ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ: ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Θεολόγου  3ου ΓΕΛ Ηρακλείου

 

[Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Χανιώτικα Νέα» , αρ. φ. 15808/13-7-2019, σελ. 42

Θ. Ι. Ρηγινιώτης, Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο: Δοκίμιο πνευματικής και κοινωνικής αναζήτησης, εκδόσεις Λεξίτυπον, Αθήνα 2019, σσ. 250, ISBN: 978-960-597-204-2.

   Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Λεξίτυπον» το νέο πόνημα του γνωστού θεολόγου εκ Ρεθύμνης Θ. Ι. Ρηγινιώτη με τίτλο: «Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο». Η προβληματική που απασχόλησε το συγγραφέα στο μυθιστόρημα του Εναντίον του Θεού (εκδόσεις Όμορφος Κόσμος, Ρέθυμνο 2006, βλ. σχετικό σημείωμα μας για το βιβλίο στην εφημερίδα «Πατρίς», αρ. φ. 17991/20-12-2006, σελ. 16) εδώ επεκτείνεται και διευρύνεται σε μια εξαντλητική διαπραγμάτευση. Στόχος του συγγραφέα είναι να πραγματώσει έναν οιονεί διάλογο με τον «σκεπτόμενο άθεο» της εποχής μας. Ο παραπάνω όρος δεν χρησιμοποιείται τυχαία από το συγγραφέα, δοθέντος του γεγονότος, ότι υπάρχουν άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως «άθεοι» αλλά εμφορούνται από τέτοιο βαθμό φανατισμού και καχυποψίας που καθιστούν απαγορευτική κάθε καλοπροαίρετη απόπειρα διαλόγου. Τα άτομα αυτά εμμένοντας με δογματισμό στις αθεϊστικές τους βεβαιότητες ουσιαστικά εγκλωβίζονται στην «απόλυτη αλήθεια» της  «πίστης» τους στην ανυπαρξία του Θεού. Το οντολογικό ερώτημα, ωστόσο, είναι διαχρονικό και δεν προσφέρεται για επιδερμικές προσεγγίσεις ή ιδεολογικοποιημένες απολυτοποιήσεις του τύπου «άσπρο-μαύρο». Πέραν τούτου, σαφώς  υπάρχουν και καλοπροαίρετοι άνθρωποι που μπορεί να δηλώνουν άθεοι, άθρησκοι, άπιστοι, αγνωστικιστές, σχετικιστές, σκεπτικιστές κ.α.π. (δικαίωμα τους βεβαίως, ελεύθεροι άνθρωποι είμαστε, δεν είναι εδώ Ιράν, όπως διατείνονται ορισμένοι) αλλά είναι ανοικτοί έμπρακτα στο διάλογο και τη γόνιμη ανταλλαγή επιχειρημάτων και απόψεων. Οι συγκεκριμένοι έχουν μια αρετή: έχουν μάθει να ακούνε και να σέβονται τη γνώμη του άλλου, ακόμα κι αν διαφωνούν· είναι με άλλα λόγια απροκατάληπτοι, γεγονός καθόλου αυτονόητο στους χαλεπούς καιρούς μας. Για να μην παρεξηγηθούμε, οι ανωτέρω παρατηρήσεις ισχύουν ενίοτε και για όσους δηλώνουν «ένθεοι», «πιστοί» κ.α.π., που δεν έχουν διάθεση να ακούσουν την αντίθετη άποψη αλλά θωρακίζονται πίσω από τις  «βεβαιότητες» τους. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι εν λόγω έχουν κατασκευάσει έναν χριστιανισμό «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» τους, έναν χριστιανισμό φονταμενταλιστικό και παραδοσιαρχικό, που δεν έχει καμιά σχέση με τον αυθεντικό χριστιανισμό.

   Ο συγγραφέας προσπάθησε με τρόπο τω όντι εξαντλητικό να παρουσιάσει στα δοκίμια του την αυθεντική ορθοδοξία (αποστασιοποιούμενος επιτυχημένα  από τις πολυποίκιλλες παραφθορές της), δίδοντας τη ζωντανή μαρτυρία της στους ρευστούς μετανεωτερικούς καιρούς μας. Είναι νομίζουμε γνωστό ότι λάθος εικόνα περί ορθοδοξίας έχουν διαμορφώσει τόσο οι «ένθεοι», όσο και οι «άθεοι». Οι πρώτοι εμμένουν σε μια παραδοσιαρχία που εκβάλλει στη λογική των αλήστου μνήμης θρησκευτικών οργανώσεων ή σε έναν πιετισμό προτεσταντικού τύπου ή σε έναν υφέρποντα φονταμενταλισμό που εγγίζει τα όρια του παλαιοημερολογητισμού. Φαίνεται, ωστόσο, να απουσιάζει η μέση οδός αφού από την άλλη πλευρά υπάρχει η λεγόμενη «εκσυγχρονιστική» μερίδα που εμμένει σε μια ελιτίστικη πρόσληψη της θεολογίας, καθιστώντας την τελευταία «θεολογία του σαλονιού», μια θεολογία για λίγους και εκλεκτούς θεολογίζοντες, στα όρια της σέκτας, μη έχουσα σχέση με τα προβλήματα, τα βάσανα, τις ανάγκες και τις πνευματικές ανησυχίες του λαού μας. «Αλλά ταύτα περιττά», καθότι γνωστά για να θυμηθώ την εισαγωγή του βιβλίου (σελ. 11). Από την άλλη πλευρά, η μερίδα των «αθέων» προσλαμβάνει στη συντριπτική της πλειοψηφία το χριστιανισμό με τους όρους της δυτικής σκέψης και διανόησης αγνοώντας το κοσμοσυστημικό ελληνικό παράδειγμα: αγνοούν πεισματικά και με ιδεολογική προκατάληψη το γεγονός ότι στον ελληνικό χώρο ποτέ δεν βιώσαμε φεουδαρχία, ιερά εξέταση, θρησκευτικούς πολέμους κ.α.π. αλλά αντιθέτως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας άκμασαν οι ελληνικές κοινότητες, τα λεγόμενα κοινά, που όπως επαρκώς έχει αποδείξει ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης ήταν αυτοδιοίκητες, ήταν «κοινωνίες εν ελευθερία». Όλα αυτά αγνοούνται παντελώς και υιοθετούνται μεταπρατικά τα δυτικά ιδεολογήματα (E. Hobsbawm, B. Anderson, J. P. Fallmerayer κλπ)

     Ο συγγραφέας δεν αγνοεί ότι ζούμε σε καιρούς μεταχριστιανικούς (βλ. σελ. 11) αλλά εκείνο που θέλει να μεταδώσει στον αναγνώστη είναι η αυθεντική ορθοδοξία, η πνευματική κληρονομιά της καθ’ ημάς Ανατολής, η παρακαταθήκη της νηπτικής και ασκητικής θεολογίας των αγίων, των οσίων και όλων όσοι διέβησαν τη χαρισματική οδό μέσω των τριών σταδίων (κάθαρση, φωτισμός, θέωση, βλ. μεταξύ πολλών, σελ. 221 κ.ε.), που όμως δεν πρέπει να απολυτοποιούνται, ούτε να ιδεολογικοποιούνται.

  Eνθυμούμενος τις πολυποίκιλλες παραφθορές του χριστιανισμού ο συγγραφέας παραθέτει τα παρακάτω σοφά λόγια του π. Ι. Ρωμανίδη στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Αν η Ορθοδοξία ήταν αυτή που διδάσκουν τα νεοελληνικά εγχειρίδια, εγώ σήμερα θα ήμουν άθεος». Αξίζει στο σημείο αυτό να θυμηθούμε τις καίριες επισημάνσεις του Χρήστου Γιανναρά: «Ἄν ὁ Θεὸς ὁριζόταν μὲ τοὺς κανόνες τῆς συλλογιστικῆς τῶν Σχολαστικῶν, μὲ τὶς ἐπιταγὲς ἀναγκαιότητας τοῦ νευτώνειου κοσμοειδώλου, μὲ τὶς κανονιστικὲς ἀπαιτήσεις ἤ ἠθικὲς σκοπιμότητες τῶν Διαφωτιστῶν, θὰ ἦταν «θεὸς» ὑποδεέστερος καὶ τῆς ἔκπληξης τοῦ ὑποατομικοῦ πεδίου. Τὸ συμπαντικὸ θαῦμα καὶ δράμα τῆς ἐλευθερίας μεταγραμμένο σὲ ψευδαισθήσεις εἰδωλοποιημένης αὐτάρκειας. Κι ὁ ἔρωτας κενὸ στολισμένο αἰσθήματα». (Χρ. Γιανναρά, Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων, εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2003, σελ.101)

    Το βιβλίο περιλαμβάνει δοκίμια του συγγραφέα που έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε διάφορα έντυπα και ιστοσελίδες στο διαδίκτυο αλλά έχουν ξαναδουλευθεί και πήραν την τελική τους μορφή στο εν λόγω έργο.

    Στο Α’ μέρος του βιβλίου (σελ. 15-125) με τίτλο «Η περί Θεού επιστήμη» ο συγγραφέας προσπαθεί να προσεγγίσει το περί Θεού ερώτημα μέσα από την ορθόδοξη προοπτική. Αναλύονται εξαντλητικά πλήθος συναφών θεμάτων εκ των οποίων σταχυολογούμε ελάχιστα μόνο εν συνεχεία: α) Ο νεώτερος αθεϊσμός (σελ. 18-22), β) Η γνώση του Θεού (σελ. 19, 45 κ.ε. και αλλ.), γ) Ορθοδοξία και Δύση (σελ. 22-28), δ) Περί αγάπης (σελ. 28 κ.ε., σελ. 40 κ.ε.  και αλλ.), ε) Ήθος και ηθικισμός (σελ. 30-39), στ) Το ασκητικό βίωμα στο χριστιανισμό (σελ. 50 κ.ε., σελ. 59 κ.ε.), ζ) Η αποφατική θεολογία (σελ. 52), η) Η θεολογία ως θεοπτία (σελ. 55), θ) Ψευδείς πνευματικές εμπειρίες στην ορθοδοξία (σελ. 73 κ.ε.), ι) Η διάκριση των πνευμάτων (σελ. 90 κ.ε.), ια) Περί πίστεως (σελ. 105 κ.ε.).

   Στο Β΄ μέρος του βιβλίου (σελ. 129-232) με τίτλο «Ιχνηλασίες σε μύθους και αλήθεια» ο συγγραφέας αναφέρεται σε ορισμένους αντιχριστιανικούς μύθους, τους οποίους και ανατρέπει τεκμηριωμένα, ενώ παράλληλα τον απασχολούν δογματικά και λειτουργικά θέματα. Ο πιο κλασικός εξ αυτών των μύθων, που επανέφερε στο προσκήνιο προ ετών η -ήδη ξεπερασμένη- μόδα του «ντανμπραουνισμού», αναφέρει ότι δήθεν ο χριστιανισμός που ξέρουμε πήρε την τελική του μορφή στην Α’ Οικουμενική σύνοδο της Νικαίας (325) από τον Μ. Κωνσταντίνο. Ο συγγραφέας ανατρέπει με πλήρη τεκμηρίωση τον εν λόγω μύθο (σελ. 129-134).

     Τα ζητήματα της τριαδολογίας και της χριστολογίας, που αποτελούν την πεμπτουσία της ορθοδόξου διδασκαλίας, απασχολούν ιδιαίτερα το συγγραφέα (σελ. 135-162). Αναφέρεται αναλυτικά  στις μαρτυρίες για την Αγία Τριάδα της Βίβλου (Παλαιάς και Καινής Διαθήκης) και στις μαρτυρίες των πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων της μεταποστολικής εποχής.

     Το ακανθώδες ζήτημα των σχέσεων θρησκείας και επιστήμης απασχολεί ιδιαίτερα το συγγραφέα (βλ. σελ. 162-182), ο οποίος αναφέρεται στην εικονολογική γλώσσα του βιβλίου της Γενέσεως, στους ποικίλλους ανθρωπομορφισμούς αλλά και στις σχετικές αναφορές της πατερικής ερμηνευτικής, χωρίς να παραλείπει να αναφερθεί στο απαράδεκτο του δημιουργισμού και του εξ ΗΠΑ ορμώμενου «ευφυούς σχεδιασμού» (σελ. 179). Παράλληλα τονίζει ότι θρησκεία και επιστήμη έχουν διακριτούς ρόλους και δεν πρέπει να εμπλέκεται η μια στα ζητήματα της άλλης. Διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει απόλυτη εμμένεια στις επιστημονικές διατυπώσεις (πρβλ π.χ. κβαντομηχανική, εντροπία, απροσδιοριστία κλπ): «(…) ο επιστημονικός κόσμος συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μια πλευρά της πραγματικότητας -η πιο θεμελιώδης- απρόσιτη στην ανθρώπινη κατανόηση, καθότι εντελώς διαφορετική από την καθημερινή μας εμπειρία(…)» (σελ. 171). Κατά συνέπεια η ενδεχομενικότητα και η πιθανότητα αμβλύνουν τις όποιες θετικιστικές βεβαιότητες, όπως χαρακτηριστικά έχει επισημάνει ο γνωστός φυσικός Paul Davies: «Η επιστήμη, μέσω της κβαντικής μηχανικής, έχει σχεδόν διαψεύσει τον ισχυρισμό ότι «κάθε συμβάν έχει μια αιτία». (…) Η συμπεριφορά των υποατομικών σωματιδίων είναι γενικά απρόβλεπτη. Δεν γίνεται να είστε σίγουροι τι πρόκειται να κάνει ένα σωματίδιο από τη μια στιγμή στην άλλη» (Paul Davies, Θεός και μοντέρνα φυσική, β’ έκδοση, εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα 2009, σελ. 67).

   Το συγγραφέα απασχολούν ακόμη καίρια θέματα λειτουργικής θεολογίας (σελ. 182-197), ιεραποστολικής στην Αφρική (Ουγκάντα- Κένυα, σελ. 197-207) και σωτηριολογίας (ένα σημαντικό δοκίμιο που δημοσιεύεται στις σελ. 208-232). Σχετικά με τη «μέση κατάσταση των ψυχών» (σελ. 225 κ.ε.) υπενθυμίζουμε ότι συνιστά θεολογούμενο για την ορθόδοξη εκκλησία.

        Στον Επίλογο του βιβλίου δημοσιεύεται μια λίαν ενδιαφέρουσα «Επιστολή σε γονιό, που η έφηβη κόρη του είναι έγκυος» (σελ. 233-237) και ακολουθεί αναλυτική Βιβλιογραφία. 

        Συνελόντι ειπείν, το βιβλίο αποτελεί ένα εξαιρετικό οδηγό για τον αυθεντικό χριστιανισμό μακριά από παραφθορές, παραναγνώσεις, «ιδιωτικές θεολογίες», θεολογισμούς, ηθικισμούς και εστετισμούς. Θα κλείσουμε με μια σπουδαία φράση του συγγραφέα: «(…) ο άνθρωπος καθώς γίνεται άγιος, είναι ουσιαστικά ελεύθερος, άσχετα από τις εξωτερικές συνθήκες ζωής του» (σελ. 33, υποσημείωση 24). Τεράστιο το διακύβευμα. Αντέχετε;

Ηράκλειο, 10 Ιουλίου 2019

***

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ» στις 16/7/2019. Ο υπερσύνδεσμος του άρθρου είναι: http://www.rethnea.gr/article.aspx?id=62975

Αναδημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο NULA DIES SINE LINEA στις 16/7/2019.

Αναδημοσιεύθηκε στους «Θεολόγους Κρήτης» στις 21/7/2019

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΝΟΙΚΕΙΟΥ (ΓΙΑ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ «UNCANNY» ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ)

KONICA MINOLTA DIGITAL CAMERA

Φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός (από τη σειρά φωτογραφιών «Uncanny»)

Ὁ ὄρος μόνο φαινομενικὰ ἐμφαίνει τὸ μὴ οἰκεῖο. Ἐπὶ τῆς οὐσίας ἔχει μιὰ ἀποφατικὴ ἀμφισημία: εἶναι τὸ οἰκεῖο καὶ τὸ μὴ οἰκεῖο ταυτόχρονα. Τὰ σημαινόμενα τοῦ ὄρου πολλαπλά: ἀνεστιότητα, μυστήριο, ἀλλόκοτο, ἀπόκοσμο, ἄγνωστο. Σ’ αὐτὰ ἄς προστεθοῦν ἡ σιωπὴ καὶ ἡ ἐσχατολογικὴ διάσταση τοῦ χρόνου. Ἔτσι φτάνουμε στὰ αἰώνια ζητούμενα τῆς ὕπαρξης, τῆς Τέχνης καὶ τῆς φιλοσοφίας μὲ κορωνίδα τὴν περὶ θανάτου ἀγνωσία μας.

Ἡράκλειο 22 Αὐγούστου 2013

Γ.Μ.Βαρδαβᾶς

 

Βασίλης Καραποστόλης, Η εποχή της όρεξης

Βασίλης Καραποστόλης, Η εποχή της όρεξης: Ακολουθώντας τα ίχνη του ’60,εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012, ISBN: 978-960-16-4339-7.

Το καλύτερο αντίδοτο στην γενικευμένη γκρίνια της εποχής είναι το καλογραμμένο βιβλίο του Βασίλη Καραποστόλη Η εποχή της όρεξης: Ακολουθώντας τα ίχνη του ’60. Ο συγγραφέας αναφέρεται μεν στη δεκαετία του ’60 αλλά όχι με τον κοινότοπο εκείνο τρόπο μιας γλυκανάλατης νοσταλγίας για ένα εξιδανικευμένο χτές. Σκοπός του είναι να καταδείξει ότι σ εκείνες τις χαλεπές μέρες δεν έλειψε από τον Έλληνα ένα πολύ βασικό χαρακτηριστικό: η όρεξη. Όρεξη για ρήξεις, όρεξη για το νέο μέσα από τη δημιουργία και κυρίως όρεξη για αναμέτρηση με τις συνεχόμενες δυσκολίες της καθημερινότητας. Αγώνας επιβίωσης και σταδιακός εγκλιματισμός στις νέες προκλήσεις. Η μετάβαση δύσκολη, επίπονη. Η μια πτώση ακολουθούσε την άλλη. Όμως παρά τις δυσκολίες ο αγώνας συνεχιζόταν αδιάκοπα, οι αναποδιές δεν έκαμπταν την κοινωνία, που έπεφτε και ξανασηκωνόταν. Άλλοι καιροί, άλλη αντίληψη, άλλη στάση ζωής, άλλη νοο-τροπία…

Όλα αυτά χάθηκαν σε σύντομο διάστημα όχι μόνο λόγω του γνωστού παρασιτισμού και της κρατικοδίαιτης “ανάπτυξης” αλλά κυρίως διότι η ευτυχία συνδέθηκε με το “κατέχειν”, την κατανάλωση, την κοινωνική δήθεν “καταξίωση”. Τη μεγάλη αυτή αλήθεια  διατύπωσε με εξαιρετικό τρόπο  η γραφίδα του Παντελή Μπουκάλα:

«…ταυτίζουμε το βίο με το βιός μας, με την περιουσία μας, επειδή, φενακισμένοι, αλλοτριωμένοι, εκβιασμένοι ή υποταγμένοι στα κυρίαρχα και εξουθενωτικά προβαλλόμενα μοντέλα ζωής καταντήσαμε να εξισώνουμε το υπάρχειν με το έχειν» («Καθημερινή», 13 Ιανουαρίου 2008).

Το βιβλίο επιδιώκει να αναστοχαστούμε κριτικά μέσα από τον οιονεί  “δανεισμό” των παρακαταθηκών μιας άλλης γενιάς, που ταλαιπωρήθηκε, μετανάστευσε, είχε συνεχείς πτώσεις και αναβάσεις αλλά όπως τονίζει εμφατικά ο συγγραφέας σχεδόν ποτέ δεν σταμάτησε να αγωνίζεται, σχεδόν ποτέ δεν λιποτάκτησε.

Κλείνουμε με μια φράση  του βιβλίου:

Στην κοινωνία γινόμαστε διπλωμάτες, στην πολιτική χασάπηδες (Β. Καραποστόλης, Η εποχή της όρεξης, σελ. 185).

Σε κάθε περίπτωση το βιβλίο αξίζει την προσοχή μας. Καλή ανάγνωση!

Λαγονήσι 9/7/2012- Ηράκλειο 22/7/2012

Γ.Μ.Βαρδαβάς

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ«, 22-7-2012.

ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

Του Γ.Μ.Βαρδαβά

«Γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς»

(Ιω. 8,32)

Συχνά ακούμε να επαναλαμβάνεται από διάφορες πλευρές το  ρηθέν υπό του Κ. Μαρξ ότι η «θρησκεία είναι  το όπιον του λαού». Ισχύει μια τέτοια θέση για το χριστιανισμό ή τον αδικεί κατάφορα;

Βλέποντας το θέμα από καθαρά φαινομενολογική σκοπιά παρατηρούμε ότι ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία αλλά Εκκλησία. Κέντρο του είναι η ιστορία και όχι η φύση, η εσχατολογία και όχι η κοσμολογία. Ο Μιρτσέα Ελιάντε, που πρώτος υπογράμμισε αυτή τη θρησκειολογική ιδιαιτερότητα του χριστιανισμού επισημαίνει: «Η Ιστορία αποκαλύπτεται ως μια νέα διάσταση του Θεού εντός του κόσμου…Ο σύγχρονος χριστιανός που μετέχει στο λειτουργικό χρόνο, συνάπτεται με το illud tempus («τω καιρώ εκείνω») όπου έζησε, μαρτύρησε και αναστήθηκε ο Ιησούς, όμως δεν πρόκειται για κάποιο μυθικό χρόνο…».(Βλ. Μ. Μπέγζου, Δοκίμια φιλοσοφίας της θρησκείας, Αθήνα 1991, σελ.80 και 303).

