσματα από το 16ο  δοκίμιο:

«Εγκώμιο των μορφών», σελ. 155-156.

 

23-30 Ιουνίου 2011

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ«, 30-6-2011.

Φτιάξε την δυστυχία σου μόνος σου: ένα βιβλίο εναντίον του εαυτού σου

Paul Watzlawick, Φτιάξε την δυστυχία σου μόνος σου, εκδόσεις Αλήστου Μνήμης, Αθήνα 2002.

Το μικρό αυτό πόνημα του Πωλ Βατζλάβικ (καθηγητή στο Τμήμα Ψυχιατρικής και Επιστημών της Συμπεριφοράς της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Stanford) είχε εκδοθεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1985 σε μετάφραση του Αντώνη Γκίκα (εκδ. IDEO-TSEPI) και γρήγορα εξαντλήθηκε.

Από την εισαγωγή του Λεωνίδα Χρηστάκη πληροφορούμαστε ότι  “(…)είναι ένα κείμενο χιουμοριστικό μεν, σοβαρότατο δε- τόσο σοβαρό που ο μεταφραστής του, όσο κι αν αυτό φαίνεται συμπτωματικά τραγικό, λίγους μήνες μετά το τελείωμα της μετάφρασης, κι αυτό το 1985, αυτοκτόνησε!” (μν. έργον, σελ. 7).

O Βατζλάβικ στο εν λόγω έργο με αρκετές δόσεις χιούμορ και ειρωνίας διαπραγματεύεται το θέμα της δυστυχίας. Πρόκειται απλά για ένα “εγχειρίδιο δυστυχίας“, όπως ίσως μας παραπλανά ο τίτλος;

Ζώντας στην εποχή του παροξυσμού των εγχειριδίων τύπου ” φτιάξτο μόνος σου” ο Βατζλάβικ θέλησε ν’ ακολουθήσει τη “συνταγή” υιοθετώντας την στον τίτλο και αποδομώντας την εν συνεχεία.

Δεν πρόκειται  όμως στην περίπτωση αυτή ούτε για απλή αποδόμηση της κλασικής αμερικάνικης ψυχαναλυτικής σχολής, όπως κακώς έχει υποστηριχθεί από ορισμένους, ούτε για  ακραιφνώς “αντιψυχιατρικό” έργο.  Αντιθέτως ο συγγραφέας λέει αλήθειες πικρές χρησιμοποιώντας αντισυμβατική γλώσσα, παιγνιώδη γραφή αλλά και πάμπολλα παραδείγματα από όλους τους χώρους του επιστητού.

Όπως  παρατηρεί ο Λ. Χρηστάκης στο έργο αυτό “(…)διαλύονται αρκετοί από τους μύθους γύρω από την ουσία  του βασικού ρόλου της ζωής που τα τελευταία σαράντα χρόνια οι ειδικοί των σχέσεων ονομάζουν επικοινωνία. Καταλήγουμε λοιπόν αμέσως στο συμπέρασμα πως η αναζήτηση μας για επικοινωνία καταλήγει σε τραγικό αδιέξοδο” (μν. έργ., σελ. 7-8).

Σταχυολογώ ελάχιστες μόνο από τις πάμπολλες συμβολικές αναφορές του Βατζλάβικ:

1. Η επίκληση της παροιμίας (βλ. ό. π., σελ. 18) “Dacunt fata volentem, nolentem trahunt” (ήτοι: η μοίρα οδηγεί αυτούς που τη δέχονται και σέρνει αυτούς που την αρνούνται). H ρήση αυτή ανήκει στον Σενέκα και προέρχεται από το έργο του “Epistulae morales ad Lucilium”,63-64,1,1 (ευχαριστώ σε αυτό το σημείο το φίλο  Μ.Κ. για την υπόδειξη της ακριβούς παραπομπής).

2. Η φράση του Όσκαρ Ουάιλντ (ό.π., σελ. 40):

Δυο είναι οι μεγάλες τραγωδίες στη ζωή. Η μια είναι να μην πραγματοποιήσεις το όνειρο σου. Η άλλη, είναι να το πραγματοποιήσεις.

3. Η βιβλική αναφορά στη γυναίκα του Λώτ (ό.π., σελ. 20-21), που έχει απασχολήσει πάμπολλους από τον Παπαδιαμάντη(μεταφραστικά και όχι μόνο)  ως τον  Χρ. Σταμούλη.

Το βιβλίο παρά το γεγονός ότι φαινομενικά προτρέπει σε “παραγωγή δυστυχίας” δεν ωθεί σε καμμία περίπτωση στην αυτοκτονία. Όπως ορθά παρατηρεί ο Γιάννης Θωμάς “(…)η έστω και πνευματώδης ή ειρωνική ψαύση των εναντίον εαυτού (…) προκαλεί αποστροφή (βλ. Γ. Θωμά, Αθώοι εν συγχύσει, Περιοδικό “Κοντέινερ”, τεύχος 6, Απρίλιος 2010, σελ. 44). Αντιθέτως εκφράζει μια αντίστροφη αισιοδοξία, γεγονός που καταφαίνεται από τον επίλογο του:

(…)όπως μπορούμε να φτιάξουμε μόνοι μας τη δυστυχία μας, μπορούμε επίσης να φτιάξουμε και την ευτυχία μας. Μια και ξεκίνησε αυτό το βιβλίο με μια φράση του Ντοστογιέφσκι, επιτρέψτε μου να κλείσω με άλλη μία. Στους “Δαιμονισμένους” ένα από τα πιο αινιγματικά πρόσωπα λέει:

“Ο άνθρωπος είναι δυστυχής, γιατί δεν ξέρει ότι είναι ευτυχής. Αυτό είναι όλο. Όταν το ανακαλύψουμε, θα γίνουμε την ίδια στιγμή ευτυχισμένοι…”.

Μ’ άλλα λόγια η κατάσταση είναι απελπιστική, και η λύση είναι απελπιστικά απλή.-

(μν.έργον, σελ.69)

Όλα τελικά είναι θέμα “ανάγνωσης”…

12-9-2010

Γ. Μ. Βαρδαβάς

Πρώτη δημοσίευση: Ιστολόγιο «Αναγνώσεις«, 12-9-2010.

Αναδημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο » Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ«, 26-3-2011.