Έργο της εκκλησίας είναι η πραγμάτωση της Βασιλείας του Θεού, που δεν είναι μια ουτοπική σύλληψη αλλά το «τέλος», ο τελικός σκοπός της. Η καίρια τομή στο χρόνο ως αποτέλεσμα της ελεύσεως του Χριστού (λέμε προ Χριστού  και μετά Χριστόν) συνάπτεται με την εσχατολογική προοπτική. Ο Χριστός με την επίγεια παρουσία του εγκαινίασε ένα καινούργιο κόσμο με ριζοσπαστικές αρχές. Σκοπός του δεν ήταν να καταδυναστεύσει το ανθρώπινο πρόσωπο, ούτε να καταργήσει την ελευθερία της συνείδησης. Γι’ αυτό εξάλλου κήρυξε το «ει τις  θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Ματθαίου 16,24).Ο χριστιανισμός ακολουθών τον Ιδρυτή Του έδωσε έμφαση στην αγάπη και την ελευθερία. Η αγάπη, που κήρυξε ο Κύριος δεν ήταν τυπικού χαρακτήρα, ούτε ένα αίσθημα, που αφορά απλά τον πλησίον ή τα προσφιλή πρόσωπα αλλά επεκτείνεται-και εδώ είναι το ρηξικέλευθο και το ριζοσπαστικό- και στον εχθρό:

«Ηκούσατε ότι ερρέθη, αγαπήσεις τον πλησίον σου και μισήσεις τον εχθρόν σου. Εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και διωκόντων ημάς, όπως γένησθε υιοί του πατρός υμών του εν ουρανοίς» (Ματθαίου 5,44-45). Η νέα αυτή εντολή του Χριστού συγκεφαλαιώνει και υπερβαίνει το Νόμο και τους Προφήτες: «εντολήν καινήν δίδωμι  ,ίνα αγαπάτε αλλήλους» (Ιω.13,34).

Συχνά ο πολύς κόσμος νομίζει ότι ο χριστιανός θα πρέπει να είναι ένας «μαζεμένος», πράος, ήρεμος (ίσως και δειλός;) άνθρωπος, χωρίς δυναμική. Αυτή η άποψη είναι προφανώς εσφαλμένη. Το επιβεβαιώνει και ο Παύλος που στην Β’ επιστολή προς Τιμόθεον τονίζει: «ου γαρ έδωκεν ημίν ο Θεός πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως και αγάπης» (Β’ Τιμοθ. 1,7).

Ο χριστιανός δεν είναι ένας άνθρωπος με «κοιμισμένη» συνείδηση. Το ενδιαφέρον του από σωτηριολογική άποψη δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στον εαυτό  του, αλλά να επεκτείνεται και στον πλησίον του. Ωστόσο δεν θα πρέπει να αποστασιοποιείται ούτε από τα κοινωνικά προβλήματα. Μπορεί η βιοτική μέριμνα να μην τον αφήνει να είναι -όσο θα έπρεπε -ευαισθητοποιημένος κοινωνικά, οφείλει ωστόσο να μην είναι και «κοιμισμένος». Αυτό εξάλλου εννοούσε και ο Κύριος με το «μη μεριμνάτε» (Ματθαίου 6,25), που βέβαια δεν ερμηνεύεται κατά γράμμα, αλλά δίνει την προοπτική της αγωνιστικότητας για τη σωτηρία.

Η προοπτική όμως αυτή συνάπτεται με το ενδιαφέρον για το συνάνθρωπο, όπως προκύπτει από την παραβολή της Τελικής Κρίσεως: «Κύριε πότε σε είδομεν πεινώντα και εθρέψαμεν, ή διψώντα και εποτίσαμεν; Πότε σε είδομεν ξένον και συνηγάγομεν, ή γυμνόν και περιεβάλομεν; Πότε δε σε είδομεν ασθενή ή εν φυλακή και ήλθομεν προς σε; Και αποκριθείς ο βασιλεύς ερεί αυτοίς αμήν λέγω υμίν, εφ’ όσον εποιήσατε ενι τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» (Ματθ.25,37-40).

Η κοινωνική αδιαφορία, η έλλειψη ευαισθησίας για τον πλησίον  δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση γνωρίσματα του αυθεντικού χριστιανού. Εκτός πλέον κι αν ο καθένας μας διαμορφώνει ένα επιμέρους «χριστιανισμό», που τον «βολεύει», ένα χριστιανισμό με άλλα λόγια «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» μας, ήτοι στα μέτρα μας. Αυτή  η αποδοχή είναι παραλλήλως το μεγαλύτερο διακύβευμα για το σύγχρονο χριστιανισμό.

Θεωρούμενος  όμως  υπό αυτή την οπτική γωνία ο χριστιανισμός εκπίπτει σε ατομικιστικό «ιδεολόγημα», μηχανιστικό θέσφατο, σχολαστική δεοντολογία.. Είναι ένα «κτήμα» που κάποιοι κληρονόμησαν χωρίς δυστυχώς να γνωρίζουν την ουσία του και χωρίς να δείχνουν τη διάθεση να ξεκαθαρίσουν τις  αλήθειες του. Δεν θα ήταν υπερβολή αν με βάση τα παραπάνω χαρακτηρίζαμε την κοινωνία μας «μεταχριστιανική». Κύρια χαρακτηριστικά της είναι η ατομική ευαισθησία και η κοινωνική αναισθησία, ο «ωχαδερφισμός» και η επιβράβευση της ήσσονος προσπάθειας, η επίκληση του θείου μόνο όταν ο πιστός έχει την ανάγκη της μεσιτείας του. Κοντολογίς πρόκειται για έκπτωση σε θρησκειοποίηση, που δικαίως έχει χαρακτηριστεί ως «χριστιανική ειδωλολατρία» (βλ. Μ. Μπέγζου, ο .π., σελ.85).

Το «καινόν» όμως και όχι το «κενόν» της θείας ενσαρκώσεως και διδασκαλίας συνίσταται στο τρίπτυχο: ελευθερία- αγάπη- ισότητα. Αυτό είναι το ιδανικό του «καινού ανθρώπου» που ευαγγελίζεται ο Παύλος: «αποθέσθαι …τον παλαιόν άνθρωπον…και ενδύσασθαι τον καινόν άνθρωπον» (Εφ.4,22-24).Ο Ιωάννης συμπληρώνει: «Εάν ουν ο Υιός υμάς ελευθερώσει, όντως ελεύθεροι έσεσθε» (Ιω.8,36). Νέα διάσταση αποκτούν και οι σχέσεις των ανθρώπων, που τις διέπει η ισότητα: «ουκ ενι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, , ουκ ενι δούλος ή ελεύθερος ,ουκ ενι αρσεν και θήλυ πάντες γαρ υμείς εις εστε εν Χριστώ Ιησού»(Γαλ.3,28). Αξεπέραστη αρχή στις διαπροσωπικές σχέσεις είναι το «καθώς θέλετε ίνα ποιώσι υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» (Λουκ.6,31).

Αλλά και  η πατερική σκέψη είναι αγωνιστική και δυναμική. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος θα επισημάνει χωρίς περιστροφές ότι οι νόμοι είναι κατά των γυναικών διότι νομοθετούν άνδρες. Αλλά και ο Χρυσόστομος ομιλών για τους άρχοντες θα πει ότι είναι «εαυτών άρχοντες». Γνωστές είναι οι θέσεις των Πατέρων για τον πλούτο, τη φτώχια και για την κοινωνική αδικία.  Τι πιο ριζοσπαστικό από το χρυσοστομικό «όπου γαρ το εμον και το σον εκεί πάσα μάχης ιδέα και φιλονικίας υπόθεσις»;

Στο σημείο αυτό θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει: «Για ποιο λόγο να δεχτώ την αλήθεια του χριστιανισμού ως τη μόνη αλήθεια; Γιατί να μην προσπαθήσω να την ανακαλύψω χωρίς “πατερναλισμούς”;». Η απορία αυτή που είναι βαθιά υπαρξιακή έχει να κάνει με τη διάθεση της αναζήτησης ενός εκάστου της δικής του «αλήθειας».

Σκοπός μας εδώ δεν ήταν να «αποδείξουμε» τη μοναδικότητα της χριστιανικής Αλήθειας (γεγονός αυτονόητο για τους χριστιανούς, αφού ο Χριστός είπε: «εγώ ειμι η Οδός και ηΑλήθεια και η Ζωή», Ιω.14,6) , αλλά να αναδείξουμε το δυναμικό και απελευθερωτικό χαρακτήρα της.  Εξάλλου σε θέματα πίστης, που είναι κατά το Μέγα Βασίλειο «υπέρ τας λογικάς μεθόδους», δεν υπεισέρχεται απόδειξη. Αν και το θέμα είναι ακανθώδες μια απάντηση-ίσως την πιο αυθεντική από χριστιανικής πλευράς-θα τολμούσαμε να πούμε ότι δίνει ο Σωφρόνιος του Έσσεξ:

« Η επιστήμη και η φιλοσοφία θέτουν στον εαυτό τους το ερώτημα: ΤΙ είναι αλήθεια;

Αντίθετα η γνήσια χριστιανική συνείδηση πάντοτε στρέφεται προς την αλήθεια ρωτώντας ΤΙΣ.(…)

Κατά παράδοξο τρόπο δεν αντιλαμβάνονται τον αφηρημένο χαρακτήρα του ΤΙ τους. Δεν αντιλαμβάνονται ότι η Αλήθεια η συγκεκριμένη, η απόλυτη, μπορεί να είναι μόνο ΤΙΣ».

(«Ο Άγιος Σιλουανός»,σελ.135 κ.ε.)

Στον αντίποδα μια  φιλοσοφική-ανθρωποκεντρική απάντηση θα μπορούσε να είναι τα παρακάτω λόγια του καθηγητή Δ. Λιαντίνη:

«Γιατί η διαφορά η τρομερή εστάθηκε ότι οι ποιητές,

που μοιάζαν την αλήθεια, είπανε ψέματα.

Εγώ όμως που μοιάζει με τα ψέματα,

έζησα την αλήθεια»

(«Γκέμμα»,σελ.255)

Ο Χριστιανισμός εν κατακλείδι είναι δυναμικός, διδάσκει την ελευθερία και την αγάπη. Πρόκειται για αρχές ρηξικέλευθες αιώνια επίκαιρες και σταθερές, που δεν έχουν καμία σχέση με «όπια»,«υπνώσεις» συνειδήσεων και τα τοιαύτα.

Αυτό εξάλλου καταφαίνεται από το γεγονός ότι το χριστιανικό μήνυμα μένει ζωντανό σε κάθε εποχή σε  αντίθεση με τις «κοσμικές» ιδεολογίες, που έρχονται και παρέρχονται.

Μόλις που χρειάζεται να αναφέρουμε ότι η εν λόγω ρήση του Μάρξ έχει άμεση σχέση με την κατάπτωση της δυτικής μεταφυσικής, που ο ίδιος, ως γνήσιο τέκνο της Δύσης, βίωσε.

Εν κατακλείδι: Το «καὶ εἶχον ἅπαντα κοινά» (Πρ.2, 44) στη Vulgata αποδίδεται » et habebant omnia communia«.

2006

Νόρμαν Μέιλερ “Περί Θεού”: Kριτική αποτίμηση

Νόρμαν Μέιλερ, Περί Θεού,μετάφραση Ιλάειρα Διονυσοπούλου, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2008,ISBN 978-960-03-4683-1.

Του Γ.Μ.Βαρδαβά

Πρόσφατα κυκλοφόρησε στη χώρα μας σε μετάφραση το κύκνειο άσμα του γνωστού αμερικανού συγγραφέα Νόρμαν Μέιλερ. Τίτλος του “Περί Θεού”. Περιλαμβάνει εκτεταμένες συζητήσεις του συγγραφέα με τον ηθοποιό Μάικλ Λένον. Δεν προκαλεί εντύπωση που ένας πρώην “άθεος” θέλει να δώσει απαντήσεις στο περί Θεού ερώτημα. Εξάλλου τα μυθιστορήματα του Μέιλερ κατά καιρούς περιείχαν τις θεολογικές του θέσεις.

Διαβάζοντας το “Περί Θεού” δεν θα μπορούσα να μη διαφωνήσω σε αρκετά σημεία του έργου:

1. Πρώτο σημείο διαφωνίας είναι η προσπάθεια εκ μέρους του Ν.Μ.  να αναδείξει το νεογνωστικισμό ως απάντηση στα υπαρξιακά ερωτήματα των καιρών μας. Φαίνεται καθαρά η ατομοκεντρική οπτική του. Υιοθετεί το γνωστικισμό ως όχημα για την καταξίωση του “εγώ”. Έτσι φτάνει σε απαράδεκτες “ισαριθμίες”. Δεν θεωρεί το Θεό παντοδύναμο, ούτε και πανάγαθο (η ιδέα αυτή βέβαια δεν είναι καινούργια: ας θυμηθούμε τον Μπερξόν και κυρίως τον Καζαντζάκη). Από την άλλη πλευρά, τη θεολογική του αντίληψη διακατέχει η επί ίσοις όροις πάλη Θεού και διαβόλου. Δεν θεωρεί το Θεό τέλειο. Απλά τον δέχεται σαν καλλιτέχνη (θυμίζει στο σημείο αυτό τον Πλάτωνα), που όμως “κάνει λάθη”.

2. Ο χριστιανισμός που γνωρίζει ο Ν.Μ. είναι ένας δυτικότροπος και σχολαστικός χριστιανισμός. Αγνοεί την ορθοδοξία, αν και σχεδόν την επικαλείται κάνοντας λόγο για θεολογία “της απουσίας”. Ωστόσο η αποφατική θεολογία ως θεολογικός δρόμος είναι γνωστή στην ορθόδοξη παράδοση ήδη από την εποχή των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων. Αν  ο Ν.Μ. την αγνοεί, είναι μια άλλη ιστορία. Κανείς  άνθρωπος δεν είναι παντογνώστης. Πολλοί πάντως μπερδεύουν τον αυθεντικό χριστιανισμό με τις ποικίλες παραφθορές του. Πολλώ μάλλον άνθρωποι σαν τον Μέιλερ, που τον έχουν γνωρίσει μόνο στη δυτικότροπη εκδοχή του: καθολική ή προτεσταντική το πολύ. Δικαίως λοιπόν ασκεί σε πολλά σημεία κριτική, αλλά δυστυχώς φαίνεται ν’ αγνοεί ότι υπάρχει και “κάτι άλλο”, παρά τη “μειοψηφικότητα” του.

3. Η αναγνώριση εκ μέρους του Ν.Μ. της “ανωτερότητας του ιουδαϊσμού” μόνο σε προβληματισμό  μπορεί να μας οδηγήσει. Δεν διαφωνεί κανείς πως η συμβολή του ιουδαϊσμού στο μονοθεϊσμό είναι καταλυτικής φύσης. Ωστόσο ο ιουδαϊσμός στην εξέλιξή του προσέλαβε και πολύ “τυπολατρία” και ακόμα περισσότερο “νομικισμό”, αλλά και άλλα αρνητικά στοιχεία που έκαναν το νεαρό Μάρξ να γράψει ένα λίβελλο εναντίον του (το γνωστό μας “Εβραϊκό Ζήτημα”). Προσέτι δεν είναι δυνατόν η Παλαιά Διαθήκη με τις σκληρές περιγραφές της να θεωρείται “ανώτερο” κείμενο από την “ψεύτικη”(!!!), κατά τον Ν.Μ., Καινή Διαθήκη. Για μας φυσικά δεν τίθεται θέμα ανωτερότητας αλλά αλληλοσυμπλήρωσης των δυο Διαθηκών. Κατανοητή καθίσταται ωστόσο η στάση του συγγραφέα, δοθέντος ότι ανετράφη σε ιουδαϊκό περιβάλλον. Μπορεί να βαριόταν στη συναγωγή, όπως αναφέρει σε κάποια συνέντευξή του, αλλά αλλού λέει για την ευσέβεια της οικογένειάς του και κυρίως του πατέρα του, που  διατέλεσε και ραββίνος. Κατά συνέπεια δεν μπορεί στο σημείο αυτό να θεωρηθεί αντικειμενικός (αν νομιμοποιούμαστε βέβαια να κάνουμε λόγο για αντικειμενικότητα σε θέματα πίστεως και πεποιθήσεων γενικότερα˙  πρόκειται για την κλασική κατάφαση στην αλήθεια όλων όσων θρησκεύουν˙ δεν λένε απλά ότι μετέχουν στην  αλήθεια, αλλά ότι κατέχουν όλη την αλήθεια). Από  την  άλλη το θετικό είναι ότι τοποθετείται αρνητικά και έναντι του μηδενισμού και της “αθεΐας”.

4. Η απαξίωση της αγιότητας, με κυνικό μάλιστα τρόπο, από τον Ν.Μ. μας βάζει σε πολλές σκέψεις. Δέχεται την αγιότητα σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις, αλλά και εκεί οι απόψεις του είναι συγκεχυμένες. Η ειρωνική διατύπωση του ερωτήματος “πού πάνε οι άγιοι” προκαλεί θυμηδία και η κριτική του στην αυθαίρετη δυτικότροπη αντίληψη περί “περίσσειας” στις αξιομισθίες των αγίων δεν αφορά τον ορθόδοξο χριστιανισμό, που απορρίπτει ως αιρετική αυτή τη θέση. Όλα αυτά δείχνουν τουλάχιστον άγνοια της αυθεντικής διάστασης της αγιότητας. Αλλά και τα σημεία, όπου φαίνεται ν’ αναγνωρίζει πτυχές της αγιότητας, τα συνοδεύει με αφορισμούς περί “παθητικότητας” και αδυναμίας προσπαθώντας να επαναφέρει στην επικαιρότητα τη βιταλιστική αθεΐα του Νίτσε ή έστω τις βασικές πτυχές της διδασκαλίας του Νίτσε περί “υπερανθρώπου”.

5. Στο ζήτημα της θεοδικίας δίνει διάφορες διαστάσεις. Ωστόσο φαίνεται ν’ απεχθάνεται μετά βδελυγμίας την άποψη για το “μυστήριο του Θεού” και τις “άγνωστες βουλές του Κυρίου”, που “βολεύουν τους παπάδες” αλλά δεν δίνουν απαντήσεις. Προβάλλει διάφορες άλλες απαντήσεις στο πρόβλημα της θεοδικίας, που ποτέ δεν προβλήθηκαν ούτε υιοθετήθηκαν από την ορθόδοξη πατερική θεολογία και παράδοση και καμία σχέση δεν έχουν με το πνεύμα του αυθεντικού χριστιανισμού.

6. Η αποδοχή της θεωρίας της μετενσάρκωσης, ως απάντησης για το τι γίνεται μετά θάνατον, σαφώς και δεν ικανοποιεί σχεδόν κανένα σοβαρά προβληματιζόμενο για τα πνευματικά ζητήματα.

Θα μπορούσαν να αναφερθούν και άλλα σημεία διαφωνίας, αλλά κρίνουμε σκόπιμο να μην τον “διαφημίσουμε” άλλο. Στα υπαρξιακά ερωτήματα δεν υπάρχει μόνο μια απάντηση. Άλλο αν ο Ν.Μ. κατηγορεί την εκκλησία για “κατασκευή απαντήσεων”. Εξάλλου η αποφατική θεολογία δεν εξαντλεί την αλήθεια στη διατύπωση της αλλά αναδεικνύει το άρρητο, το “άκτιστο”. Δεν πρόκειται για μια δυτικότροπη “θεολογία των αρνήσεων”, αλλά για κατάφαση στο ακατάληπτο του Θεού, στο μεγαλείο του μυστηρίου Του. Κοντολογίς είναι η διάκριση μεταξύ του “τι” της αληθείας και του “ΤΙΣ έστιν η  Αλήθεια”, που οφείλουμε στη σοφία του γέροντος Σωφρονίου του Essex.

Το σημείωμα αυτό αρχικά δημοσιεύθηκε στην ΟΟΔΕ.

Ποδοσφαιρικά αξιοπερίεργα

Στο βιβλίο του γνωστού αθλητικογράφου Χρήστου Σωτηρακόπουλου με τίτλο «Παιχνίδι χωρίς όρια» (εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2008) πληροφορούμαστε την εξής απίστευτη ιστορία:

Για τρεις συνεχόμενες περιόδους (1955-56, 1956-57 και 1957-58) συναντήθηκαν στον τρίτο γύρο του Κυπέλλου Αγγλίας η Κάρντιφ με τη Λιντς!  Θα πείτε: και τι έγινε; Λοιπόν και στα τρία ματς κέρδισε η Κάρντιφ και μάλιστα με το ίδιο σκορ (2-1)! Πρόκειται για τις πιο αξιοπερίεργες συμπτώσεις στην ιστορία όχι μόνο του Κυπέλλου Αγγλίας, αλλά και ολοκλήρου του ποδοσφαίρου.

Όπως σημειώνει ο συγγραφέας (ο. π., σελ.68) «η πιθανότητα να έρχεται η Λιντς ως γηπεδούχος αντιμέτωπη με την Κάρντιφ Σίτι στον τρίτο γύρο του Κυπέλλου Αγγλίας για τρεις συνεχείς χρονιές ήταν στατιστικά μια στα δυο εκατομμύρια»(!). «Ποτέ μη λες ποτέ», λοιπόν, είναι το συμπέρασμα που βγαίνει.

Ένα άλλο αξιοπερίεργο ήταν ότι στις δυο πρώτες συναντήσεις το ημίχρονο ήταν 0-0 και το τελικό σκορ 1-2. Στην τελευταία συνάντηση της περιόδου 1957-58 το τελικό 1-2 διαμορφώθηκε από το πρώτο ημίχρονο!

Θα πει κάποιος: γιατί μας τα λέτε όλα αυτά; Μήπως για να γίνουμε φαταλιστές; Η απάντηση βέβαια είναι αρνητική. Ίσα-ίσα που αυτές οι συμπτώσεις έχουν γίνει το συστατικό στοιχείο που κάνει το συγκεκριμένο άθλημα να μας συγκινεί  και να είναι με διαφορά «ο βασιλιάς των σπορ».

Τέτοια γεγονότα και πολλά αλλά ακόμη είναι που ενισχύουν την αποδοχή του ποδοσφαίρου από ολόκληρο τον κοινωνικό ιστό. Το ποδόσφαιρο μας ενώνει ανεξάρτητα από κοινωνική καταγωγή, εθνικότητα, θρησκεία ή άλλες ετερότητες.

18-11-2010

Γ.Μ.Βαρδαβάς

Πρώτη δημοσίευση στην ηλεκτρονική εφημερίδα του 1ου ΕΠΑΛ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣ.

Published in: on 21/01/2011 at 16:28  Σχολιάστε  
Tags:

Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκὶ : Πορεία προς τα Χριστούγεννα

Στιγμές που σηματοδοτούν
πιο βαθιά και πιο πλατιά
μια σταθερή απώλεια.
Μέρα με τη μέρα,
χρόνο με το χρόνο
βιώνω τη σταθερή απώλεια.
Με τρομάζουν του ποιητή τα λόγια:
Ανέβασα τη στάχτη μου στο βουνό και σώπασε για πάντα


Ζούμε στον αιώνα της υπερβολής και της «απώλειας». Ο σύγχρονος άνθρωπος ή «μονοφυσίτης» θα είναι ή «μανιχαίος». Μάλιστα τις περισσότερες φορές με επιδερμικό τρόπο. Προς τι όμως το αφοριστικόν του ύφους;
Με δεδομένο ότι τα Χριστούγεννα πλησιάζουν αναρωτιέμαι αν ο μέσος «πιστός» έχει προσπαθήσει έστω και λίγο να συλλάβει το πραγματικό τους νόημα ή αρέσκεται σε μια καταναλωτική ομφαλοσκοπία, που πρόσκαιρα σχετικοποιεί την ανεστιότητα και την αλλοτρίωση του.
Ιδού! O Santa Claus αντικαθιστά το Μέγα Βασίλειο και η CocaCola του φορά κόκκινα ρούχα. Η Νέα Υόρκη «δεντροστολίζεται» και τα μικρά παιδάκια θέλουν «γλειφιτζούρι», που ο «γερό-λαδάς» το υπερτιμά. Κι ακόμα: ο υποκριτής «καρχαρίας», που καταδυναστεύει όλο το χρόνο τους πάντες θυμάται για μια μέρα τη φιλανθρωπία, όχι από ανθρωπιά αλλά από εγωισμό! Ω! τι κόσμος μπαμπά!
Είναι γεγονός ότι το βαθύτερο νόημα της εορτής των Χριστουγέννων θα πρέπει να αναζητηθεί στο μυστήριο της θείας ενανθρωπήσεως:
«Ὁ λόγος γὰρ ἐνηνθρώπησεν ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν» (Μ. Αθανάσιος).
***
« Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν. καὶ ἐθεασάμεθα τήν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας» (Ιω. 1,14).
Ο Ιησούς, «το φως του κόσμου» , ο «άρτος της ζωής», ο Νέος Αδάμ εγκαινιάζει με την ενανθρώπηση Του τη Βασιλεία του Θεού και φέρνει την καταλλαγή μεταξύ Θεού και πεπτωκότος ανθρώπου. Ο Ιησούς είναι Αυτός, που δια της άκρας ταπεινώσεως Του δίνει νόημα στην ύπαρξη του ανθρωπίνου προσώπου. Ταπεινώνεται εξ αγάπης για να υψωθεί ο άνθρωπος στο αρχικό του μεγαλείο.
Ας θυμηθούμε εδώ τα λόγια του Γέροντος Σωφρονίου του Essex: «Ο Θεός είναι ο Έτερος και, συγχρόνως, ο εμός».
Τα Χριστούγεννα σηματοδοτούν την υπαρξιακή ελπίδα του ανθρώπου ακόμα και στους χαλεπούς καιρούς μας. Ας κάνουμε την υπέρβαση στην φίλαυτη νοοτροπία που χαρακτηρίζει τις μέρες μας, καλλιεργώντας την ψυχή μας και την ανθρωπιά μας. Γιατί όπως έλεγε κι ένας μεγάλος δάσκαλος, που δεν είναι πια μαζί μας «τίποτε άλλο δεν είναι ο άνθρωπος παρά ο σκοπός του».
Καλά Χριστούγεννα
21-12-2006
Γ.Μ.Βαρδαβάς

«Νέο Λύκειο»: από την παιδεία των αξιών και της ελευθερίας στη δουλεία των «δεξιοτήτων»

Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς
Κατά Ἰωάννην 8, 32
Α
Το σχέδιο επί χάρτου και η αντίδραση του Υπουργείου


Με μεγάλο ενδιαφέρον παρακολουθούμε τις τελευταίες ημέρες τον καταιγισμό αντιδράσεων για το «σχέδιο» που αφορά στο «νέο Λύκειο». Φυσικά δεν μπορούμε να έχουμε ολοκληρωμένη εικόνα για τις προθέσεις του Υπουργείου, δοθέντος ότι το τελευταίο σε σχετικό με το θέμα δελτίο τύπου (7-10-2010) φαίνεται να κρατάει αποστάσεις από τους εισηγητές του «σχεδίου». Λέει λοιπόν το Υπουργείο:
«Το κείμενο σχετικά με τις σχεδιαζόμενες αλλαγές στο Λύκειο που είδε το φως της δημοσιότητας, αποτελεί πρόταση μιας Επιτροπής και όχι απόφαση του Υπουργείου Παιδείας.
Οι προτάσεις του Υπουργείου Παιδείας για το Νέο Λύκειο, οι οποίες είναι υπό διαμόρφωση,  θα δοθούν προς  διαβούλευση – όπως γίνεται και με κάθε νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου- εντός του Οκτωβρίου».

Β’
Ο μεταπρατικός χαρακτήρας του σχεδίου


Επειδή όμως «όπου υπάρχει καπνός, υπάρχει και φωτιά» ο εφησυχασμός δεν είναι καλός σύμβουλος. Ας ξεκινήσουμε από τον οφθαλμοφανή μεταπρατικό χαρακτήρα του σχεδίου. Η Π. Στεφανάκου (στο άρθρο » Εκτός Λυκείου η γενική παιδεία«, εφημ. «Αυγή», 5-10-2010) παρατηρεί μεταξύ άλλων τα εξής:
«Την κατάργηση του Λυκείου ως αυτόνομης εκπαιδευτικής βαθμίδας με τη δική της αποστολή προωθεί το υπουργείο Παιδείας με το νέο σχέδιο προγράμματος για το νέο σχολείο που δημοσιοποιήθηκε με τη γνωστή μέθοδο των διαρροών. Η γενική παιδεία στην ουσία σταματά στο Γυμνάσιο, όπου η παρεχόμενη εκπαίδευση είναι υποχρεωτική. Το Λύκειο θα είναι πλέον προπαρασκευαστικό κέντρο που θα λειτουργεί με ελάχιστα υποχρεωτικά μαθήματα, κοινά για όλους τους μαθητές, και πολλά μαθήματα επιλογής. Ολόκληροι επιστημονικοί κλάδοι εξοβελίζονται ουσιαστικά από το πρόγραμμα καθώς ένας μαθητής μπορεί να φοιτήσει στο Λύκειο και να ολοκληρώσει τις σπουδές του χωρίς να επιλέξει κανέναν απ’ αυτούς. Το Λύκειο γίνεται πλέον σχολείο εξειδίκευσης, όπου οι μαθητές σε πολύ νεαρή ηλικία θα είναι υποχρεωμένοι να κάνουν επιλογές ζωής.
Το πρόγραμμα, που σχεδιάζεται από την Θ. Δραγώνα, αποτελεί στην ουσία αντιγραφή του Ιντερνάσιοναλ Μπακαλορεά, το οποίο λειτουργεί σε ακριβά ιδιωτικά σχολεία προκειμένου οι γόνοι των οικονομικά εύπορων οικογενειών να εξασφαλίσουν θέση σε πανεπιστήμια του εξωτερικού χωρίς να περάσουν από την ψυχοφθόρα διαδικασία των πανελλαδικών εξετάσεων, όπου μένεις εκτός για ένα μόριο».
Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι πολλά. Ας δούμε μερικά:
1. Ποιόν ή ποιούς «ενοχλεί» η Γενική Παιδεία και η στοιχειώδης καλλιέργεια;
2. Τι τύπο σχολείου θέλουμε; Ένα σχολείο που θα μορφώνει το νέο άνθρωπο και θα τον καθιστά ολοκληρωμένη προσωπικότητα ή ένα σχολείο «εξειδίκευσης», ένα σχολείο «δεξιοτήτων» και δουλοπρεπούς αμάθειας;
3. Ταιριάζει η μεταπρατική υιοθέτηση του μοντέλου «Ιντερνάσιοναλ Μπακαλορεά» με τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος;
4. Με ποιά λογική επιλέχθηκαν τα συγκεκριμένα «υποχρεωτικά μαθήματα» και για ποιό λόγο υποβαθμίζονται τόσοι επιστημονικοί κλάδοι (Βιολογία, Χημεία,  Πληροφορική, Ιστορία);
5. Για ποιο λόγο το μάθημα των Θρησκευτικών σχεδόν εξοβελίζεται από το «νέο Λύκειο»;
Γ’
Η καταστρατήγηση της ελευθερίας του προσώπου
και το ευρωπαϊκό πρόταγμα


Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι «τίποτα δεν είναι σίγουρο«, θα πρέπει το όλο θέμα να μας προβληματίσει. Το πρόταγμα του φερόμενου «νέου Λυκείου» φαίνεται να είναι όχι η ελευθερία του προσώπου και η καλλιέργεια αξιών και κριτικής σκέψης, αλλά η χρησιμοθηρία και η γονιμοποίηση των «δεξιοτήτων», που θα καταστήσουν το νέο άνθρωπο έρμαιο στις ορέξεις αδηφάγων «εργοδοτών», που δεν θα προσφέρουν «εργασία», αλλά «απασχόληση». Σας φαίνεται περίεργο; Τότε γιατί μεταξύ των υποχρεωτικών μαθημάτων προτείνεται η Φυσική Αγωγή; Για…λόγους υγείας; Ας μην γελιόμαστε! Είναι φανερό ότι στους χαλεπούς καιρούς μας κάποιοι «χρειάζονται» άβουλα άτομα και όχι ελευθέρως σκεπτόμενα πρόσωπα. Τα θέλουν «γυμνασμένα» για ν’ «αντέχουν» τις άπειρες ώρες απασχόλησης με μισθό πείνας και με γνώση «ξένων γλωσσών» για να’ ναι τα γκαρσόνια των ευρωπαίων εύπορων «εταίρων».
Αλλά για ποια «Ευρώπη» μιλάμε; Στο σημείο αυτό το λόγο  θα πάρει ο μεγάλος σλοβένος στοχαστής Σλ. Ζίζεκ:
Η Ευρώπη είναι νεκρή- εντάξει, αλλά ποια Ευρώπη; Η απάντηση είναι: η μετα- πολιτική Ευρώπη της προσαρμογής στην παγκόσμια αγορά, η Ευρώπη που επανειλημμένα «μαυρίστηκε» στα δημοψηφίσματα, η Ευρώπη της τεχνοκρατίας των Βρυξελλών. Η Ευρώπη που παριστάνει τον εκπρόσωπο του ψυχρού, ευρωπαϊκού Λόγου απέναντι στο ελληνικό πάθος και την ελληνική διαφθορά, το μαθηματικό πνεύμα απέναντι στη συγκινησιακή μέθη. Ωστόσο, όσο ουτοπικό κι αν ακούγεται, το έδαφος είναι ακόμη ελεύθερο για μια άλλη Ευρώπη: μια εκ νέου πολιτικοποιημένη Ευρώπη, θεμελιωμένη πάνω σε ένα συλλογικό σχέδιο χειραφέτησης (Σλ. Ζίζεκ, Μόνιμη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, στο περιοδικό New Left Review No 64, Ιούλιος- Αύγουστος 2010, μετάφραση Πέτρος Παπακωνσταντίνου).

Λίγη προσοχή αν δώσουμε στα λόγια του Ζίζεκ βλέπουμε ότι η διαφορά νοοτροπίας Ανατολής-Δύσης καλά κρατεί. Στη δύση το πρόταγμα είναι η δια της cogito εργαλειακή σκέψη («ψυχρό Λόγο» και «μαθηματικό πνεύμα» το λέει ο Ζίζεκ σε αντιδιαστολή -κι εδώ είναι το σημαντικό -με το «ελληνικό πάθος», που είναι ο λόγος του λόγου).

Λίγο παρακάτω ο Ζίζεκ κάνει την εξής σημαντικότατη διαπίστωση, που νομίζω εξηγεί πολλά και για το θέμα που μας απασχολεί:
Ένα πράγμα είναι σαφές: Μετά από δεκαετίες κράτους πρόνοιας, κατά τις οποίες οι περικοπές ήταν σχετικά περιορισμένες και συνοδεύονταν από την υπόσχεση ότι τα πράγματα θα επέστρεφαν σύντομα στη φυσιολογική τους κατάσταση, μπαίνουμε τώρα σε μια περίοδο όπου ένα ορισμένο είδος οικονομικής κατάστασης εκτάκτου ανάγκης γίνεται μόνιμο καθεστώς, σταθερά της ύπαρξης, τρόπος ζωής. Φέρνει μαζί της την απειλή πολύ περισσότερο άγριων μέτρων λιτότητας, ακρωτηριασμών κατακτήσεων, συρρίκνωσης των υπηρεσιών υγείας και παιδείας, περισσότερο προσωρινής απασχόλησης (βλ. Σλ. Ζίζεκ, ό. π).
Και ο Ζίζεκ καταλήγει:
Σήμερα δεν ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε, αλλά οφείλουμε να δράσουμε τώρα, γιατί οι επιπτώσεις της μη δράσης θα είναι ολέθριες. Θα αναγκαστούμε να δράσουμε «σαν να είμαστε ελεύθεροι». Θα χρειαστεί να ρισκάρουμε κάνοντας βήματα στην άβυσσο, σε εντελώς απρόσφορες συνθήκες. Θα πρέπει να επανεφεύρουμε πλευρές του καινούργιου, μόνο και μόνο για να συντηρήσουμε τη λειτουργία του μηχανισμού και να διασώσουμε ότι καλό υπήρχε στο παλιό- εκπαίδευση, σύστημα υγείας, βασικές κοινωνικές υπηρεσίες(Ζίζεκ,ό.π.).
Δεν τα λέμε εμείς, δεν τα λένε οι «ταλιμπάν», δεν τα λένε οι «νεορθόδοξοι» (τι αδόκιμος όρος κι αυτός!) τα λέει ένας ουδέτερος παρατηρητής, ένας αδέσμευτος στοχαστής.

Δ’

Ο εξοβελισμός της συλλογικής μνήμης


Ο αείμνηστος Κώστας Αξελός έλεγε παλιότερα ότι από τον Έλληνα» φαίνεται να λείπει η σκέψη». Αν η διαπίστωση του μεγάλου φιλοσόφου ισχύει, τότε φαίνεται ότι το επόμενο «θύμα» θα πρέπει να είναι η συλλογική μνήμη. Πως αλλιώς να εξηγήσει κανείς τον εξοβελισμό της νεώτερης ιστορίας του λαού μας, που επιχειρεί το εν λόγω «σχέδιο» για το «νέο Λύκειο»; Χωρίς όμως συλλογική μνήμη η εθνική μας επιβίωση διακυβεύεται. Μπορεί σε κάποιους αυτές οι σκέψεις να φαίνονται «εθνοκεντρικές». Δικαίωμα τους, ο καθένας μπορεί να έχει την άποψη του. Όμως η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: το γεωπολιτικό τοπίο γνωστό, οι αξιώσεις κυριαρχίας δεδομένες (βλ. ιδεολόγημα Νταβούτογλου). Καλοί λοιπόν οι θεωρητικοί «μεταμοντερνισμοί» και οι άκριτες υιοθετήσεις των χομπσμπαουμικών ιδεολογημάτων τύπου «έθνους-ονείρου», καλλίστη όμως η πραγματικότητα: δεν είμαστε ούτε Ελβετία, ούτε Σουηδία. Η στρατηγική θέση της χώρας «ανοίγει την όρεξη» σε πολλά συμφέροντα. Αλλά ας αφήσουμε τις γεωπολιτικές αναλύσεις στους ειδικούς επιστήμονες και στους διπλωμάτες και ας επανέλθουμε με μερικά  ερωτήματα:
  • Τελικά ποιοι είμαστε;
  • Έχουμε ταυτότητα, ρίζες, ιστορία, πολιτισμό, ορθοδοξία;
  • Αν ναι, γιατί δεν τα αναδεικνύουμε; Τι φοβόμαστε;
  • Υπάρχει ανθρωποκεντρικό κεκτημένο, οικουμενικό, συλλογικό, ναι ή όχι;
Μια παρατήρηση του Θ.Ι. Ζιάκα ίσως διαφωτίσει κάπως το θέμα μας:
Σταθερός άξονας της νεοελληνικής εθνικής ταυτότητας είναι ο εκνεωτερισμός, ενώ η νοηματοδότησή της προσλαμβάνει διαδοχικά τις τρεις γενικές μορφές: Στην ηρωική εποχή κυριαρχεί η Μεγάλη Ιδέα: Απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό. Η Ελλάδα «πρότυπο βασίλειο στην ανατολή». Φάρος εκνεωτερισμού. Μετά την εθνική καταστροφή του 1922 και ως την εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο, το 1974, κυριαρχεί ο εθνοφυλετισμός. Είμαστε Έλληνες γιατί ρέει ελληνικό αίμα στις φλέβες μας. Όχι γιατί μετέχουμε ελληνικής παιδείας. Από το 1974 και έπειτα κυριαρχεί ο εθνομηδενισμός.(Θ. Ι. Ζιάκας, Η εξ ανατολών απειλή και οι δυνατότητες μας, στην ιστοσελίδα του Αντιφώνου. Πρβλ. και Σπ. Κουτρούλη, Οι ιδεολογικές διαστάσεις του εθνομηδενισμού, στην ιστοσελίδα του συγγραφέα).

Ε’

Οι αιτίες του εξοβελισμού του θρησκευτικού μαθήματος


Είναι προφανές ότι το μάθημα των Θρησκευτικών «ενοχλεί» και γι’ αυτό έχει «επικηρυχθεί» από πολλούς και διάφορους, αλλά ουχί «αδιάφορους», εδώ και αρκετά χρόνια. Τι να πρωτοθυμηθούμε; Τη συστηματική προσπάθεια υποβάθμισης του με ποικίλους τρόπους (μείωση ωρών, εγκύκλιοι -εν μέσω θερινής ραστώνης- περί «εύκολης» απαλλαγής, πλημμελής διδασκαλία του στο Δημοτικά, νέο-«εικονομαχικά» φαινόμενα κ. α. π.); Την περίφημη «θέση» της ΟΛΜΕ πρόπερσι το Σεπτέμβρη; Από πού κι ως αποφαίνεται η ΟΛΜΕ για τα θέματα αυτά; Με ποια αρμοδιότητα και με ποια επιστημονική βάση; Συνδικαλιστικό σωματείο είναι, όχι επιστημονική ομάδα. Και γιατί ειδικά για τα Θρησκευτικά; Οι θεολόγοι δεν θεωρούνται συνάδελφοι τους; Ας το ξεκαθαρίσουν… Η ΕΛΜΕ Χανίων, από την άλλη, ξαφνικά «έλυσε»… όλα τα προβλήματα του κλάδου και ασχολείται πλέον μόνο με… τις «απαλλαγές»; Πότε επιτέλους θα σοβαρευτούμε σ’ αυτό τον τόπο; Μια ζωή θα ισχύει το «είσαι ό,τι δηλώσεις;».
Ας πάμε όμως παρακάτω. Δεν θα μείνω στη θλιβερή επικαιρότητα. Το είπαμε και παραπάνω: το μάθημα εξοβελίζεται τελείως από το Λύκειο, ύστερα από την αποτυχημένη προπέρσινη προσπάθεια των «αρμοδίων» να το καταστήσουν «επιλεγόμενο», μέσω των γνωστών τριών εγκυκλίων. Τώρα βιώνουμε τα χειρότερα… Το μάθημα καθίσταται οιονεί «επιλεγόμενο» και στην πράξη «καταργούμενο».

Ο στόχος της σύνολης πολεμικής κατά του μαθήματος (αλλά και κατά της γενικής παιδείας ευρύτερα) είναι καθαρά ιδεολογικός. Με άλλα λόγια υπάρχει διακύβευμα: η ελευθερία του προσώπου, η ελευθερία του ανθρώπου. Είναι ξεκάθαρο. Ο χριστιανισμός έχει πρόταση ζωής, που νικά το θάνατο. Η ελευθερία του προσώπου είναι το βασικό πρόταγμα του. Από το Σάρτρ μάθαμε κάποτε ότι «ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος». Υπάρχει στις μέρες μας ελευθερία; Ή οι καιροί απαιτούν την ανάσχεση της, χάριν της «ασφάλειας»; (Ξέρω, ξέρω είμαι «ρομαντικός», «εκτός τόπου και χρόνου», «εκτός εποχής», «οπισθοδρομικός».).

Από την άλλη πλευρά στην ύστερη νεωτερικότητα βιώνουμε την «έκλειψη του υποκειμένου» (κατά την ορθή ορολογία του Θ. Ι. Ζιάκα), τη λογική της ισχύος και της επικράτησης των «νικητών», την απροκάλυπτη απεμπόληση της ιδιοπροσωπίας, της παράδοσης, της τοπικής, εθνικής και προσωπικής ετερότητας, τη συστημική και θεσμική απροσωπία, την αποθέωση του «ατόμου», τη «βιταλιστική» επιβολή των ολίγων εις βάρος των πολλών, την αποδόμηση κάθε κοινωνικού και κοινωνιοκεντρικού πόλου από τη σύγχρονη πολιτική, την επιβολή εν τέλει των προταγμάτων της «αγοράς» ως απολύτου δόγματος καθολικής και αδιαμφισβήτητης αξίας.
Η ελευθερία, η εργασία, η παιδεία, τα δικαιώματα του ανθρώπου, η εθνική κυριαρχία μπαίνουν με κάθε τρόπο (θεμιτό και αθέμιτο) σε δεύτερη μοίρα. Σημασία έχει η ισχύς και το κέρδος. Μας λένε: «Να είσαι ο εαυτός σου», και εννοούν «ό,τι προτάσσει το συμφέρον σου». Προσπαθούν να αποκόψουν την κοινωνία από τις διαχρονικές πανανθρώπινες αξίες προκειμένου να τους κάνουν όλους «ίδιους»: να διαμορφώσουν άβουλους (άρα υπάκοους) καταναλωτές, ανθρώπους χωρίς σκέψη και όραμα.  Μπορεί όλα αυτά να φαίνονται «θεωρητικά». Ωραία λοιπόν. Για να δούμε τι λένε επ’ αυτών καταξιωμένοι στοχαστές.
Ο Μαξ Χορκχάιμερ στο γνωστό έργο του Η Έκλειψη του Λόγου (εκδ. Κριτική, Αθήνα 1987,μετάφραση: Θ. Μίνογλου) αναφέρει μεταξύ άλλων:
Η ατομικότητα προϋποθέτει την εκούσια θυσία της άμεσης ικανοποίησης χάριν της ασφάλειας, της υλικής και πνευματικής συντήρησης της ίδιας της ύπαρξης(…) Επομένως, η ατομικότητα στις μάζες είναι σαφώς λιγότερο ολοκληρωμένη και λιγότερο διαρκής απ’ όσο είναι στη λεγόμενη ελίτ. Από την άλλη πλευρά, η ελίτ πάντα ήταν πολύ πιο απορροφημένη από στρατηγικές για την απόκτηση και τη διατήρηση δυνάμεως. Η κοινωνική ισχύς σήμερα περισσότερο παρά ποτέ διαμεσολαβείται από την επιβολή πάνω στα πράγματα (μν. έργον, σελ. 160-161).
Για το θέμα της «εξατομίκευσης» στο χριστιανισμό ο Χορκχάιμερ αποφαίνεται τα ακόλουθα:
«Στον χριστιανισμό το ανθρώπινο εγώ και η πεπερασμένη φύση δεν βρίσκονται σε διαφωνία όπως ήσαν στον αυστηρό εβραϊκό μονοθεϊσμό.(…). Ο Χριστιανισμός, σε έντονη αντίθεση με τις αντίπαλες του θρησκείες και με τις ελληνιστικές ηθικές φιλοσοφίες, συνδέει την απάρνηση, την τιθάσευση των φυσικών ορμών, με την οικουμενική αγάπη, η οποία κατακλύζει κάθε πράξη.(…)»(μν. έργον, σελ. 169).
Και λίγο παρακάτω:
«Με την άρνηση ακριβώς της θέλησης για επίγεια αυτοσυντήρηση χάριν της συντήρησης της αιώνιας ψυχής ο Χριστιανισμός υποστήριξε την άπειρη αξία του κάθε ανθρώπου, μια ιδέα που διείσδυσε ακόμη και σε μη χριστιανικά ή αντιχριστιανικά συστήματα του δυτικού κόσμου» (ο.π.,σελ.171).

Αυτοί δεν είναι λόγοι ενός χριστιανού «απολογητή» αλλά του Μ. Χορκχάιμερ, γνωστού θεωρητικού της «σχολής της Φραγκφούρτης».

Κάνοντας ένα βήμα παρακάτω βλέπουμε ότι στη σκέψη του μεγάλου φιλοσόφου Β. Μπένγιαμιν, αλλά και του μαθητή του Giorgio Agamben, το καπιταλιστικό σύστημα έχει και «θρησκευτικές» προκείμενες. Με τα λόγια του Agamben:
Ο καπιταλισμός ως θρησκεία (Kapitalismus als Religion) είναι ο τίτλος ενός από τα διευσδυτικότερα θραύσματα, που δημοσιεύθηκαν μετά θάνατον,  του Μπένγιαμιν. Κατά τον Μπένγιαμιν, ο καπιταλισμός δεν αντιπροσωπεύει μόνο, όπως στον Max Weber, μία εκκοσμίκευση της προτεσταντικής πίστης, αλλά αυτός ο ίδιος συνιστά ουσιαστικώς ένα θρησκευτικό φαινόμενο, που αναπτύσσεται παρασιτικώς αρχής γενομένης από τον χριστιανισμό. Ως τέτοιος, ως θρησκεία της νεωτερικότητας, αυτός προσδιορίζεται από τρία χαρακτηριστικά:
(1) Είναι μια λατρευτική θρησκεία, ίσως η πιο ακραία και απόλυτη που υπήρξε ποτέ. Τα πάντα σε αυτήν έχουν νόημα μόνο όταν αναφέρονται στην επιτέλεση μιας λατρείας, όχι εν σχέσει προς ένα δόγμα ή μια ιδέα.
(2) Αυτή η λατρεία είναι διηνεκής, είναι “ο εορτασμός και η ιερουργία μιας λατρείας sans treve et sans merci“(«δίχως διακοπή και δίχως οίκτο, αδιάκοπη και ανελέητη»). Δεν είναι δυνατόν να διακρίνουμε εδώ μεταξύ ημερών εορτής και ημερών εργασίας, αλλά υφίσταται μια μοναδική, ατελεύτητη ημέρα γιορτής, όπου η εργασία ταυτίζεται με τον εορτασμό της λατρείας.
(3)  Η καπιταλιστική λατρεία δεν αποβλέπει στη λύτρωση, ή στην εξιλέωση για μια ενοχή, αλλά στην ίδια την ενοχή. (…)
(…)Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο καπιταλισμός αποσκοπεί με όλες τις δυνάμεις του όχι στη λύτρωση, αλλά στην ενοχή, όχι στην ελπίδα, αλλά στην απελπισία. Ο καπιταλισμός ως θρησκεία δεν στοχεύει στον μετασχηματισμό του κόσμου, αλλά στον αφανισμό του, στον όλεθρο. Και η κυριαρχία του στην εποχή μας είναι σε τέτοιο βαθμό ολοκληρωτική, ώστε ακόμη και οι τρεις μεγάλοι προφήτες της νεωτερικότητας (Νίτσε, Μάρξ και Φρόυντ) συνωμοτούν, σύμφωνα με τον Μπένγιαμιν, μαζί του, είναι αλληλέγγυοι, κατά κάποιο τρόπο προς τη θρησκεία της απόγνωσης (Giorgio Agamben, Βεβηλώσεις, μετάφραση: Π. Τσιαμούρας, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2006, σελ.131-133).
Με το κομμάτι του  «κεκτημένου της Ευρώπης», που κάποιοι ανενημέρωτοι επικαλούνται εντελώς άκαιρα δεν θα ασχοληθούμε. Διαφωτιστική είναι η εργασία της Όλγας Γριζοπούλου με τίτλοΗ Θρησκευτική Εκπαίδευση (ΘΕ) και το Μάθημα των Θρησκευτικών (ΘΜ) στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου και παραπέμπουμε. Αλλού λοιπόν αυτά τα δικολαβίστικα: «μα έτσι γίνεται στην Ε.Ε.». Άλλη είναι η πραγματικότητα στην Ευρώπη,τελεία και παύλα.
Αλλά ας πάμε και στη  Γαλλία, τη χώρα  της ουδετεροθρησκίας και του -για πάνω απο 100 χρόνια – εκκοσμικευμένου λαϊκού κράτους.  Βλέπουμε τον πρόεδρο Σαρκοζύ να κάνει άνοιγμα στη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία και να αμφισβητεί το κεκτημένο της etat laique. Όπως παρατηρεί ο Κ. Χολέβας στο άρθρο του  με τίτλο Κλονίζεται το Ουδετερόθρησκο Οικοδόμημα στη Γαλλία:
«Αμφισβητώντας τα θεμέλια του ουδετερόθρησκου κράτους ο Σαρκοζί έκανε ομολογία πίστεως εκ μέρους της Γαλλίας προς την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Χαρακτήρισε την χώρα του ως πιστή θυγατέρα της Εκκλησίας εκπλήσσοντας όλους όσοι γνωρίζουν ότι ο νόμος του 1905 είχε ενοχλήσει και συνεχίζει να ενοχλεί το Βατικανό. Τόνισε ότι οι ρίζες του γαλλικού πολιτισμού είναι Χριστιανικές και κατηγόρησε τους οπαδούς του ουδετερόθρησκου κράτους ότι επεχείρησαν, χωρίς επιτυχία πάντως, να αποκόψουν αυτές τις ρίζες».

Αλλά θα αντιτείνει κάποιος ότι αυτό είναι μια επικοινωνιακού τύπου πολιτική επιλογή, που εξυπηρετεί ίσως συγκεκριμένα συμφέροντα. Ωραία λοιπόν. Ας αφήσουμε τους πολιτικούς και ας πάμε στους ανθρώπους του πνεύματος. Μια σημαντική προσωπικότητα της γαλλικής διανόησης ο Ρεζίς Ντεμπρέ, σύντροφος του Τσε Γκεβάρα, κάνει λόγο για την ανάγκη στοιχειώδους «θρησκευτικού εγγραματισμού» σε υπόμνημα του στον Υπουργό Παιδείας της Γαλλίας Ζακ Λάνγκ (2002). Το υπόμνημα κυκλοφορεί και στη χώρα μας υπό τον τίτλο Η διδασκαλία της θρησκείας στο ουδετερόθρησκο σχολείο (εκδ. Βιβλ. της Εστίας, Αθήνα 2004).

Γράφει λοιπόν ο Ντεμπρέ:

«Η αποπομπή του θρησκευτικού φαινομένου εκτός των τειχών της  ορθολογικής και της δημοσίως ελεγχόμενης μετάδοσης των γνώσεων ευνοεί την παθολογία του πεδίου αντί την εξυγίανση του.Η αγορά της ευπιστίας, ο Τύπος και τα βιβλιοπωλεία διογκώνουν με τη σειρά τους το κύμα του εσωτερισμού και του ανορθολογισμού» (μν. έργον, σελ.26).

Λίγο παρακάτω:

«Όσο ο επιστήμονας και ο πιστός δεν ακυρώνουν ο ένας τον άλλον άλλο τόσο η αντικειμενικοποιούσα και η ομολογιακή προσέγγιση δεν ανταγωνίζονται η μια την άλλη, δεδομένου ότι και οι δυο μπορούν να υπάρχουν και να ευδοκιμούν συγχρόνως (…)

Απόδειξη αυτού είναι ότι και οι δυο προσεγγίσεις μπορούν να συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο (ένας ερμηνευτής ιερών κειμένων μπορεί να διαθέτει πνεύμα κριτικό και οργανωμένο). Η οπτική της πίστης και η οπτική της γνώσης δεν συνιστούν παίγνιο μηδενικού αθροίσματος«(ό.π.,σελ. 27-28).

Ας πάμε και στην πρόταση του Ντεμπρέ (ό.π.,σελ.44):

Τώρα φαίνεται έφτασε η ώρα για τη μετάβαση από την ουδετεροθρησκία της αναρμοδιότητας («η θρησκεία δεν μας αφορά, εκ συστάσεως») σε μια ουδετεροθρησκία της κατανόησης («είναι χρέος μας να κατανοήσουμε περί τινος πρόκειται»).

Όπως σωστά παρατηρεί ο Π. Καλαϊτζίδης  «ο Ντεμπρέ εντάσσει ρητώς τη θρησκεία ως πολιτισμικό γεγονός στη δημόσια σφαίρα και προσδίδει στη μελέτη της (στο δημόσιο σχολείο) υποχρεωτικό χαρακτήρα, εν αντιθέσει πρός τη θρησκεία ή την πίστη ως λατρευτικό γεγονός, που εμπεριέχει μια προσωπική απόφαση και επιλογή και για τούτο εντάσσεται στην ιδιωτική σφαίρα» (ό.π.,σελ.84).

Τι ωραία! Στη Γαλλία (το προπύργιο της ουδετεροθρησκίας) προτείνεται ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της μελέτης του θρησκευτικού φαινομένου, έστω και με τους περιορισμούς που προαπαιτεί ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους.
Και στην «ορθόδοξη» Ελλάδα τι γίνεται; Ούτε καν υιοθετείται -έστω και κατ’ αντιγραφήστη χειρότερη περίπτωση- ένα ανάλογο μοντέλο, αλλά υιοθετείται ο πλήρης εξοβελισμός της διδασκαλίας της θρησκείας και φυσικά καταργείται το υποχρεωτικόν της θρησκευτικής εκπαίδευσης. Στην «προοδευτική» Γαλλία διαπιστώνουμε μια «αναθεμελίωση»  προς την κατεύθυνση της αξίας της μελέτης του θρησκευτικού φαινομένου. Μάλιστα αυτό είναι επιτακτική ανάγκη, κατά τον Ντεμπρέ. Στην  Ελλάδα- με σαφώς άλλα δεδομένα και άλλες προκείμενες σε σχέση με τη Γαλλία- διαπιστώνουμε «υποστροφή» πρός μια κατεύθυνση άκαιρη, ξεπερασμένη και σαφώς αταίριαστη με τις «ρίζες», το πολιτισμικό και θρησκευτικό περιβάλλον και τις αξίες της χώρας μας.

ΣΤ’
Δια ταύτα…

Θα μπορούσαν να παρατεθούν πολλές ακόμα αναφορές. Σταματάμε κάπου εδώ με την ελπίδα ότι δώσαμε κάποιους βασικούς άξονες για ένα ευρύτερο προβληματισμό. Το θέμα έχει πολλές διαστάσεις και δεν πρέπει να το δούμε στενά «συντεχνιακά». Ας ελπίσουμε ότι θα υπάρξει μια συνεννόηση για κοινή γραμμή αντίδρασης τόσο μεταξύ των θεολόγων, όσο και μεταξύ των θιγομένων από τις φερόμενες νέες ρυθμίσεις καθηγητών όλων των ειδικοτήτων. Φυσικά στον αγώνα αυτό η Εκκλησία δεν μπορεί να μείνει αμέτοχη. Υπάρχει διακύβευμα, ας το καταλάβουμε όλοι. Νομίζω πως ένα πρώτο θετικό βήμα αντίδρασης στα επερχόμενα αποτελεί το κείμενο της ανακοίνωσης του Παγκρητίου Συνδέσμου Θεολόγων, χωρίς βεβαίως να παραθεωρώ τα κείμενα, τις απόψεις και τις επισημάνσεις των συναδέλφων απ’ όλη τη χώρα. Θα πρέπει να το καταλάβουμε όλοι: σ’ αυτήν τη δύσκολη συγκυρία δεν μας «περισσεύει» κανείς…

13-10-2010
Γ. Μ. Βαρδαβάς

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ«, 13-10-2010. Αναδημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο «ΑΚΤΙΝΕΣ«, 13-10-2010. Επίσης δημοσιεύθηκε στην «ΕΞΑΓΟΡΕΥΣΗ«,14-10-2010,   στη ‘ΖΩΗΦΟΡΟ«, 14-10-2010 και στο ιστολόγιο του «ΝΕΚΡΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ«,14-10-2010.

Στις 15-10-2010 το άρθρο φιλοξενήθηκε στην «ΑΠΟΙΚΙΑ ΟΡΕΙΝΩΝ ΜΑΝΙΤΑΡΙΩΝ».

Προς μια νέα Εικονομαχία;

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

«Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που ορίζει ότι πρέπει να απομακρυνθεί από τις ιταλικές σχολικές αίθουσες ο Εσταυρωμένος, θέτει εκ των πραγμάτων θέμα για όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης στις οποίες υπάρχουν αναρτημένα θρησκευτικά σύμβολα στις αίθουσες των σχολείων» , μας πληροφορεί το έγκυρο «Βήμα«(6-11-2009).

Για το θέμα  έχει πάρει ήδη θέση το παράρτημα της ΠΕΘ ν. Ηλείας δια του προέδρου της Γ. Κομιώτη , καθώς και ο εκλεκτός συνάδελφος κ. Θ. Ρηγινιώτης (Η αποκαθήλωση των παλαιών συμβόλων και η ανάρτηση των νέων).

Από το «Βήμα» (της 6ης Νοεμβρίου 2009) μαθαίνουμε και την αντίδραση του Μ.Μπέγζου:

Ο κ. Μ. Μπέγζος, καθηγητής Συγκριτικής Φιλοσοφίας της Θρησκείας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τονίζει: «Οι υποθέσεις που αφορούν τα σύμβολα, είτε αυτά είναι εθνικά είτε θρησκευτικά,είναι υποθέσεις που αφορούν την κοινωνία και όχι τη Δικαιοσύνη ή το κράτος». Επισημαίνει επίσης ο κ. Μπέγζος: «Εχω την εντύπωση ότι η ελληνική κοινωνία τα θέλει τα σύμβολα αυτά και απόδειξη είναι ότι δεν έχει μέχρι στιγμής υπάρξει κάποια αντίδραση στην ύπαρξη των θρησκευτικών συμβόλων στα σχολεία της χώρας μας».

Η δική μας θέση είναι ότι τελείως όψιμα βιώνουμε έναν  «(Νεο-)Διαφωτισμό» με πρόταγμα το «λαϊκό κράτος» και τη θρησκευτική ουδετερότητα. Έχει επισημανθεί από πολύ αξιόλογους στοχαστές και θ’ αποτελούσε ίσως κοινοτοπία η επανάληψη της άποψης ότι  στη νεωτερικότητα επικρατούν οι «νικητές». Το μόνο αποδεκτό είναι το νεωτερικό. Όλα τα άλλα είναι απλές «παραδόσεις» και φολκορικές φιοριτούρες. Καθολική ισχύ δεν μπορεί να έχει καμία προ-νεωτερική αξία. Στο πλαίσιο αυτό του νεωτερικού μονοδρόμου, σήμερα «χτυπιέται» η ορθοδοξία και ο χριστιανισμός γενικότερα, αύριο όμως μπορεί να «χτυπηθεί» ο,τιδήποτε «πάει κόντρα» σ’ αυτό το μονόδρομο.
Ας μην τα ξαναλέμε:
1.είμαστε πρόσωπα και όχι άτομα, ελεύθερες ετερότητες που βασίζονται στο γεγονός της κοινωνίας με τον «άλλον» (με πρότυπο τις αΐιδιες ενδοτριαδικές σχέσεις) και όχι θιασώτες της απροσωπίας των νεωτερικών συστημάτων και του μεταμοντερνιστικού «χυλού».

2.κάτι που πολιτιστικά ισχύει σε μια περιοχή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πρέπει να ισχύει (έστω και δια της επιβολής ) σε μιαν άλλη, άλλως η «ελευθερία» και τα «δικαιώματα» πάνε περίπατο…

3. ακόμα και σε χώρες με φανερό «ουδετερόθρησκο» περιβάλλον τελευταίως προβάλλεται το αίτημα του «θρησκευτικού εγγραμματισμού» (μόλις που χρειάζεται να αναφέρουμε το υπόμνημα του Ρεζίς Ντεμπρέ, συντρόφου του Τσε Γκεβάρα, στον υπουργό παιδείας της Γαλλίας-κυκλοφορεί στα ελληνικά από την Εστία με τον τίτλο Η διδασκαλία της θρησκείας στο ουδετερόθρησκο σχολείο). Αξίζει να αναφέρουμε και το σχετικά πρόσφατο «άνοιγμα» του Σαρκοζύ στην καθολική εκκλησία (βλ. σχετικά στο άρθρο Κλονίζεται το ουδετερόθρησκο οικοδόμημα στη Γαλλία, στην ΟΟΔΕ:

www.oodegr.com/oode/a8eismos/genika/klonism_gallia1.htm).

Κατά τα λοιπά κάποιοι (νεο)εικονομάχοι επιμένουν (τόσο όψιμα) να γίνουμε «Γαλλία»…

Πρώτη Δημοσίευση στο ιστολόγιο «ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ», 7-11-2009. Αποσπάσματα αναδημοσιεύθηκαν στο ιστολόγιο «ΕΞΑΓΟΡΕΥΣΙΣ», 13-1-2010.

ΒΙΟΣ ΜΥΡΩΝΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ

του Γ. Μ. ΒΑΡΔΑΒΑ

«Μύρων ο θείος αρετής πνέων

ευωδίας πρόσεισιν οσμή Κυρίω»

(στίχοι εκ του συναξαρίου της εορτής του αγίου Mύρωνος)

Ο Άγιος Μύρων γεννήθηκε στην Κρήτη  επί Δεκίου[1],κατα τα Acta Sanctorum[2]. Ως προς τον τόπο γεννήσεως του αγίου δεν υπάρχει ομοφωνία στις πηγές. Συγκεκριμένα ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει ότι ο άγιος εγεννήθη στην πόλη Αυρακία, η οποία ευρίσκετο πλησίον της Κνωσού[3]. Την ίδια πληροφορία βρίσκουμε και σε άλλους συναξαριστές[4]καθώς και στο Μηναίον της η΄ Αυγούστου[5]. Απο τον Codex Sancti Sepuleri, αρ.17, της Πατριαρχικής βιβλιοθήκης των Ιεροσολύμων, που ανάγεται στον ιβ’ αιώνα και στον  οποίο περιέχεται «Βίος του οσίου πατρός ημών Μύρωνος επισκόπου Κρήτης του θαυματουργού» πληροφορούμαστε ότι ο άγιος εγεννήθη στην πόλη Ραύκεια[6]. Στα Acta Sanctorum ως τόπος γέννησης του αγίου αναφέρεται η πόλη Ραύκια[7]. Η ίδια πληροφορία παρέχεται και από τον Σωφρόνιο Ευστρατιάδη[8]. Η ΘΗΕ αναφέρει ότι ο άγιος «εγεννήθη εν τη κώμη Ραύκω (ή κατ’άλλους Ραυκεία)»[9], η οποία ευρίσκετο νοτιοδυτικά της Κνωσού. Αξιοσημείωτη είναι η πληροφορία του Lambecius, ο οποίος αναφέρει ότι ο άγιος μαρτύρησε επί Δεκίου[10].

Ο άγιος καταγόταν από ευγενή οικογένεια[11].Ο Codex 17 αναφέρει ότι οι γονείς του αγίου ήταν «θεοφιλείς άμα και χριστεπώνυμοι»[12].

O άγιος ήταν γεωργός στο επάγγελμα και πρόσφερε ένα μεγάλο μέρος της σοδειάς του στους φτωχούς. Ο Συναξαριστής αναφέρει χαρακτηριστικά ότι όσο ο άγιος ελεούσε τους φτωχούς τόσο και οι καρποί των αγρών του αυξάνονταν[13].Ο άγιος Μύρων ήταν έγγαμος με «γυναίκα νόμιμον», κατά τον Νικόδημο Αγιορείτη[14].

Βασικές αρετές του αγίου ήταν η ευσέβεια, η ευσπλαχνία και η υπομονή.

Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό της σύλληψης επ΄ αυτοφόρω των 10 κλεφτών (κατ’ άλλους επρόκειτο για 12) στα κτήματα του αγίου[15]. Οι κλέφτες από την πλεονεξία τους είχαν γεμίσει τόσο πολύ τα σακιά με σίτο, ώστε δεν μπορούσαν να τα σηκώσουν. Ο άγιος όχι μόνο δεν είχε την αναμενόμενη αντίδραση αλλά και τους βοήθησε έναν-έναν να σηκώσουν τα σακιά και τους παρακάλεσε να μην αναφέρουν σε κανένα το περιστατικό[16].

Μετά τον πρόωρο θάνατο της συζύγου του, ο όσιος εντάχθηκε στον ιερό κλήρο και χειροτονήθηκε πρεσβύτερος κατά την περίοδο των διωγμών του Δεκίου[17]. Ακολούθως ο άγιος χειροτονείται «ψήφω παντός λαού» επίσκοπος Κνωσού από τον επίσκοπο Πινύτου στη Ραυκία[18]. Κατ΄ άλλους ο άγιος κατέστη Αρχιερεύς της Κρήτης και «πρόεδρος Κρήτης» (ήτοι αρχ. Γορτύνης)[19].Η άποψη ότι ο άγιος διετέλεσε επίσκοπος Κρήτης έχει απορριφθεί ήδη από το 1966[20] για τους εξής λόγους: α) κατά το χρόνο που φέρεται ο άγιος αρχιερατεύων ως πρώτος στη μεγαλόνησο, αναφέρεται άλλος ως κατέχων τον θρόνο[21], β) η τοπική παράδοση θεωρεί τον άγιο Μύρωνα ως επίσκοπο Κνωσού και όχι Γορτύνης. Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του εκδότη των ακολουθιών των Κρητών Αγίων επισκόπου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Ιλαρίωνος, που εξεδόθησαν το 1877 στην Αθήνα: «Ακολουθία του εν αγίοις πατρός ημών Μύρωνος επισκόπου Κνωσού Κρήτης του θαυματουργού». Στην εν λόγω ακολουθία ο άγιος εξυμνείται ως επίσκοπος Κνωσού στον οίκο, στο συναξάριο και σε ένα μεγαλυνάριο[22]. Η γνώμη του αρχιεπισκόπου Φινλανδίας Σεργίου (Πλήρες Μηνολόγιον, Β’, τμήμα β΄, σελ.316 γραμμένο ρωσσιστί) ότι ο άγιος διετέλεσε επίσκοπος Ραύκου δεν ευσταθεί διότι πουθενά στις πηγές δεν αναφέρεται τέτοια επισκοπή. Πιθανότατα λοιπόν ο άγιος διετέλεσε επίσκοπος Κνωσού γεγονός με το οποίο συμφωνεί και η τοπική παράδοση αλλά και δεδομένου ότι  η γενέτειρα του, όπου και ετάφη, ορίσθηκε ως έδρα της επισκοπής Κνωσού[23]. Παρά το υψηλό του αξίωμα ο άγιος παραμένει φιλάνθρωπος και ταπεινόφρων: «του θρόνου τοίνυν επιβάς άρα προς οφρύν έβλεψεν, οία δή φιλεί γίνεσθαι τοις πολλοίς άρ’ υπερόπτης εγένετο και υπέρογκος; Ου μεν ουν αλλά και λίαν ταπεινότερος του προτέρου και μετριώτερος και προς άπαν οτιούν των καλών σπουδαιότερος»(Codex17). Έτσι «επιρρεί τούτω του πνεύματος η ενέργεια και θαυμαστά πλείστα τελεί».

Στις πηγές αναφέρονται δύο θαύματα (εκδίωξη δράκοντος, έλεγχος των υδάτων του ποταμού Τρίτωνος):«εδίωξεν ένα δράκοντα, ο οποίος έβλαπτε την χώραν εκείνην εις την οποίαν εφώλευεν»[24],«ποταμού ρείθρον έστησε της ορμής τω όξει της φοράς είργοντος αυτόν της εις το πρόσω διαβάσεως και ου πρότερον εκκίνησε το ρείθρον ο ποταμός πρίν αυτός ο μέγας την εκκλησίαν καταλαβών ήν επεφέρετο ράβδον έστειλε και παρα ταύτης διεταράχθη το ύδωρ»[25].

Ο άγιος «διανύσας θεοφιλώς και οσίως» το υπόλοιπον της ζωης του πέθανε σε ηλικία 100 ετών κατά τον συναξαριστή[26],κατ’ άλλους  σε ηλικία 70 ετών (Σιρλετανό Μηνολόγιο), που είναι και το πιθανότερο[27].Ο άγιος κατά την Acta Sanctorum «κατακλιθείς τοίνυν εν νόσω και διαθέμενος τα υπολειφθέντα αυτώ της χρείας πράγματα δοθήναι πτωχοίς, εν ειρήνη ανεπαύσατο». Εν κατακλείδι αξίζει να αναφερθεί ότι η Ραυκεία μετονομάσθηκε προς τιμήν του Άγιος Μύρων, ονομασία που μέχρι τις μέρες μας διατηρείται

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (Κατ’ επιλογήν)

ACTA SANCTORUM, 36, Augusti,Tomus Secundus,Parisiis et Romae,1867

Δουκάκη Κωνσταντίνου, Ο μέγας Συναξαριστής, τόμος ιβ΄, μήνας Αύγουστος, έκδοση β΄, Αθήναι 1966

Ευστρατιάδου Σωφρονίου, Αγιολόγιον της ορθοδόξου εκκλησίας, Αθήναι 1960

Θ.Η.Ε.,τόμος 7, Αθήναι 1965, λ.«Κρήτης Μητρόπολις», στ.1013-1030

Θ.Η.Ε.,τόμος 9, Αθήναι 1966, λ.«Μύρων», στ.218-219

Λαούρδα Βασ., Κρητικά Παλαιογραφικά, στο περιοδικό «Κρητικά Χρονικά»,  ΣΤ’, Ηράκλειο 1952

Ματθαίου Βίκτωρος, Ο μέγας συναξαριστής της ορθοδόξου εκκλησίας, τόμος η’,  μήνας Αύγουστος, έκδοση β’,1963

Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, τόμος β’, Αθήνησι 1868

Τωμαδάκη Νικολάου, Η αποστολική εκκλησία της Κρήτης κατά τους αι. Η’-ΙΓ’,εν ΕΕΒΣ,έτος ΚΔ’,Αθήναι 1954

Φειδά Βλασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, Α’, Αθήναι 1992

Πρώτη δημοσίευση (χωρίς τις υποσημειώσεις) στην εφημερίδα  «ΠΑΤΡΙΣ» , αρ.φυλ.16989, Ηράκλειο 12/8/2003, σελ.4.

Το λίνκ του άρθρου είναι:

http://www.patris.gr/articles/14390

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


1.O Δέκιος ήταν αυτοκράτορας από το 249 έως το 253. Περί του διωγμού του Δεκίου βλ. αναλυτικά Βλ. Ιω. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Α’, Αθήναι 1992, σελ.124-125.

2. Acta Sanctorum,36,Augusti,Τomus Secundus,Parisiis et Romae 1867,σελ.344.

3.Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, τόμος Β’, Αθήνησι 1868, σελ.304, στ.β’.

4.βλ. Βίκτωρος Ματθαίου, Ο μέγας συναξαριστής της ορθοδόξου εκκλησίας, τόμος Η’, έκδοση β’, 1963, σελ.153. Πρβλ Κ. Χ. Δουκάκη, Ο μέγας συναξαριστής, τόμος ΙΒ’, έκδοση β’ Αθήναι 1966,σελ.67.

5.βλ.Μηναίον, μηνός Αυγούστου, εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1969, σελ53, στ .α’.

6.Ο κώδικας αυτός δημοσιεύθηκε από τον Β. Λαούρδα στη μελέτη του «Κρητικά Παλαιογραφικά» στο περιοδικό Κρητικά Χρονικά, ΣΤ’, Ηράκλειο 1952,σελ.48-50.

7.Acta Sanctorum, αυτόθι.

8. Σωφρονίου Ευστρατιάδου, Αγιολόγιον της ορθοδόξου εκκλησίας, Αθήναι 1960,σελ.341.

9.βλ.ΘΗΕ, τόμος 9, Αθήναι 1966,στ.218.

10.Lambecius,Bibl.Caesereae,lib.8.Πρβλ και ΘΗΕ, ο.π.

11.Αcta Sancorum, ο. π. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι ήταν «εξ ευγενών φύς γονέων».

12.Β.Λαούρδα ,ό. π., σελ.48.

13.βλ. Νικοδήμου Αγιορείτου,αυτόθι. Πρβλ. και Β. Ματθαίου, ό.π.,σελ.154 και Κ. Δουκάκη, ό. π.,σελ.88. Βλ..και Αcta Sanctorum, ό.π. όπου αναφέρεται ότι «τοσαύτη δε χάρις ήν ευφορίας εις τας αρούρας αυτού, ώστε πάντας τους πένητας και απόρους της νήσου επαρκείν δύνασθαι από τε σίτου και οίνου και ελαίου, μη μόνον εις την αυτών χρείαν, αλλά και εις τους διδομένους τω δημοσίω φόρους».

14. Νικοδήμου Αγιορείτου,ό.π

15.Για 10 κλέφτες κάνουν λόγο οι Νικόδημος (βλ. μν. έργον, αυτόθι), Β. Ματθαίου(βλ. ό.π., σελ.154) και ο Κ. Δουκάκης (βλ. ό.π., σελ.88).Ο Codex 17 δεν προσδιορίζει αριθμό. Για 12 κλέφτες κάνουν λόγο το Μηναίον (ό.π),και η Acta Sanctorum (ό.π.,σελ.345).

16.Κατά τον Σ. Ευστρατιάδη(αυτόθι) ο άγιος τους συμβούλεψε να μην κλέβουν εις το εξής. Στα Acta Sanctorum μαρτυρούνται τα εξής: «Ελθών ο όσιος και θεασάμενος αυτούς δι’ όλης της νυκτός κοπιάσαντας και μηδέν ανύσαντας, αυτός μόνος αναβαστάξας τους σάκους εις τους ώμους αυτών ανέθηκεν παραγγείλας αυτοίς, μηδενί μηδέν ειπείν». Σε άλλη συνάφεια αναφέρεται άλλο ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο: «ούτος ο όσιος  άρουραν είχεν ερεβίνθων, εν η κλέπται εισελθόντες και ταύτην δηώσαι βουληθέντες ακάνθαις περιεσπάρησαν».

17.βλ. Β.Λαούρδα, μν.έργον,σελ.49: «χρόνος παρήλθεν ουχί συχνός και γαμέτη μέν αυτώ την παρούσαν καταλύει ζωήν(….) τη εκκλησία φέρων δίδωσι εαυτόν ο θαυμαστός Μύρων, ής τους άλλους βαθμούς υπεραναβάς τη των πρεσβυτέρων καθέδρα καθέζεται». Βλ. και Σ. Ευστρατιάδου, αυτόθι.

18.Acta Sanctorum,ό.π

19.βλ. Νικοδήμου Αγιορείτου, ό.π, σελ.305, στ α’- Βασ.Λαούρδα, ό.π., σελ.48-49. Πρβλ. ΘΗΕ, ό.π.,σελ.219 και Νικολάου Β. Τωμαδάκη, Η αποστολική Εκκλησία της Κρήτης κατά τους αι. Η’-ΙΓ’,στην ΕΕΒΣ, έτος ΚΔ’, Αθήναι 1954, σελ.82 κ.ε.  Βλ. και Σ. Ευστρατιάδου, ό.π, αυτόθι: «εχειροτονήθη επίσκοπος Κνωσού (κατά τινάς), κατ’ άλλους Κρήτης».

20.βλ.ΘΗΕ,ό.π.,σελ219

21.βλ.ΘΗΕ,ό.π.Πρβλ.Ν.Τωμαδάκη,ό.π.,σελ.72κ.ε.

22.βλ. ΘΗΕ, αυτόθι.

23.βλ.ΘΗΕ,αυτόθι.Πρβλ.ΘΗΕ,τόμος 7,Αθήναι 1965,στ.1013-103

24.Νικοδήμου Αγιορείτου,αυτόθι. Ο Codex 17 αναφέρει: «Δράκων τις ενεφιλοχώρει κατά τινα τόπον και δεινώς την χώραν εκείνην κατελυμαίνετο. Ταύτης ούν οι κάτοικοι τω θαυματουργώ Μύρωνι προσιόντες απαλλαγήν ευρείν εξαιτούνται του τοσούτου κακού. Ευχαίς ούν ο άγιος ταίς προς τον  Θεόν δεήσεσι λυτρούται τους άνδρας του τοσούτου κακού και φυγάδα τούτον εκείθεν αποστέλλει». Παραθέτουμε και τη μαρτυρία των Acta Sanctorum: «Δράκων γάρ φοβερός, έχων ένοικον δαίμονα παλαμναίον, εδείκνυεν αυτόν εκ συμπτωμάτων αρχαίων, και κατέβλαπτε πολλούς. Ούτος ιδών τον Όσιον διερχόμενον, ποταμηδόν κατερρει τα δάκρυα κλίνων αυτού την κεφαλήν. Ο δε Όσιος, πρώτον μεν τον εμφωλεύοντα αυτώ δαίμονα απήλασε πάσι ορώμενον καθάπερ καπνόν υπό πνεύματος ελαυνόμενον. Έπειτα προς το δράκοντα είπεν έξελθε και σύ από των ορίων τούτων μηδέποτε τινι φαινόμενος ή καταβλάπτων τινα. Πάραυτα ουν καθ έτερον τόπον ερπύσας, αφανής γέγονεν».

25. Β. Λαούρδα,ό.π.,σελ.50. Πρβλ και Acta Sanctorum: «καταλαβούσης δε ποτε Κυριακής και βουλόμενος εις επίσκεψιν αδελφών της πόλεως Κνωσού παραγενέσθαι, και μη τε της συνάξεως της Κυριακής  απολειφθήναι, ήλθεν επι ποταμόν τον καλούμενον Τρίτωνα, και πλημμυρούντος, ηύξατο και εισήει συν τω ίππω αυτού, του ποταμού αναχαιτίσαντος το ρείθρον εαυτού και παραχόντος πάροδον τω Οσίω του διαβήναι αβρόχως άμα τοις συνούσι αυτώ. Εσπέρας δε καταλαβούσης ύπνωσε και ορά τινα δεδεμένον οπίσω τας χείρας και παρακαλούντα αυτόν λύσαι. Όστις διαναστάς και γνούς την του ποταμού στενοχωρίαν, απέστειλεν δυο τινας μετά της ράβδου αυτού, και τύψαντες το ύδωρ έφησαν λέλυσαι ποταμέ, πορεύου αβλαβώς εις τον τόπον σου».

26. βλ. Νικοδήμου Αγιορείτου, αυτόθι, Κ. Δουκάκη, αυτόθι, Β.Ματθαίου, αυτ., Μηναίον η΄ Αυγούστου, αυτ., Σ. Ευστρατιάδου, αυτ.

27.βλ.ΘΗΕ,ό.π,σελ.218

Φιλοκαλούμεν μετ’ ανταρσίας: Το νέο βιβλίο του Κώστα Ζουράρι

Κώστας Ζουράρις, Φιλοκαλούμεν μετ’ ανταρσίας

Προπονητική για το πολίτευμα της υπεραναρχίας, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2010, ISBN: 978-960-527-589-1.

του Γ. Μ. Βαρδαβά

Στο νέο του βιβλίο ο Κ. Ζουράρις ασχολείται με το καθ’ ημάς πολίτευμα της κοινοβιακής “Υπεραναρχίας”.  Βαθύς γνώστης του τρόπου μας, μακριά από “νεωτερικούς” ακκισμούς, φιοριτούρες και λοιπές κενολογίες εξηγεί αναλυτικά το τι συνεπάγεται η μοναχική αναχώρηση πολιτειακά, πολιτικά , φιλοσοφικά, ιλιαδορωμέικα και όχι μόνο, πάντα με το γνωστό του ύφος.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:

Τούτη τη στιγμή, όπως και για όλες τις μεθυστερο-πρωθύστερες, το αγιορείτικο πολίτευμα είναι το πιο πόστ μόντερν πιασάρικο στέκι, αν θές να πάψει η νεύρωσική σου ανθρωπαρέσκεια και να μάθεις, επιτέλους, πως είσαι μοναδικός, γιατί ” ζης από την ανάσα κάποιου άλλου “. Κι αυτός ο Άλλος ” είν’ ευεργέτης μου μεγάλος “: ο Μοναχός της αγιορειτικής υπεραναρχίας (βλ. και σελ. 165-166).

“Προαγέτης” του βιβλίου ο γνωστός καθηγητής του ΑΠΘ Λ. Ι. Σιάσος, γράφει “Μικρόν Εισοδικόν εις το θεοπαράδοτον πολίτευμα των αγγελομόρφων παλαιστών…” (σελ. 9-44). Το κείμενο του είναι βαθυστόχαστο και εισάγει τον αναγνώστη στην ησυχαστική τριβή και το μοναχικό ιδεώδες της καθ’  ημάς Ανατολής.  Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει  το κομμάτι Ε’ -ΣΤ’ , που επιγράφεται “Η ειρκτή της προσευχής, η πλατεία της θεολογίας”. Εδώ ο Λ. Ι. Σιάσος φέρνει στο προσκήνιο ένα σημαντικότατο χωρίο του αγίου Διαδόχου Φωτικής, το οποίο και αναλύει με μοναδικό τρόπο (σελ. 30 -40).

Έπεται η Εισαγωγή του βιβλίου που διαλαμβάνει τα  “Προπονητικά πρότερα και εισόδια περί το υπεραναρχικό πολίτευμα” (σελ.47-53). Ακολουθούν τα πέντε μέρη του βιβλίου (σελ. 57-217).

Στο πρώτο μέρος  (σελ. 57-91) το συγγραφέα απασχολεί το ζήτημα της ελευθερίας σε συνάρτηση με  το μοναχικό άθλημα. Στην έρημο οι “αρνητές Αντάρτες που έφτυσαν την κίβδηλη μετάνοια του Καίσαρος“   (σελ.  66) εγκαθιδρύουν το “Υπεραναρχικό πολίτευμα” (ό. π.). Όντες πραγματικοί επαναστάτες έχουν διδαχθεί από τον Ηράκλειτο ότι “ δεν μπορούν οι αδικημένοι να καθαίρονται δ’ ἄλλω αἵματι, διότι τότε κι αυτοί καταντούν μἱαινόμενοι ” (σελ.69).  Πήγαν στην έρημο ” ἐν ἀφελότητι καρδίας, όπως εκείνοι οι αφελείς ης αγαπης, των πρώτων χριστιανικών κοινοβίων” (ό.π.). Έπειτα ο συγγραφέας αναλύει την προχριστιανική διάσταση της αναχώρησης στο ελληνικό γίγνεσθαι. Η αναχώρηση δεν ήταν άγνωστη στον ελληνικό τρόπο (σελ. 71-79). Ακολουθεί το ελληνικό προπονητικό αρχέτυπον (σελ. 81-91).

Στο δεύτερο μέρος (σελ. 93-126) αναλύεται η πρόσληψη του προπονητικού αρχετύπου: γίνεται λόγος για τον πρωταθλητισμό της πτωχείας, της αγάπης, της ισοπολιτείας και της ακτημοσύνης με γνώμονα τη Φιλοκαλία που αποτελεί το “προσωποκεντρικόν του ανθρωποκεντρικού” (σελ.98). Έπεται το της “Φιλοκαλίας δυσανάβατον” (σελ. 109-122). Εξηγείται επαρκώς γιατί υπάρχει συνεχώς το “εγώ” στη Φιλοκαλία (σελ. 110). Η Φιλοκαλία δεν είναι ατομοκεντρική, αλλά προσωποκεντρική, που “μας προπονεί, μας ασκεί στο Πρωτεύθυνον:  “Τίς ἐστι λοιπὸν ὁ αἴτιος; Ἐγώ εἰμι ἡ αἰτία” (ό.π). Εν συνεχεία αναλύονται οι αναβαθμοί της φιλοκαλικής προπονητικής (σελ. 114-122). Το δεύτερο μέρος κλείνει  ένα υπέροχο κείμενο που αναφέρεται στην αγιογραφία των στρατιωτικών αγίων της ορθοδοξίας (σελ. 123-126).

Στο τρίτο μέρος που επιγράφεται “Υπάρχει το ασύντριφτο” (σελ. 129-156) ο συγγραφέας αναφέρεται στην καθημερινότητα του κοινοβιακού μοναχισμού, στους “πλούσιους της πτωχείας“, στην παγγενηά και την παγκοινιά, στη μοναχική υπακοή.

Στο τέταρτο μέρος (σελ. 157-203) υπάρχουν διάφορα κείμενα που εκφράζουν τη ζωντανή εμπειρία του συγγραφέα από την “πρωταθλητική μαρτυρία της κοινοβιακής υπεραναρχίας“. Είναι όλα τους ένα κι ένα. Προσωπικά ξεχώρισα το ” Το τζιτζίκι, το θαύμα και το θαύμα” (σελ. 182-191). Στο ακριβώς επόμενο κείμενο (“Ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός…μετ’ οργής…”) υπάρχει η εξής απίστευτη φράση:

Ο καπιταλιστής είναι τόσο άπληστος , ώστε σου πουλάει και το σκοινί για να τον κρεμάσεις (σελ.193).

Πέμπτο μέρος (σελ. 208-217) με τα λόγια του συγγραφέα: ” Και έσχατον, ως νόστος των εσχάτων, Αίνος Κωστή Μοσκώφ (βλ. εισαγωγή, σελ. 53) .

Το έργο κλείνει με μια  “περι που αυτοβιογραφία” (σελ. 209-217) του συγγραφέα.

Κλείνοντας οφείλουμε να πούμε ότι το  Φιλοκαλούμεν μετ’ ανταρσίας είναι ακατάλληλο για “εκσυγχρονιστές” και “ευρωλιγούρηδες”. Αντίθετα είναι κατάλληλο για όσους ασχολούνται με την ελληνική ιδιοπροσωπία και τον καθ’ ημάς τρόπον, ήτοι την Παράδοση μας.

9 Ιουλίου 2010

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «Αναγνώσεις«, 9/7/2ο1ο.

G.STEINER: ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ

George Steiner, Η σιωπή των βιβλίων,

μετάφραση: Σοφία  Διονυσοπούλου, γ’ έκδοση,Αθήνα 2009, εκδόσεις  Ολκός,

ISBN 978-960-8154-59-9.

Του ιδίου, Η νοσταλγία του απολύτου,

μετάφραση: Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2007,

ISBN 978-960-325-702-8

Διαβάζοντας τη «Σιωπή των βιβλίων» (εκδ. Ολκός) και τη «Νοσταλγία του Απολύτου» (εκδ. Άγρα) του G. Steiner, διαπίστωσα ιδίοις όμμασι για τι πνευματικό μέγεθος μιλάμε. Ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές της εποχής μας, ο Steiner δεν χαρίζεται σε κανέναν. Με περγαμηνές από τα πανεπιστήμια του Γέιλ, της Οξφόρδης, της Γενεύης και της Ν. Υόρκης αναλύει στη «Νοσταλγία του Απολύτου» τις θεολογικές ρίζες του μαρξισμού, του φροϋδισμού και της «δομικής ανθρωπολογίας» του Κ. Λεβί-Στρώς.

Έχοντας μελετήσει παλιότερα ένα από τα “πρωτόλεια” έργα του Marx είχα διαπιστώσει ορισμένες «θεολογικές» του αφετηρίες. Ο Steiner πάει παραπέρα. Βλέποντας κι αυτός ή καλύτερα «διαβάζοντας» την κατάπτωση της δυτικής μεταφυσικής, θεωρεί ότι οι προαναφερθείσες θεωρίες ουσιαστικά ήρθαν να καλύψουν το «κενό νοήματος», που άφησε η «πτώση» του χριστιανισμού και των θεσμοποιημένων θρησκειών γενικότερα.

Περαιτέρω διαβλέπει σ’ αυτές όλα τα δομικά θρησκευτικά στοιχεία: δημιουργία– πτώση- σωτηρία, φτάνοντας στο ν’ αποδείξει τελικά τις εβραϊκές ρίζες και των τριών. Μια τολμηρή ανατομία ακατάλληλη για ζηλωτές και φονταμενταλιστές. Απουσιάζει ωστόσο (ίσως να την αγνοεί) από τη σκέψη του Steiner η αναφορά στην ορθοδοξία και στη νοοτροπία της «καθ’ ημάς Ανατολής». Η «μειοψηφικότητά» της σε καμία περίπτωση δεν την καθιστά αμελητέα.

Ωστόσο, όπως και στους περισσότερους στοχαστές της Δύσης, αγνοείται προκλητικά η μαρτυρία της ορθόδοξης παράδοσης. Παρ’ όλα αυτά το μικρό αυτό βιβλίο του Steiner αποτελεί μια εξαιρετική κριτική σε συστήματα θεωρητικά, που σημάδεψαν τη Δύση και τη νοοτροπία της.

Η παρέκβαση του για τα «πράσινα ανθρωπάκια» είναι εξαιρετική: δείχνει ο συγγραφέας το μέγεθος του ανορθολογισμού στη Δύση, που εκφράζεται με την τεράστια απήχηση της αστρολογίας, του πνευματισμού, των θεωριών περί UFO κλπ. Η κριτική του είναι σκληρότατη: δεν μπορεί να καταλάβει πως παράλληλα με την εξέλιξη στην επιστήμη και την τεχνολογία εμφανίστηκε αυτό το απίστευτο κύμα ανορθολογισμού, γκουρουισμού και «οριενταλισμού», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει. Και πιο κάτω γράφει:

«Τα σατανιστικά σκουπίδια μας κατακλύζουν μέσα από βιβλία, περιοδικά, κινηματογραφικές ταινίες, συνεδρίες, ακόμα και μέσα από την πορνογραφία του φόνου, που ανθεί έπειτα από γεγονότα όπως οι δολοφονίες της αίρεσης του Manson. Ο ισχυρισμός ότι υφίστανται πράκτορες του κακού, τους οποίους πρέπει να κατευνάσουμε, εκμεταλλεύεται σκοπίμως τους φόβους και τη δυστυχία των ανθρώπων. Ας μην ξεχνάμε, ότι η μαγεία συνοδεύεται πάντα από εκβιασμό» (Η νοσταλγία του απολύτου, σελ.81)

Στη «Σιωπή των βιβλίων» ο Steiner είναι ακόμα τολμηρότερος. Προσπαθεί να προβεί σε μια οιονεί αποδόμηση της ανάγνωσης. Συγκρίνει προφορικότητα και γραπτό λόγο, αναγνωρίζοντας σε αρκετά σημεία την υπεροχή της προφορικότητας. Αναφέρεται επίσης στους ποικίλους φονταμενταλισμούς, τις απαγορεύσεις, τη λογοκρισία. Ένα δοκίμιο χρήσιμο σε κάθε ανήσυχο βιβλιόφιλο. Ας πάρουμε μια γεύση από τη σκέψη του:

Στις Ηνωμένες Πολιτείες η κλασική και σύγχρονη λογοτεχνία «καθαρίστηκαν» ή αποσύρθηκαν από τις δημόσιες και πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες υπό το παιδαριώδες και ταπεινωτικό πρόσχημα του «πολιτικώς ορθού» (Η σιωπή των βιβλίων, σελ.43).

3/5/2008

Γ. Μ. ΒΑΡΔΑΒΑΣ

Το μικρό αυτό σημείωμα αρχικά φιλοξενήθηκε στους Θεολόγους Κρήτης (18-7-2009).

Αναδημoσιεύθηκε με ελάχιστες προσθήκες στο ιστολόγιο «Αναγνώσεις» στις 24-1-2010.

Εγχειρίδιον (καταγραφή ενός θεολογικού διαλόγου)

Η αλληλογραφία π. Ι. Ρωμανίδη με τον καθηγ. Π. Τρεμπέλα

Του Γ.Μ. Βαρδαβά
Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρμός το βιβλίο του αειμνήστου π. Ι. Ρωμανίδου με τίτλοΕγχειρίδιον. Πρόκειται για την «άτυπη» αλληλογραφία του Ρωμανίδη με τον Τρεμπέλα με αφορμή τις αντιρρήσεις του τελευταίου για τη διδακτορική διατριβή (Το προπατορικόν αμάρτημα), που υπέβαλε στη Θεολογική Αθηνών ο Ρωμανίδης.
Με τη διατριβή αυτή φύσηξε νέος αέρας στη θεολογική σκέψη στην Ελλάδα, σε σημείο που ορισμένοι μίλησαν για «εποχή προ και μετά Ρωμανίδη».
Την έκδοση επιμελήθηκε ο Ομοτ. Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός, που έγραψε και ειδική εισαγωγή, ενώ γενική εισαγωγή συνέγραψε ο σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος.
Την εποχή που κατατέθηκε η εν λόγω διατριβή (1957) στη Θεολογική Σχολή επικρατούσε ένα έντονο δυτικότροπο και σχολαστικό πνεύμα. Την κατάσταση περιγράφει αναλυτικότατα ο Χρήστος Γιανναράς στο βιβλίο του Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα (εκδ. Δόμος, Αθήνα 1992, βλ. ιδιαίτ. σελ. 303 κ. ε.). Ο Ρωμανίδης έχοντας δάσκαλο τον μεγαλύτερο θεολόγο του αιώνα μας (τον π. Γεώργιο Φλορόφσκυ) και μεταφέροντας περγαμηνές από το πανεπιστήμια του Yale (όπου έμαθε τι εστί προτεσταντισμός), τη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού και τη Θεολογική Σχολή του Αγίου Σεργίου των Παρισίων δεν φανταζόταν επ’ ουδενί ότι στην Ελλάδα θα εθεωρείτο ορθόδοξη η ανσέλμειος διδασκαλία και ότι ο «θωμισμός» θα είχε την τιμητική του. Είναι η εποχή της «βαβυλωνίου αιχμαλωσίας» της ορθοδόξου θεολογίας και ο εξ Αμερικής ορμώμενος νεαρός και πολλά υποσχόμενος θεολόγος ουσιαστικά «ανακαλύπτει την Αμερική» στην Αθήνα του ακαδημαϊκού σχολαστικισμού και του μαξιμαλιστικού βερμπαλισμού της εγχώριας δυτικόπληκτης θεολογίας.
Ωστόσο, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, σωστά παρατηρεί στην εισαγωγή ο μητρ. Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος τα εξής: «Τα κείμενα της αλληλογραφίας θα πρέπη να μελετηθούν χωρίς να κρίνουμε τα πρόσωπα, αλλά να δούμε την προσπάθεια που έκαναν για την επαναφορά της ορθοδόξου θεολογίας στις πηγές της. Και κυρίως να δούμε την ορθόδοξη θεολογία του π. Ιωάννου Ρωμανίδου, όπως φάνηκε στη διατριβή του, που αργότερα συμπλήρωσε με νεώτερες παρατηρήσεις, όπως και την μαχητικότητα του νέου αυτού θεολόγου που δεν γνώριζε την ελληνική πραγματικότητα και εξεπλάγη που την συνάντησε, και δεν υπεχώρησε από τις απόψεις του, αλλά συγχρόνως να δούμε και τη μαχητικότητα του Παναγιώτη Τρεμπέλα, σε μια, νομιζόμενη από αυτόν, διαφοροποίηση διαφόρων θεολογικών θέσεων. Και τελικά πρέπει να εκτιμήσουμε πως και οι δύο συναντήθηκαν ακριβώς γιατί είχαν αγαθή πρόθεση» (Εγχειρίδιον, σελ. 35, η υπογράμμιση δική μας).
Σε κάθε περίπτωση το «παρασκήνιο» γύρω από τη διατριβή του Ρωμανίδη έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, ιδία εξ επόψεως θεολογικής. Σταχυολογώ ελάχιστες χαρακτηριστικές όψεις της αντιπαράθεσης Ρωμανίδη- Τρεμπέλα, με τη «φωνή» του Ρωμανίδη, για να πάρει ο αναγνώστης μια πρώτη γεύση:
  • «Ο κ. Τρεμπέλας είχε την απαίτησιν να αρνηθώ το Ορθόδοξον δόγμα ότι η σωστική χάρις και ενέργεια του Θεού είναι άκτιστος και να δεχθώ την παπικήν πλάνην ότι είναι κτιστή» (ό. π. , σελ. 91).
  • «Ακολουθών του Δυτικούς (ενν. ο Τρεμπέλας) ενόμιζεν ότι εν τω Θεώ ενέργεια και ουσία είναι ταυτόν και δια τούτο επέμενεν εις την Παπικήν αίρεσιν ότι η θεία ουσία είναι νους και εν γένει καθαρά ενέργεια. Όταν λοιπόν εδιάβασε δια πρώτην φοράν ότι η νοητική ενέργεια του Θεού δεν είναι η θεία ουσία, ήτο φυσικόν να νομίση ότι τούτο σημαίνει στέρησιν νοός εν τω Θεώ» (ό. π., σελ. 98-99).
  • «Εάν, ως ισχυρίζεται ο κ. Τρεμπέλας, η λέξις αγέννητος σημαίνει άκτιστος, τότε η λέξις γεννητός σημαίνει κτιστός. Εν τοιαύτη περιπτώσει μόνο ο αγέννητος Πατήρ θα ήτο άκτιστος και ο γεννητός Υιός του Θεού θα ήτο κτιστός. Αγέννητος και άναρχος είναι μόνον ο Πατήρ. Ο Υιός είναι γεννητός και συνάναρχος τω Πατρί» (ό. π. , σελ. 103).
  • «Ως ξένος εις την Ελλάδα δεν γνωρίζω πως να δικαιολογήσω την ετερόδοξον πίστιν του κ. Τρεμπέλα. Έν πράγμα ξεύρω μόνον, ότι δεν ήλθα εις την Ελλάδα, δια να μάθω ότι ο Αυγουστίνος, ο Θωμάς Ακινάτος και ο Άνσελμος είναι κάτοχοι της αληθείας! Εν τοιαύτη περιπτώσει η φοίτησις εις την Ελλάδα δι’ ημάς τους αλλοδαπούς Ορθοδόξους είναι χαμένος χρόνος. Υπάρχουν πλείστοι ετερόδοξοι καθηγηταί εις την Αμερικήν, οι οποίοι κατέχουν και κατά θαυμαστόν τρόπον διδάσκουν τας αιρέσεις του Αυγουστίνου, του Ανσέλμου και του Θωμά Ακινάτου. Θα ήτο ανόητον να ερχώμεθα από τόσον μακρυά, ίνα διδαχθώμεν ότι αι αιρέσεις αυτών είναι Ορθόδοξοι αλήθειαι» (ό. π., σελ. 121).
Το Εγχειρίδιον έχει πολλά ακόμα ενδιαφέροντα στιγμιότυπα της σύγκρουσης Τρεμπέλα-Ρωμανίδη. Η μαχητικότητα και η «σκληρή» γλώσσα του Ρωμανίδη επ’ ουδενί δεν «μειώνει» την αξία ενός «χαλκέντερου» θεολόγου, όπως ήταν ο Τρεμπέλας. Κανείς δεν έχει «σε όλα δίκιο». Η αλληλογραφία δείχνει τη σύγκρουση δυο διαφορετικών «σχολών σκέψης». Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να «αγιοποιηθεί» ο Ρωμανίδης, ούτε βέβαια, από την άλλη να «μηδενιστεί» το τεράστιο έργο και η προσφορά του Τρεμπέλα στη θεολογία και στην εκκλησία.

Κοντολογίς το Εγχειρίδιον είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για τον αναγνώστη που θα ήθελε να εμβαθύνει στις ιδιαίτερες συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί στην ελληνική θεολογία λίγο πριν τη «μεγάλη έκρηξη» της θεολογικής γενιάς του ’60. Με μια προϋπόθεση: ο αναγνώστης να μην εστιάζει την προσοχή του στα πρόσωπα και τους πρωταγωνιστές αλλά –το επαναλαμβάνουμε κι ας γινόμαστε κουραστικοί- στις τάσεις και τις ζυμώσεις του θεολογικού γίγνεσθαι εκείνης της περιόδου.

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «Αναγνώσεις«, 5-12-2009. Αναδημοσίευση στους  Θεολόγους Κρήτης , 22-12-2009

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

«Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι προσκυνήσωμεν Άγιον Κύριον Ιησούν τον μόνον αναμάρτητον.Τον Σταυρόν σου Χριστέ προσκυνούμεν, και την Αγίαν σου Ανάστασιν, υμνούμεν και δοξάζομεν· συ γαρ ει Θεός ημών, εκτός σου άλλον ουκ οίδαμεν, το όνομά σου ονομάζομεν. Δεύτε πάντες οι πιστοί προσκυνήσωμεν την του Χριστού αγίαν Ανάστασιν·ιδού γαρ ήλθε διά του Σταυρού, χαρά εν όλω τω κόσμω. Διά παντός ευλογούντες τον Κύριον, υμνούμεν την Ανάστασιν αυτού. Σταυρόν γαρ υπομείνας δι ημάς, θανάτω θάνατον ώλεσεν».

Η προσευχή  (ή αν θέλετε  η πρόκληση) αυτή εμφαίνει τη σημασία που αποδίδει η ορθόδοξη εκκλησία στο γεγονός της «εν Χριστώ» Αναστάσεως. Πρόκειται για το κατεξοχήν ιστορικό και εσχατολογικό γεγονός. Το «καινόν», η «καινή κτίσις» (Γαλ.6,15) συμπορεύονται με την εσχατολογική ελπίδα και χαρά.

Ο αείμνηστος καθηγητής Π. Ι. Μπρατσιώτης επισημαίνει ότι στην ορθόδοξη εκκλησία «η Ανάσταση του Κυρίου κατέχει…την μάλιστα  κεντρική και θεμελιώδη θέσιν εν όλη τη θρησκευτική ζωή αυτής»[1]. Για  να κατανοήσουμε την σημασία της Αναστάσεως θα πρέπει πρωτίστως να τη συνδέσουμε με αυτό καθ’αυτό το γεγονός της Ανάστασης. Αυτή η θέση είναι θεμελιακή. Σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσαμε να αντικειμενικοποιήσουμε το σημαντικότερο γεγονός της ιστορίας και σε μια δεύτερη φάση να εκθέσουμε τη σημασία του. Εξάλλου είναι γνωστή η άποψη ότι η Ανάσταση έχει τη σημασία της «εν εαυτή»[2].

Σύμφωνα με την Α’ Κορινθίους 15,14 «ει δε Χριστός ουκ εγήγερται,κενόν αρα το κήρυγμα ημών,κενή δε και η πίστις υμών».

Μέσα από ένα «μανιχαϊστικό» μοντέλο «καινού» και «κενού» εξαίρεται η θεμελιώδης σημασία της Αναστάσεως για τον άνθρωπο από τη μία πλευρά και από την άλλη επισημαίνονται οι συνέπειες δογματικές και θρησκειολογικές του «χωρίς Ανάσταση».

Θα ξεκινήσουμε αντίστροφα. Ας δούμε τι συνεπάγεται το «χωρίς Ανάσταση»:

  • α) χωρίς Ανάσταση θα δικαιώνονταν οι Ιουδαίοι που απέρριπταν και λοιδορούσαν τον Χριστό
  • β) ο Σταυρός θα ήταν πράγματι «σκάνδαλον και μωρία»(Α’Κορ.1,23)
  • γ) χωρίς Ανάσταση δεν θα υπήρχε ευαγγέλιο. Οι μαθητές  θα ήταν θύματα της μεγαλύτερης ίσως πλάνης της ιστορίας αλλά σε καμία περίπτωση απόστολοι του χριστιανικού ευαγγελίου
  • δ) χωρίς Ανάσταση δεν θα υπήρχε Εκκλησία. Θα μπορούσε ενδεχομένως να δημιουργηθεί μια κίνηση ανθρώπων που θα τιμούσαν τη μνήμη του μεγάλου και «πεφωτισμένου» Ιησού από τη Ναζαρέτ ή μια εβραϊκή κοινότητα τύπου Qumran, όχι όμως εκκλησία που είναι ο  παρατεινόμενος εις τους αιώνας Χριστός (ι. Αυγουστίνος)
  • ε) χωρίς Ανάσταση δεν θα υπήρχε σωτηρία δοθέντος ότι «extra ecclesia nulla sallus» (Κυπριανός)[3].
  • στ)χωρίς Ανάσταση, κατά τον H.Schlier[4] θα γινόταν λόγος για μια φευκτέα πλάνη στην ιστορία του ανθρωπισμού, οι πιστοί όμως θα ήταν «τραγικοί απατημένοι απατεώνες».

Από το κενό περνάμε στο καινό. Συνοπτικά  θα λέγαμε ότι η σημασία της Αναστάσεως του Κυρίου έχει θεολογική, χριστολογική, εκκλησιολογική και σωτηριολογική διάσταση[5].

α) η θεολογική σημασία της Αναστάσεως

  • Η Ανάσταση φανερώνει το μεγαλείο της δυνάμεως και της δόξας του Θεού.
  • Η Ανάσταση διαφοροποιεί τη χριστιανική οντολογία από την ιουδαϊκή τυπολατρεία.
  • Η Aνάσταση αποτελεί την οριστική αυτοαποκάλυψη του θεού της Παλαιάς  Διαθήκης.
  • Με την Ανάσταση η παντοδυναμία του Θεού γίνεται παντοδυναμία της αγάπης.

β) η χριστολογική σημασία της Αναστάσεως

Η Ανάσταση αποτελεί το κέντρο της χριστολογικής διδασκαλίας όχι μόνο της Καινής Διαθήκης αλλά και της εκκλησίας. Η ορθόδοξη χριστολογία είναι τριαδολογική, σε αντίθεση με τη χριστοκεντρική χριστολογία -που ενίοτε καταντά χριστομονισμός –των προτεσταντών[6]. Θα πρέπει να επισημανθεί το απαράδεκτο της αντιπαράθεσης, από τους προτεστάντες, του Αναστημένου Ιησού του κηρύγματος προς τον ιστορικό Ιησού. Συνεπώς η άποψη ότι «η Ανάσταση σημαίνει την αποκατάσταση του ιστορικού Ιησού» [7]είναι θεολόγικα αβάσιμη και λογικά μη παραδεκτή.

γ) η εκκλησιολογική σημασία της Αναστάσεως

Τονίσαμε ήδη ότι χωρίς Ανάσταση δεν θα υπήρχε εκκλησία. Ο όρος εκκλησία αποτελεί κατά τον Μιρτσέα Ελιάντε τη θρησκειολογική ιδιαιτερότητα του χριστιανισμού. Ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία αλλά εκκλησία. Κέντρο του χριστιανισμού είναι η ιστορία και όχι η φύση, η εσχατολογία και όχι η κοσμολογία. Πολύ εύστοχα ο Μάριος Μπέγζος επισημαίνει ότι «η εκκλησία είναι εν τω κόσμω… χωρίς να είναι εκ της θρησκείας»[8].Ειδικότερα εκκλησιολογικά η ανάσταση συνδέεται με την Πεντηκοστή, την κλήση και τη δράση των μαθητών του Κυρίου, τη διάδοση του ευαγγελίου σε παγκόσμιο επίπεδο (οικουμενικότητα και παγκοσμιότητα, μυστήρια κλπ).

δ) η σωτηριολογική σημασία της Αναστάσεως

Η Ανάσταση του Χριστού που σήμανε την ήττα του θανάτου αποτελεί την απαρχή της σωτηρίας του ανθρώπου, που έγκειται στην ένωση και συσσωμάτωση του ανθρώπου με το Θεό. Η θέωση που σημαίνει τη μετοχή του ανθρώπου στις άκτιστες θείες τριαδικές ενέργειες, είναι αποτέλεσμα της Ανάστασης. Σε τελευταία ανάλυση «αυτός γάρ  ενηνθρώπησεν ίνα ημείς θεοποιηθώμεν» (Μ.Αθανάσιος,PG25,192B).
Θα κλείσουμε την σύντομη αυτή αναφορά μας με ένα τμήμα της «Περί Πάσχα» ομιλίας  του Μελίτωνος Σάρδεων:

καινόν και παλαιόν,αΐδιον και πρόσκαιρον, φθαρτόν και αθάνατον το του πάσχα μυστήριον. Παλαιόν μέν κατά τον νόμον, καινόν δε κατά τον λόγον, πρόσκαιρον δια τον τύπον, αΐδιον δια την χάριν, φθαρτόν δια την του προβάτου σφαγήν , άφθαρτον δια την του Κυρίου ζωήν, θνητόν δια την εν τη γη ταφήν, αθάνατον δια την εκ νεκρών ανάστασιν

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (ενδεικτική)

  • Π.Ανδριόπουλου,Θέματα της θεολογίας της Καινής Διαθήκης, εκδ. Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα 1990
  • Ι.Καραβιδόπουλου, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1983
  • Μ.Μπέγζου, Δοκίμια φιλοσοφίας της θρησκείας, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1991(β’έκδοση)
  • Π.Ι.Μπρατσιώτου, Η Ανάστασις του Χριστού εν τη ορθοδόξω εκκλησία, στο περιοδικό «Εκκλησί», 1953, σελ.131κ.ε.
  • Ι.Παναγόπουλου, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Αθήνα 1994(β’΄εκδοση)
  • Στ.Παπαδόπουλου, Πατρολογία, τ.Β’, Αθήνα 1990
  • Σ.Αγουρίδου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, εκδ. Γρηγόρη, Αθήναι 1971

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


1.Π. Ι. Μπρατσιώτου, Η Ανάστασις του Χριστού εν τη ορθοδόξω εκκλησία, στο περιοδικό «Εκκλησία», 1953, σελ.131κ.ε.

2.Π. Ανδριόπουλου,Θέματα της θεολογίας της  Καινής Διαθήκης, Αθήνα 1990, σελ.298

3. «εκτός εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία»

4.  Π. Ανδριόπουλου, ο.π., σελ.299

5.  βλ.αναλυτικά ο.π.,σελ.301-340

6.  ο.π., σελ.51

7. ο.π., σελ.305

8. βλ.  Μ. Μπέγζου, Δοκίμια φιλοσοφίας της θρησκείας, σελ.85.

Το μικρό αυτό άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Εκπαιδευτικοί Προσανατολισμοί», αριθμ. φυλ. 6-7, Ιανουάριος-Απρίλιος 1995, σελ.26. Εδώ αναδημοσιεύεται με ελάχιστες αλλαγές και διορθώσεις.

Εσκιμώοι, Κινέζοι και νήπια στη χορεία των ορθόδοξων Αγίων

Δύο αξιόλογες μελέτες αγιολογικού και υμνολογικού περιεχομένου. Τα  βιβλία του Θ. Ι. Ρηγινιώτη “Σύγχρονοι Αγιοι” και “Αγια Νήπια”

Γράφει ο Γ.Μ.Βαρδαβάς

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησαν τα δυο καινούργια έργα του δραστήριου θεολόγου εκ Ρεθύμνης Θ.Ι. Ρηγινιώτη. Ο συγγραφέας ως γνωστόν ασχολείται με τον κρητικό στίχο, τη λαογραφία της Κρήτης και το εν γένει κρητικό ιδίωμα. Καρπός της μακροχρόνιας ενασχόλησής του με τα του κρητικού ιδιώματος είναι τα προηγούμενα έργα του “Ο παραμυθάς με το νταούλι” (Ρέθυμνο 1998) και “Τίβοτσι” (Ηράκλειο 2001). Τα καινούργια του έργα αφορούν τη Θεολογική επιστήμη, που εδώ και αρκετά χρόνια υπηρετεί.
Στο βιβλίο “Αγια Νήπια”, ο συγγραφέας εκδιπλώνει το πολύπλευρο ταλέντο του, που, εκτός από τη δημιουργία εξαιρετικών μαντινάδων, επεκτείνεται και στην υμνογραφία. Πρόκειται, όπως δηλώνει και ο υπότιτλος του βιβλίου, για “Παράκληση προς τα νήπια της Βηθλεέμ, τα θύματα της σφαγής των νηπίων”, υπό του Ηρώδου. Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη τους στις 29 Δεκεμβρίου. Στη σύντομη αλλά περιεκτική εισαγωγή του βιβλίου τίθεται το ιστορικό πλαίσιο αλλά και η θεολογική βάση των γεγονότων της σφαγής των νηπίων. Ο συγγραφέας προχωρά ακόμα περισσότερο αναφερόμενος στο πρόβλημα της θεοδικίας εξ ορθοδόξου απόψεως. Σωστά γνωστός πανεπιστημιακός έχει επισημάνει ότι “ο λόγος της Θεολογίας είναι η θεοδικία”. Ο συγγραφέας δεν χαρίζεται και θέτει το πρόβλημα στις σωστές διαστάσεις του: “Γιατί ο Θεός επέτρεψε τέτοια σφαγή; Το ερώτημα είναι ανάλογο με το γιατί ο Θεός, ο πανάγαθος και παντοδύναμος, επέτρεψε το Μεσαίωνα, την αποικιοκρατία ή τους παγκοσμίους πολέμους και επιτρέπει σήμερα την εξαθλίωση των φτωχών λαών…” (σελ. 5). Ακολούθως θέτει το πρόβλημα στις σωστές του διαστάσεις αναφερόμενος στη δικαιοσύνη του Θεού αλλά και στην ανθρώπινη ευθύνη. Παραλλήλως αναφέρεται και σε άλλες περιπτώσεις παιδομαρτύρων (Αγιος Κήρυκος, Αγία Πίστη κλπ). Η εισαγωγή κλείνει με μια σύντομη αναφορά στην ορθόδοξη υμνογραφία. Επεται ο παρακλητικός κανών απ’ όπου σταχυολογούμε ένα μικρό δείγμα:

Αγνών Νηπίων
το χρυσόπτερον σμήνος,
ώσπερ μελισσών
φωλευόντων εν βράχω,
τον ουρανόν εποίησε
κοιλάδα Φωτός, ταύτα
και ημείς υμνήσωμεν
και θερμώς μελωδήσωμεν,
ου φωνή κραυγάζοντες,
ίνα μη φοβηθώσι,
αλλ’ εν σεμνή πραεία
προσευχή, καθώς αρμόζει
εις άγια Νήπια.

Διάσωσον από κινδύνων
τους δούλους σου Θεοτόκε
των εν Βηθλεέμ σου
μαρτύρων κύκλω πετόντων
σοι και ίασαι ασθενείας
και πάθους

Εν τω παραδείσω, εις κήπον
χαράς, οι βλαστοί Κυρίου
εξήνθισαν.
Μητέρες δε μη κλαίετε
βρεφών υμών σφαγήν
ταύτα εν ταις νεφέλαις
υπ’ αγγέλων κρατούνται
νέκταρ αγιότητος
και της ζωής καρπούς
γευόμενα.
Εν μαιευτηρίω
των ουρανών άγγελοι
Κυρίου εγεννήθησαν
νεοσσοί εγγύς της ημέρας
των πρώτων
Χριστουγέννων και
της αθανασίας γάλα
εθήλασαν.

Στο μικρού σχήματος βιβλίο “Σύγχρονοι Αγιοι” ο συγγραφέας με συστηματικό τρόπο αναφέρεται σε αρκετές περιπτώσεις σύγχρονων Αγίων και οσίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Στα θετικά του βιβλίου συγκαταλέγεται και η πλούσια εικονογράφησή του. Στο εξώφυλλο υπάρχει η εικόνα των εν Κίνα μαρτυρησάντων κατά την επανάσταση των Μπόξερ (1900). Εκπλήσσεται κανείς με την οικουμενικότητα της Ορθοδοξίας. Μέχρι και στην Κίνα υπάρχει “νέφος μαρτύρων”, Αγίων που θυσιάστηκαν για το Χριστό. Μεγάλη έκπληξη περιμένει τον αναγνώστη και στο οπισθόφυλλο καθώς εκεί διαπιστώνει ότι στη χορεία των Αγίων της Εκκλησίας μας συγκαταλέγονται και Εσκιμώοι. Πρόκειται για τον Αγιο Πέτρο τον Εσκιμώο (της φυλής των Αλεούτων). Ο συγγραφέας αντί προλόγου παραθέτει το συναξάριο του (σελ. 7-8). Ακολουθεί μια εμπεριστατωμένη ανάλυση της ορθοδόξου σωτηριολογίας. Στο πλαίσιο αυτό αναλύονται οι έννοιες της ειρήνης και της αγιότητας.
Επεται η διαπραγμάτευση του κυρίως θέματος του βιβλίου, που αφορά στους Αγίους και Οσίους του εικοστού αιωνα. Μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται οι εν Κίνα μάρτυρες, ο Αγιος Ιωάννης της Κροστάνδης, ο Αγιος Νεκτάριος, ο Αγιος Νικόλαος Πλανάς, ο Αγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, ο Αγιος Σεραφείμ της Βίριτσα, ο γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης, ο Αγιος Λουκάς ο ιατρός, ο Αγιος Ιωάννης της Σανγκάης, ο γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος, ο γέροντας Ιάκωβος, ο γέροντας Πορφύριος, ο γέροντας Παϊσιος κ.π.α.
Στο βιβλίο υπάρχει και αξιόλογο υμνογραφικό παράρτημα ανθολογημένο από διάφορες πηγές. Αξίζει να αναφερθεί και η ύπαρξη ευσύνοπτου χρονολογικού και γεωγραφικού πίνακα στο τέλος της μελέτης. Παραθέτουμε από το υμνογραφικό παράρτημα τα απολυτίκια του Αγίου Πέτρου του Εσκιμώου και των εν Κίνα μαρτυρησάντων:

Σε τον ήρωα
εν τοις βασάνοις
και αθλήσαντα φρικτώς
εν πάγοις
Νεομάρτυρα Πέτρον
τιμήσωμεν
των Αλεούτων ελπίδα
και καύχημα
και των εν δούλοις λαών
εγκαλλώπισμα
Μάρτυς ένδοξε, τον πάντων
Θεόν ικέτευε
Το έαρ εισελθείν εν ταις
ψυχαίς ημών.

Εκ των ηπείρων του κόσμου
συναχθέντες πάντες εις Κίναν
οι φιλόθεοι στραφώμεν
των Κινέζων μαρτύρων
εορτήν ποιούντες
Αυτοί γαρ ζωήν εδώρισαν
τω Χριστώ αγρίως
αναιρεθέντες ώσπερ αμνοί
και οικούντες παράδεισον
λαούς φρουρούσι της γης
αεί Θεώ πρεσβεύοντες
δι’ ειρήνην παγκόσμιον.

Καταλήγοντας θα λέγαμε ότι τα ανωτέρω έργα αποτελούν μια χρήσιμη προσθήκη στην αγιολογική και υμνολογική βιβλιογραφία.

Πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ», αρ.φυλ. 17636,

Ηράκλειο 12/10/2005, σελ.14.

Το λίνκ του άρθρου είναι:

http://www.patris.gr/articles/70916

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΙΩΑΝΝΟΥ

Ας μας επιτραπεί να πούμε δυο λόγια ως αναγνώστες για τον Γ. Ιωάννου. Αφορμή για να τον γνωρίσουμε στάθηκε ένα αφιέρωμα σε γνωστή κυριακάτικη εφημερίδα. Φυσικά δεν μπορούμε να εκφέρουμε ολοκληρωμένη άποψη για το συγγραφέα δοθέντος του γεγονότος ότι δεν έχουμε διαβάσει όλο το έργο του. Όσα ακολουθούν αποτελούν προσωπικές απόψεις, που προέκυψαν από την ανάγνωση των έργων του «Για ένα φιλότιμο», «Η μόνη κληρονομιά» και «Εφήβων και μη».

Το πρώτο σημείο, που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη του Ιωάννου είναι η απλότητα και η καθαρότητα της γραφής του. Κείμενα εύληπτα και κατανοητά, γλώσσα «σημερινή». Αν για παράδειγμα ρίξει κανείς μια ματιά στο πρωτόλειο του (από πλευράς πεζών) «Για ένα φιλότιμο» νομίζουμε ότι θα σχηματίσει την εντύπωση ότι γράφτηκε σχετικά πρόσφατα αν και πρόκειται για έργο του 1964! Ο Ιωάννου εξομολογείται περιστατικά, που απομόνωσε στη μνήμη του ως στιγμιότυπα. Απλός και απέριττος δίχως επιτηδευμένη γλώσσα δείχνει να συνειδητοποιεί ότι το επιτηδευμένο αποτελεί «επιτήδευμα του ανεπιτηδεύτου» για να θυμηθούμε και λίγο τη θεολογική ορολογία. Η περιγραφή των δυσκολιών της ζωής, που ενδεχομένως υποκρύπτει και προσωπικές του εμπειρίες, γίνεται με τρόπο ιδιαίτερα συγκινητικό. Ο συγγραφέας φαίνεται να κατέχει πολύ καλά τα του ορθόδοξου χριστιανισμού και μας εντυπωσιάζουν αναφορές χριστιανικού περιεχομένου στο έργο του:

Είναι συγκινητικό να αφήνεις κάτι από τον εαυτό σου στην έρημο(……).Θυμήθηκα το τροπάριο : «Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε»

(Γ. Ιωάννου, Η μόνη κληρονομιά, σελ.83)

Αλλά και σε κείμενα του με έντονο σκεπτικισμό είναι παραστατικός:

Υπάρχουν σ’ αυτό τον κόσμο σπουδαιότερα πράγματα απ΄ αυτά που μας είχαν μάθει να προσκυνάμε ως σπουδαία

(Γ. Ιωάννου, Για ένα φιλότιμο, σελ.63)

Κλείνοντας ας πάρουμε  ένα άρωμα βυζαντινής Θεσσαλονίκη[1] με  τον μοναδικό, κατά Ιωάννου, τρόπον:

Από όλες τις παλαιότερες ιστορικές της φάσεις η Θεσσαλονίκη γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή επί Βυζαντίου. Ήταν η δεύτερη πόλη της αυτοκρατορίας και η τρίτη του τότε κόσμου: Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη. Ήταν λοιπόν φυσικό η πολυάνθρωπη και πλούσια δεύτερη πόλη της κραταιάς αυτοκρατορίας να στολιστεί με πολλά μνημεία και κτίρια. Από αυτά άλλα γίνονται από το κρατικό ταμείο, άλλα οφείλονται στην ιδιωτική πρωτοβουλία και άλλα ανήκουν σε ανώτερους βαθμούχους του κράτους. Σήμερα σώζονται αρκετά από αυτά τα μνημεία, όσα σε καμιά άλλη πόλη, εκτός από την Κωνσταντινούπολη, και αποτελούν μοναδική πηγή γνωριμίας με τη βυζαντινή αρχιτεκτονική και τέχνη όλων των αιώνων. Η πόλη αποτελεί ένα βυζαντινό μουσείο, που θα προσπαθήσουμε να περιέλθουμε. Το πιο παλιό μα και το πιο εντυπωσιακό βυζαντινό κατάλοιπο είναι τα τείχη, που περιβάλλουν την πόλη.  Το σπουδαίο αυτό έργο φαίνεται ότι εκτελέστηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του στο τέλος του 4ου μ.Χ. αιώνα. Βέβαια, από τότε και ύστερα τα τείχη υπέστησαν άπειρες επισκευές και διορθώσεις, αλλά το βασικό τους κτίσμα έγινε στην αρχή της βυζαντινής εποχής. Αν ανεβούμε στο ψήλωμα, στο βυζαντινό μοναστήρι Βλαττάδων, βλέπουμε καλά όλη την περίμετρο των τειχών. Είναι τεράστια η περιοχή ακόμα και για τις σημερινές μας εκτιμήσεις. Μπορούμε λοιπόν εκτός από το μέγεθος να καταλάβουμε και την μεγάλη σημασία που είχε τότε η πόλη, αφού για την οχύρωση της γινόταν τέτοια έργα…

(Γ. Ιωάννου, Η βυζαντινή Θεσσαλονίκη, στο «Εφήβων και μη», σελ.57)

Γ. Μ. Βαρδαβάς

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2005


[1].Βλ. ολόκληρο το κείμενο στο Γ. Ιωάννου, «Εφήβων και μη»,σελ.57-61.

«Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ» : ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΔ. Ι. ΖΙΑΚΑ

b137783

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Αρμός» το νέο βιβλίο του Θ. Ι. Ζιάκα με τίτλο «Ο σύγχρονος μηδενισμός». Ο συγγραφέας, γνωστός για τη βαθύτατη -εξαντλητική σχεδόν – ανάλυση της προβληματικής που τον απασχολεί, επανέρχεται με ένα πολύ «επίκαιρο» θέμα. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το συγγραφέα δεν τον ενδιαφέρει να γίνει «αρεστός». Μακριά από τις απαιτήσεις και τα προτάγματα της νεωτερικής «Βουλγάτας», ο συγγραφέας προβαίνει σε μια αντικειμενική επισκόπηση του θέματος.

Τον Θ. Ι. Ζιάκα απασχολεί το ζήτημα του μεταμοντέρνου μηδενισμού, που δεν έχει καμία σχέση με το γνωστό μας βιταλιστικό ή μοντέρνο μηδενισμό: «καθώς αξία γι’ αυτόν είναι η αποδόμηση των αξιών, ο μεταμοντερνισμός αναδεικνύεται στον κατ’ εξοχήν μηδενισμό» (σελ. 36).
Αυτή η απαξίωση των αξιών γίνεται στο όνομα της ισχύος και της δυνάμεως του χρήματος: «Μόνο στη δική μας εποχή η απαξίωση των αξιών έχει αποκτήσει την περιωπή αυτονόητης υπέρτατης αξίας. Μόνο σήμερα αντιμετωπίζουμε σαν γραφικά απολιθώματα όσους εκφράζουν την πίστη τους σε υπερατομικές αξίες. Ποτέ άλλοτε το Χρήμα δεν είχε τόσο ριζικά υποκαταστήσει το Άγιο Πνεύμα στο πλαίσιο του “χριστιανικού πολιτισμού”. Αν η πίστη σε υπερατομικές αξίες, ως αναγκαίες για την κοινωνική ευρυθμία και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του καθενός, συναντά σήμερα μια τόσο χαρακτηριστική δυσανεξία, είναι γιατί η σχετικιστική ουσία του μηδενισμού έχει καταστεί μαζική κουλτούρα» (σελ. 17). Ενισχύεται δε από το νεωτερικό πρόταγμα της θεοποίησης της επιστήμης και της τεχνικής: «Μιλάμε για έναν κόσμο όπου αληθές είναι μόνο το επιστημονικώς αληθές, δηλ. το πειραματικώς επαληθεύσιμο, γεγονός που εντάσσει την επιστήμη στη σφαίρα της τεχνικής. Η τεχνική γίνεται έτσι το κριτήριο της αλήθειας και τίθεται πέραν κάθε ηθικής και πολιτικής απόφανσης (…).Έχει γίνει μια θρησκεία, η οποία δεν δέχεται να την κρίνει κανείς» (σελ. 30).

Τα κύρια σημεία του μεταμοντέρνου μηδενισμού εστιάζονται: α) στην απουσία ταυτότητας, β) στην εκμηδένιση της ελευθερίας του προσώπου και στην αντικατάσταση της από τη συστημική απροσωπία. Το διακύβευμα είναι σαφώς η ατομική ελευθερία. Γι’ αυτό ο συγγραφέας τοποθετεί ως υπότιτλο στο έργο του το «Μικρή αφήγηση για τη μοίρα της ελευθερίας». Αναλύοντας την «απουσία ταυτότητας» ο Ζιάκας οδηγείται στην αναζήτηση του ελληνικού ορισμού της πολιτισμικής ταυτότητας και στη θρησκειολογική ιδιαιτερότητα του χριστιανισμού, που δεν είναι «θρησκεία», αλλά «θεραπεία»: «Όλοι οι μύθοι και όλες οι θρησκείες ενοχοποιούν το θύμα (…) Το Ευαγγέλιο όμως, όπως και η Εβραϊκή Βίβλος, αποκαλύπτουν την αθωότητα του θύματος (…) Χάρη στο κρίσιμο αυτό γεγονός, το οποίο είναι και ο μόνος που ξεσκεπάζει με τρόπο ριζικό, συνειδητό και σκόπιμο, ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία στην κυριολεξία, γιατί αποκαλύπτει το καλά κρυμμένο μυστικό κάθε θρησκείας και συνεπώς κάθε πολιτισμού: το μηχανισμό του αποδιοπομπαίου τράγου. Και αναγορεύει την έγνοια για τα θύματα σε υπέρτατη αξία. Αν η θυσιαστική θεωρία συλλαμβάνει πράγματι την αλήθεια, τότε ορθώς έχει ειπωθεί ότι η θρησκεία είναι αρρώστια και ο χριστιανισμός η θεραπεία της» (σελ. 84).
Ο Ζιάκας προχωρά με ένα «θεώρημα» και ένα «πόρισμα» στην αναζήτηση των «τελεστών» της ταυτότητας και της σχέσης τους με το μηδενισμό: «Θεώρημα: Οι έννοιες πρότυπο, πίστη, μίμηση και παράδοση είναι οι τελεστές της ταυτότητας. Χωρίς αυτούς δεν νοείται ταυτότητα. Πόρισμα: Όταν η αυτοκατανόηση μας απορρίπτει κάθε πρότυπο, πίστη μίμηση και παράδοση, έχουμε προθετικό μηδενισμό. Ενώ, όταν η τετραπλή αυτή άρνηση είναι και πράξη, τότε έχουμε εμπράγματο μηδενισμό» (σελ. 89). Ακολούθως ασχολείται με την «ελληνική» απάντηση.
Η διαφορά στη σκέψη του Ζιάκα -σε σχέση με άλλους στοχαστές- είναι ότι εντάσσει ισότιμα στην ελληνική σκέψη και την προσωποκεντρική οντολογία. Αυτό τον οδηγεί σε αναλυτική διαπραγμάτευση του νηπτικού παραδείγματος: “το «ουδείς αναμάρτητος» προκύπτει πριν απ’ όλα απ’ το «ουδείς α-παθής»” (σελ. 102). Κι αλλού : “Τα πάθη είναι ένας όχλος αυτόνομων (κακομαθημένων) μικρών ή μεγάλων «εγώ»” (σελ. 91). Βαθύς γνώστης της νηπτικής παράδοσης, ο Ζιάκας αναλύει και την τρίβαθμη κλίμακα (μισθωτού – δούλου – φίλου) ως αναβαθμούς ανθρωπολογικής εξέλιξης και ανάπτυξης της θεοείδειας του ανθρώπου (βλ. αναλυτικά, σελ. 121 κ. επ.). Αν αντιπαραβάλουμε στα ανωτέρω την πρόταξη του «αυτοειδώλου» (νοούμενου ως αποθέωσης του α-τόμου) εκ μέρους της νεωτερικής σκέψης οδηγούμαστε στη συστημική απροσωπία: «Η τήρηση της αυτοαναφορικής εντολής, να είσαι ο εκάστοτε εαυτός/πάθος, είναι επαρκής συνθήκη (αναγκαία και ικανή), για την ομαλή αναπαραγωγή στο μαζικό επίπεδο, στο επίπεδο του Καταναλωτή των υπερκειμένων συστημάτων» (σελ. 105). Με αυτά τα δεδομένα ο Ζιάκας φτάνει να ορίσει την ταυτότητα ως «μηχανισμό ρύθμισης των παθών» (σελ. 92) και ως οδοδείκτη της ελευθερίας: «…επειδή εσωτερική αναρχία σημαίνει εξωτερική δουλεία (κατά την ελληνική παράδοση πάντα), η ταυτότητα, ως σύστημα ρύθμισης των παθών, αποτελεί προϋπόθεση για την αληθινή ανάδυση μας στο επίπεδο της «θεοείδειας», δηλαδή στο επίπεδο της ελευθερίας» (σελ. 93).
Συνεχίζοντας την ανάλυση του ελληνικού παραδείγματος αναφέρεται στην «ελληνική παγκοσμιοποίηση»: τη μετάβαση από την πόλη-κράτος στην Οικουμένη (σελ. 169 κ.ε.). Ο συγγραφέας αναφέρεται στα κοινά και τα «ίδια» του ελληνικού και του νεωτερικού παραδείγματος. Αναπόφευκτα οδηγείται στην καταγραφή των εκδοχών της ελληνικής αυτοκατανόησης και στους λόγους που έχουν καταστήσει τον εθνομηδενισμό καθολικό φαινόμενο με κύριο επιφαινόμενο τον «ιστορικό αναθεωρητισμό» (βλ. σελ. 160 κ.ε.). Ο Ζιάκας στο σημείο αυτό υιοθετεί την προβληματική του Γ. Κοντογιώργη, όπως έχει καταγραφεί στα έργα «Το ελληνικό κοσμοσύστημα» και «Η δημοκρατία ως ελευθερία». Για τον Ζιάκα «αν μπορούσαμε να παραλληλίσουμε τις πολεοκρατικές συνιστώσες των παλαιών αυτών μορφών Οικουμένης με τις εθνοκρατικές συνιστώσες της σημερινής νεωτερικής Οικουμένης, θα είχαμε ήδη τη βάση ενός χρήσιμου ιστοριογνωστικού αναθεωρητισμού, ικανού να προταθεί ως γόνιμη αντίθεση στον κυρίαρχο εθνομηδενιστικό αναθεωρητισμό» (σελ. 164-165). Απορρίπτοντας τους νεωτερικούς μαξιμαλισμούς περί «σκοταδιστικού» Βυζαντίου ο Ζιάκας εξηγεί για ποιο λόγο έγιναν οι Έλληνες χριστιανοί (σελ. 193 κ.ε.). Οδηγείται έτσι στις βασικές αρχές της προσωποκεντρικής οντολογίας αναφερόμενος στον Ησυχασμό, τη Φιλοκαλία και τη θεολογία των άκτιστων ενεργειών. Δεν του ξεφεύγει ούτε η βυζαντινή φιλανθρωπία, που από πολλούς σκόπιμα αποκρύπτεται ή τουλάχιστον παραθεωρείται. Αναφέρεται διεξοδικά στη σημασία που είχε για το βυζαντινό ο «ξένος» (με αφορμή το «Δος μοι τούτον τον ξένον…» του Γ. Ακροπολίτη): «Ο φιλοκαλικός άνθρωπος δεν είναι “προϊόν” της τύχης και της ανάγκης. Είναι αποτέλεσμα ελεύθερα επιλεγμένης και ένσαρκης μετοχής στην υπερσυμπαντική Κοινότητα των Ξένων» (σελ. 199).
Για τον Ζιάκα το ελληνικό ανθρωποκεντρικό κεκτημένο φτάνοντας στα πρόθυρα της ολοσχερούς εξαφάνισης του χρειάστηκε «μια βαθειά μετάλλαξη στο ανθρωπολογικό πεδίο, μια μεταφυσική επανάσταση», μια μετάβαση άμεσα ορατή «από το Άτομο στο Πρόσωπο» (σελ.196). Μήπως κάτι ανάλογο είναι αναγκαίο και στους μηδενιστικούς καιρούς μας; Ο συγγραφέας φαίνεται να το υιοθετεί: “Ο μηδενισμός μεταβάλλεται έτσι σε πανδημική ψυχοπαθολογία στον σύγχρονο κόσμο. Είναι ασθένεια κοινωνική. Ασθένεια του πολιτισμού, η οποία δεν επιδέχεται θεσμική αντιμετώπιση, Η θεραπεία της εξαρτάται πλέον από την αλλαγή των θεσμών αλλά από την αλλαγή των ψυχών: από μία μεταφυσική επανάσταση/μεταστροφή”.
Στο πλαίσιο ενός σύντομου σημειώματος δεν είναι δυνατόν να παρουσιαστεί ολόκληρη η προβληματική του σημαντικού αυτού βιβλίου. Θα κλείσουμε με μια καίρια επισήμανση του συγγραφέα, που αφορά στο νεωτερικό δόγμα περί καταστροφής της αρχαίας ελληνικής θρησκείας εκ μέρους των χριστιανών, δόγμα που τελείως επιδερμικά έχουν υιοθετήσει και πολλοί νεοπαγανιστές των καιρών μας. Ο συγγραφέας με πειστικά επιχειρήματα αποδεικνύει τη «μυθικότητα» αυτών των αιτιάσεων τονίζοντας ότι πίσω τους κρύβονται πολλές «συγκαλύψεις»:
1. Οι αρχαίοι θεοί είχαν πεθάνει πριν την εμφάνιση του χριστιανισμού. Ο Ζιάκας αναφέρεται στην περίπτωση του Δημητρίου του Πολιορκητή (337-283 π.Χ.): οι Αθηναίοι του παραχώρησαν τον Παρθενώνα και τον ανυμνούσαν σαν αληθινό θεό! (σελ.190).
2. Ο Πλούταρχος θα ομολογήσει «Πάν ο μέγας τέθνηκεν», ενώ και ο Παυσανίας τον β΄ αιώνα θα αναφερθεί στην εγκατάλειψη των ναών της αρχαίας θρησκείας (σελ. 191, υποσημ. 29).
3. Ο χριστιανισμός είχε ουσιαστικά επικρατήσει, παρά τους διωγμούς, πριν να γίνει επίσημη θρησκεία από το Μ. Θεοδόσιο και πριν εξοστρακιστούν τα άλλα θρησκεύματα με το διάταγμα του 392. Ακόμα και ο… Φ. Ένγκελς ειρωνικά παρατηρεί ότι ο διωγμός του Διοκλητιανού ήταν τόσο αποτελεσματικός, ώστε μετά από 17 χρόνια «ο στρατός ήταν σχεδόν καθ’ ολοκληρίαν χριστιανικός!» (εισαγωγή του Ένγκελς στο έργο του Μαρξ «Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία», βλ. υποσημ. 30, σελ. 191-192).

Σε κάθε περίπτωση «Ο σύγχρονος μηδενισμός» είναι το καλύτερο αντίδοτο για όσους έχουν «μπουχτίσει» από τα δόγματα του νεωτερικού μαξιμαλισμού και τις φιοριτούρες της μεταπρατικής διανόησης.

5/1/2009

Πρώτη δημοσίευση στην ιστοσελίδα «Θεολόγοι Κρήτης«, 14-1-2009.

Αναδημοσίευση στο www.antifono.gr , 3-4-2009 και στο www.antibaro.gr, 16-4-2009 .

Παναθηναϊκός και Αριστερά (λίγα λόγια για το νέο βιβλίο του Χριστόφορου Κάσδαγλη)

Χριστόφορος Κάσδαγλης, Το γαμώτο ενός Παναθηναϊκού,

εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2010, ΙSBN: 978-960-03-5103-3.

Στο οπισθόφυλλο του νέου βιβλίου του Χριστόφορου Κάσδαγλη Το γαμώτο ενός Παναθηναϊκού (που ο ίδιος το ονομάζει “αθλητικό αυτοβιογραφικό θρίλερ”) διαβάζουμε (οι επισημάνσεις δικές μας) τα εξής:

Είμαι ένας παναθηναϊκός που δεν του φτάνει να είναι παναθηναϊκός – θέλει να είναι με πολιτικά ορθό τρόπο. Είμαι ένας βάζελος που δεν του φτάνει να μισεί τον Ολυμπιακό – απαιτεί από τον εαυτό του να τον μισεί για τους σωστούς ιδεολογικά λόγους. Είμαι ένας τρελαμένος οπαδός που ελπίζει στη νίκη μέχρι να ακουστεί το σφύριγμα της λήξης ή να ηχήσει η σειρήνα της γραμματείας. Είμαι ένας παναθηναϊκός που δεν τον πειράζει η ομάδα να χάνει πού και πού, αρκεί να παίζει ωραία μπάλα μέσα στο γήπεδο· που δεν τον νοιάζει να φάει και δύο και τρία γκολάκια, αρκεί να βάλει και μερικά – κι αν αυτά που βάζει είναι κατά κανόνα περισσότερα απ’ όσα δέχεται, ακόμα καλύτερα. Εντάξει, έχω ψηλώσει καμιά δεκαριά πόντους επειδή πήραμε –έπειτα από τόσα χρόνια– το Πρωτάθλημα, αλλά κατά βάθος δεν ψήνομαι από κάτι τέτοια. Όχι, όσο η αιώνια αντίφαση ανάμεσα στον λαϊκό χαρακτήρα της ομάδας και στην ολιγαρχική ιδιοκτησία της από εκπροσώπους του μεγάλου κεφαλαίου εξακολουθεί να υφίσταται. Είμαι ένας βάζελος που δεν τον πολυνοιάζει επειδή η ομάδα έκανε τόσα χρόνια να το σηκώσει, αρκεί που είναι πράσινη, που πάει καλά στην Ευρώπη (ε, που έχει και το μπάσκετ για να ρεφάρει). Αν είχε και μια διοίκηση της προκοπής, αν η ενδεκάδα ξεκίναγε πάντα από τον Σωτήρη Νίνη, αν η Ακαδημία Ποδοσφαίρου ξανάρχιζε να βγάζει ταλέντα όπως παλιά, τότε η ζωή θα έτεινε προς την τελειότητα.

(απόσπασμα από το κεφ. 7 του προαναφερθέντος βιβλίου : “Οι πηγές μου, οι εμμονές μου”, σελ. 44-45). Το απόσπασμα υπάρχει στο ιστολόγιο του συγγραφέα:

http://xek2.wordpress.com/2010/05/18/to-vivlio.

Αφού επισημάνουμε ότι το βιβλίο είναι ακατάλληλο για Ολυμπιακούς, προχωράμε σε μια μικρή παρουσίαση του.

Το βιβλίο δείχνει με ενάργεια πως μπορεί να έχουν άμεση σχέση το ποδόσφαιρο, η πολιτική, ο κοινωνικός στίβος. Μερικά από τα ερωτήματα που βρίσκουν, κατά την άποψη μας, απάντηση στο βιβλίο του Χρ. Κάσδαγλη είναι τα ακόλουθα:

  • Μπορεί κάποιος να είναι αριστερός και Παναθηναϊκός;
  • Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο φίλαθλο και στον οπαδό;
  • Ποιοί ήταν οι ριψάσπιδες στην ιστορική νίκη του ΠΑΟ επί της Ρόμα;
  • Πως συμβιβάζεται ο λαϊκός χαρακτήρας της ομάδας με την ολιγαρχική ιδιοκτησία;
  • Είναι έρωτας αυτό που νιώθει κανείς για την αγαπημένη του ομάδα (για τον ΠΑΟ εν προκειμένω);
  • Ποιο είναι το “καλύτερο” τριφύλλι;
  • Ποιά είναι η ιδανικότερη ενδεκάδα στην ιστορία του ΠΑΟ;
  • Γιατί είναι “επικίνδυνα” στη Θύρα 13;
  • Είναι το ποδόσφαιρο το σύγχρονο “όπιο του λαού”;
  • Γιατί υπάρχει βία στα γήπεδα;
  • Τι σημαίνει για έναν Παναθηναϊκό να είναι μέσα στο Χάιμπουρι στο ιστορικό 1-1 με την πανίσχυρη Άρσεναλ;
  • Γιατί στο “μάτς” πολιτικές-αθλητικές εφημερίδες το αποτέλεσμα είναι πάντοτε “διπλό”;
  • Γιατί ο ΠΑΟ, όπως και ο Συνασπισμός, αποδίδουν καλύτερα στην Ευρώπη;
  • Είναι οπορτουνισμός η αλλαγή προπονητή στη μέση της σαιζόν;
  • Γιατί εμείς έχουμε Νίνη κι εκείνοι Μήτρογλου;
  • Μαραντόνα ή Πελέ;
  • Γιατί ο Αντωνιάδης εκτελώντας πέναλτι έστειλε επιδεικτικά τη μπάλα άουτ στο φιλικό με τη Χέρτα;
  • Γιατί δεν ζηλεύω τους Ολυμπιακούς;
  • Γιατί πήγε χαμένη η επέτειος των 100 χρόνων του ΠΑΟ;
  • Γιατί ο Ομπράντοβιτς στέκει υπεράνω κριτικής;

Συνελόντι ειπείν, ο Κάσδαγλης δίνει την καλύτερη απάντηση σε όσους “ελιτιστές” αποδομούν την αξία του ποδοσφαίρου για το κοινωνικό γίγνεσθαι. Ένα βιβλίο, που κάθε Παναθηναϊκός που σέβεται τον εαυτό του θα πρέπει να διαβάσει.

7 Ιουνίου 2010

Γ. Μ. Βαρδαβάς

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «Αναγνώσεις«, 7-6-2010

Αρέσει σε %d bloggers: