ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΝΟΙΚΕΙΟΥ (ΓΙΑ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ «UNCANNY» ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ)

KONICA MINOLTA DIGITAL CAMERA

Φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός (από τη σειρά φωτογραφιών «Uncanny»)

Ὁ ὄρος μόνο φαινομενικὰ ἐμφαίνει τὸ μὴ οἰκεῖο. Ἐπὶ τῆς οὐσίας ἔχει μιὰ ἀποφατικὴ ἀμφισημία: εἶναι τὸ οἰκεῖο καὶ τὸ μὴ οἰκεῖο ταυτόχρονα. Τὰ σημαινόμενα τοῦ ὄρου πολλαπλά: ἀνεστιότητα, μυστήριο, ἀλλόκοτο, ἀπόκοσμο, ἄγνωστο. Σ’ αὐτὰ ἄς προστεθοῦν ἡ σιωπὴ καὶ ἡ ἐσχατολογικὴ διάσταση τοῦ χρόνου. Ἔτσι φτάνουμε στὰ αἰώνια ζητούμενα τῆς ὕπαρξης, τῆς Τέχνης καὶ τῆς φιλοσοφίας μὲ κορωνίδα τὴν περὶ θανάτου ἀγνωσία μας.

Ἡράκλειο 22 Αὐγούστου 2013

Γ.Μ.Βαρδαβᾶς

 

Βασίλης Καραποστόλης, Η εποχή της όρεξης

Βασίλης Καραποστόλης, Η εποχή της όρεξης: Ακολουθώντας τα ίχνη του ’60,εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012, ISBN: 978-960-16-4339-7.

Το καλύτερο αντίδοτο στην γενικευμένη γκρίνια της εποχής είναι το καλογραμμένο βιβλίο του Βασίλη Καραποστόλη Η εποχή της όρεξης: Ακολουθώντας τα ίχνη του ’60. Ο συγγραφέας αναφέρεται μεν στη δεκαετία του ’60 αλλά όχι με τον κοινότοπο εκείνο τρόπο μιας γλυκανάλατης νοσταλγίας για ένα εξιδανικευμένο χτές. Σκοπός του είναι να καταδείξει ότι σ εκείνες τις χαλεπές μέρες δεν έλειψε από τον Έλληνα ένα πολύ βασικό χαρακτηριστικό: η όρεξη. Όρεξη για ρήξεις, όρεξη για το νέο μέσα από τη δημιουργία και κυρίως όρεξη για αναμέτρηση με τις συνεχόμενες δυσκολίες της καθημερινότητας. Αγώνας επιβίωσης και σταδιακός εγκλιματισμός στις νέες προκλήσεις. Η μετάβαση δύσκολη, επίπονη. Η μια πτώση ακολουθούσε την άλλη. Όμως παρά τις δυσκολίες ο αγώνας συνεχιζόταν αδιάκοπα, οι αναποδιές δεν έκαμπταν την κοινωνία, που έπεφτε και ξανασηκωνόταν. Άλλοι καιροί, άλλη αντίληψη, άλλη στάση ζωής, άλλη νοο-τροπία…

Όλα αυτά χάθηκαν σε σύντομο διάστημα όχι μόνο λόγω του γνωστού παρασιτισμού και της κρατικοδίαιτης “ανάπτυξης” αλλά κυρίως διότι η ευτυχία συνδέθηκε με το “κατέχειν”, την κατανάλωση, την κοινωνική δήθεν “καταξίωση”. Τη μεγάλη αυτή αλήθεια  διατύπωσε με εξαιρετικό τρόπο  η γραφίδα του Παντελή Μπουκάλα:

«…ταυτίζουμε το βίο με το βιός μας, με την περιουσία μας, επειδή, φενακισμένοι, αλλοτριωμένοι, εκβιασμένοι ή υποταγμένοι στα κυρίαρχα και εξουθενωτικά προβαλλόμενα μοντέλα ζωής καταντήσαμε να εξισώνουμε το υπάρχειν με το έχειν» («Καθημερινή», 13 Ιανουαρίου 2008).

Το βιβλίο επιδιώκει να αναστοχαστούμε κριτικά μέσα από τον οιονεί  “δανεισμό” των παρακαταθηκών μιας άλλης γενιάς, που ταλαιπωρήθηκε, μετανάστευσε, είχε συνεχείς πτώσεις και αναβάσεις αλλά όπως τονίζει εμφατικά ο συγγραφέας σχεδόν ποτέ δεν σταμάτησε να αγωνίζεται, σχεδόν ποτέ δεν λιποτάκτησε.

Κλείνουμε με μια φράση  του βιβλίου:

Στην κοινωνία γινόμαστε διπλωμάτες, στην πολιτική χασάπηδες (Β. Καραποστόλης, Η εποχή της όρεξης, σελ. 185).

Σε κάθε περίπτωση το βιβλίο αξίζει την προσοχή μας. Καλή ανάγνωση!

Λαγονήσι 9/7/2012- Ηράκλειο 22/7/2012

Γ.Μ.Βαρδαβάς

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ«, 22-7-2012.

ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

Του Γ.Μ.Βαρδαβά

«Γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς»

(Ιω. 8,32)

Συχνά ακούμε να επαναλαμβάνεται από διάφορες πλευρές το  ρηθέν υπό του Κ. Μαρξ ότι η «θρησκεία είναι  το όπιον του λαού». Ισχύει μια τέτοια θέση για το χριστιανισμό ή τον αδικεί κατάφορα;

Βλέποντας το θέμα από καθαρά φαινομενολογική σκοπιά παρατηρούμε ότι ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία αλλά Εκκλησία. Κέντρο του είναι η ιστορία και όχι η φύση, η εσχατολογία και όχι η κοσμολογία. Ο Μιρτσέα Ελιάντε, που πρώτος υπογράμμισε αυτή τη θρησκειολογική ιδιαιτερότητα του χριστιανισμού επισημαίνει: «Η Ιστορία αποκαλύπτεται ως μια νέα διάσταση του Θεού εντός του κόσμου…Ο σύγχρονος χριστιανός που μετέχει στο λειτουργικό χρόνο, συνάπτεται με το illud tempus («τω καιρώ εκείνω») όπου έζησε, μαρτύρησε και αναστήθηκε ο Ιησούς, όμως δεν πρόκειται για κάποιο μυθικό χρόνο…».(Βλ. Μ. Μπέγζου, Δοκίμια φιλοσοφίας της θρησκείας, Αθήνα 1991, σελ.80 και 303).

Έργο της εκκλησίας είναι η πραγμάτωση της Βασιλείας του Θεού, που δεν είναι μια ουτοπική σύλληψη αλλά το «τέλος», ο τελικός σκοπός της. Η καίρια τομή στο χρόνο ως αποτέλεσμα της ελεύσεως του Χριστού (λέμε προ Χριστού  και μετά Χριστόν) συνάπτεται με την εσχατολογική προοπτική. Ο Χριστός με την επίγεια παρουσία του εγκαινίασε ένα καινούργιο κόσμο με ριζοσπαστικές αρχές. Σκοπός του δεν ήταν να καταδυναστεύσει το ανθρώπινο πρόσωπο, ούτε να καταργήσει την ελευθερία της συνείδησης. Γι’ αυτό εξάλλου κήρυξε το «ει τις  θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Ματθαίου 16,24).Ο χριστιανισμός ακολουθών τον Ιδρυτή Του έδωσε έμφαση στην αγάπη και την ελευθερία. Η αγάπη, που κήρυξε ο Κύριος δεν ήταν τυπικού χαρακτήρα, ούτε ένα αίσθημα, που αφορά απλά τον πλησίον ή τα προσφιλή πρόσωπα αλλά επεκτείνεται-και εδώ είναι το ρηξικέλευθο και το ριζοσπαστικό- και στον εχθρό:

«Ηκούσατε ότι ερρέθη, αγαπήσεις τον πλησίον σου και μισήσεις τον εχθρόν σου. Εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και διωκόντων ημάς, όπως γένησθε υιοί του πατρός υμών του εν ουρανοίς» (Ματθαίου 5,44-45). Η νέα αυτή εντολή του Χριστού συγκεφαλαιώνει και υπερβαίνει το Νόμο και τους Προφήτες: «εντολήν καινήν δίδωμι  ,ίνα αγαπάτε αλλήλους» (Ιω.13,34).

Συχνά ο πολύς κόσμος νομίζει ότι ο χριστιανός θα πρέπει να είναι ένας «μαζεμένος», πράος, ήρεμος (ίσως και δειλός;) άνθρωπος, χωρίς δυναμική. Αυτή η άποψη είναι προφανώς εσφαλμένη. Το επιβεβαιώνει και ο Παύλος που στην Β’ επιστολή προς Τιμόθεον τονίζει: «ου γαρ έδωκεν ημίν ο Θεός πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως και αγάπης» (Β’ Τιμοθ. 1,7).

Ο χριστιανός δεν είναι ένας άνθρωπος με «κοιμισμένη» συνείδηση. Το ενδιαφέρον του από σωτηριολογική άποψη δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στον εαυτό  του, αλλά να επεκτείνεται και στον πλησίον του. Ωστόσο δεν θα πρέπει να αποστασιοποιείται ούτε από τα κοινωνικά προβλήματα. Μπορεί η βιοτική μέριμνα να μην τον αφήνει να είναι -όσο θα έπρεπε -ευαισθητοποιημένος κοινωνικά, οφείλει ωστόσο να μην είναι και «κοιμισμένος». Αυτό εξάλλου εννοούσε και ο Κύριος με το «μη μεριμνάτε» (Ματθαίου 6,25), που βέβαια δεν ερμηνεύεται κατά γράμμα, αλλά δίνει την προοπτική της αγωνιστικότητας για τη σωτηρία.

Η προοπτική όμως αυτή συνάπτεται με το ενδιαφέρον για το συνάνθρωπο, όπως προκύπτει από την παραβολή της Τελικής Κρίσεως: «Κύριε πότε σε είδομεν πεινώντα και εθρέψαμεν, ή διψώντα και εποτίσαμεν; Πότε σε είδομεν ξένον και συνηγάγομεν, ή γυμνόν και περιεβάλομεν; Πότε δε σε είδομεν ασθενή ή εν φυλακή και ήλθομεν προς σε; Και αποκριθείς ο βασιλεύς ερεί αυτοίς αμήν λέγω υμίν, εφ’ όσον εποιήσατε ενι τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» (Ματθ.25,37-40).

Η κοινωνική αδιαφορία, η έλλειψη ευαισθησίας για τον πλησίον  δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση γνωρίσματα του αυθεντικού χριστιανού. Εκτός πλέον κι αν ο καθένας μας διαμορφώνει ένα επιμέρους «χριστιανισμό», που τον «βολεύει», ένα χριστιανισμό με άλλα λόγια «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» μας, ήτοι στα μέτρα μας. Αυτή  η αποδοχή είναι παραλλήλως το μεγαλύτερο διακύβευμα για το σύγχρονο χριστιανισμό.

Θεωρούμενος  όμως  υπό αυτή την οπτική γωνία ο χριστιανισμός εκπίπτει σε ατομικιστικό «ιδεολόγημα», μηχανιστικό θέσφατο, σχολαστική δεοντολογία.. Είναι ένα «κτήμα» που κάποιοι κληρονόμησαν χωρίς δυστυχώς να γνωρίζουν την ουσία του και χωρίς να δείχνουν τη διάθεση να ξεκαθαρίσουν τις  αλήθειες του. Δεν θα ήταν υπερβολή αν με βάση τα παραπάνω χαρακτηρίζαμε την κοινωνία μας «μεταχριστιανική». Κύρια χαρακτηριστικά της είναι η ατομική ευαισθησία και η κοινωνική αναισθησία, ο «ωχαδερφισμός» και η επιβράβευση της ήσσονος προσπάθειας, η επίκληση του θείου μόνο όταν ο πιστός έχει την ανάγκη της μεσιτείας του. Κοντολογίς πρόκειται για έκπτωση σε θρησκειοποίηση, που δικαίως έχει χαρακτηριστεί ως «χριστιανική ειδωλολατρία» (βλ. Μ. Μπέγζου, ο .π., σελ.85).

Το «καινόν» όμως και όχι το «κενόν» της θείας ενσαρκώσεως και διδασκαλίας συνίσταται στο τρίπτυχο: ελευθερία- αγάπη- ισότητα. Αυτό είναι το ιδανικό του «καινού ανθρώπου» που ευαγγελίζεται ο Παύλος: «αποθέσθαι …τον παλαιόν άνθρωπον…και ενδύσασθαι τον καινόν άνθρωπον» (Εφ.4,22-24).Ο Ιωάννης συμπληρώνει: «Εάν ουν ο Υιός υμάς ελευθερώσει, όντως ελεύθεροι έσεσθε» (Ιω.8,36). Νέα διάσταση αποκτούν και οι σχέσεις των ανθρώπων, που τις διέπει η ισότητα: «ουκ ενι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, , ουκ ενι δούλος ή ελεύθερος ,ουκ ενι αρσεν και θήλυ πάντες γαρ υμείς εις εστε εν Χριστώ Ιησού»(Γαλ.3,28). Αξεπέραστη αρχή στις διαπροσωπικές σχέσεις είναι το «καθώς θέλετε ίνα ποιώσι υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» (Λουκ.6,31).

Αλλά και  η πατερική σκέψη είναι αγωνιστική και δυναμική. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος θα επισημάνει χωρίς περιστροφές ότι οι νόμοι είναι κατά των γυναικών διότι νομοθετούν άνδρες. Αλλά και ο Χρυσόστομος ομιλών για τους άρχοντες θα πει ότι είναι «εαυτών άρχοντες». Γνωστές είναι οι θέσεις των Πατέρων για τον πλούτο, τη φτώχια και για την κοινωνική αδικία.  Τι πιο ριζοσπαστικό από το χρυσοστομικό «όπου γαρ το εμον και το σον εκεί πάσα μάχης ιδέα και φιλονικίας υπόθεσις»;

Στο σημείο αυτό θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει: «Για ποιο λόγο να δεχτώ την αλήθεια του χριστιανισμού ως τη μόνη αλήθεια; Γιατί να μην προσπαθήσω να την ανακαλύψω χωρίς “πατερναλισμούς”;». Η απορία αυτή που είναι βαθιά υπαρξιακή έχει να κάνει με τη διάθεση της αναζήτησης ενός εκάστου της δικής του «αλήθειας».

Σκοπός μας εδώ δεν ήταν να «αποδείξουμε» τη μοναδικότητα της χριστιανικής Αλήθειας (γεγονός αυτονόητο για τους χριστιανούς, αφού ο Χριστός είπε: «εγώ ειμι η Οδός και ηΑλήθεια και η Ζωή», Ιω.14,6) , αλλά να αναδείξουμε το δυναμικό και απελευθερωτικό χαρακτήρα της.  Εξάλλου σε θέματα πίστης, που είναι κατά το Μέγα Βασίλειο «υπέρ τας λογικάς μεθόδους», δεν υπεισέρχεται απόδειξη. Αν και το θέμα είναι ακανθώδες μια απάντηση-ίσως την πιο αυθεντική από χριστιανικής πλευράς-θα τολμούσαμε να πούμε ότι δίνει ο Σωφρόνιος του Έσσεξ:

« Η επιστήμη και η φιλοσοφία θέτουν στον εαυτό τους το ερώτημα: ΤΙ είναι αλήθεια;

Αντίθετα η γνήσια χριστιανική συνείδηση πάντοτε στρέφεται προς την αλήθεια ρωτώντας ΤΙΣ.(…)

Κατά παράδοξο τρόπο δεν αντιλαμβάνονται τον αφηρημένο χαρακτήρα του ΤΙ τους. Δεν αντιλαμβάνονται ότι η Αλήθεια η συγκεκριμένη, η απόλυτη, μπορεί να είναι μόνο ΤΙΣ».

(«Ο Άγιος Σιλουανός»,σελ.135 κ.ε.)

Στον αντίποδα μια  φιλοσοφική-ανθρωποκεντρική απάντηση θα μπορούσε να είναι τα παρακάτω λόγια του καθηγητή Δ. Λιαντίνη:

«Γιατί η διαφορά η τρομερή εστάθηκε ότι οι ποιητές,

που μοιάζαν την αλήθεια, είπανε ψέματα.

Εγώ όμως που μοιάζει με τα ψέματα,

έζησα την αλήθεια»

(«Γκέμμα»,σελ.255)

Ο Χριστιανισμός εν κατακλείδι είναι δυναμικός, διδάσκει την ελευθερία και την αγάπη. Πρόκειται για αρχές ρηξικέλευθες αιώνια επίκαιρες και σταθερές, που δεν έχουν καμία σχέση με «όπια»,«υπνώσεις» συνειδήσεων και τα τοιαύτα.

Αυτό εξάλλου καταφαίνεται από το γεγονός ότι το χριστιανικό μήνυμα μένει ζωντανό σε κάθε εποχή σε  αντίθεση με τις «κοσμικές» ιδεολογίες, που έρχονται και παρέρχονται.

Μόλις που χρειάζεται να αναφέρουμε ότι η εν λόγω ρήση του Μάρξ έχει άμεση σχέση με την κατάπτωση της δυτικής μεταφυσικής, που ο ίδιος, ως γνήσιο τέκνο της Δύσης, βίωσε.

Εν κατακλείδι: Το «καὶ εἶχον ἅπαντα κοινά» (Πρ.2, 44) στη Vulgata αποδίδεται » et habebant omnia communia«.

2006

Νόρμαν Μέιλερ “Περί Θεού”: Kριτική αποτίμηση

Νόρμαν Μέιλερ, Περί Θεού,μετάφραση Ιλάειρα Διονυσοπούλου, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2008,ISBN 978-960-03-4683-1.

Του Γ.Μ.Βαρδαβά

Πρόσφατα κυκλοφόρησε στη χώρα μας σε μετάφραση το κύκνειο άσμα του γνωστού αμερικανού συγγραφέα Νόρμαν Μέιλερ. Τίτλος του “Περί Θεού”. Περιλαμβάνει εκτεταμένες συζητήσεις του συγγραφέα με τον ηθοποιό Μάικλ Λένον. Δεν προκαλεί εντύπωση που ένας πρώην “άθεος” θέλει να δώσει απαντήσεις στο περί Θεού ερώτημα. Εξάλλου τα μυθιστορήματα του Μέιλερ κατά καιρούς περιείχαν τις θεολογικές του θέσεις.

Διαβάζοντας το “Περί Θεού” δεν θα μπορούσα να μη διαφωνήσω σε αρκετά σημεία του έργου:

1. Πρώτο σημείο διαφωνίας είναι η προσπάθεια εκ μέρους του Ν.Μ.  να αναδείξει το νεογνωστικισμό ως απάντηση στα υπαρξιακά ερωτήματα των καιρών μας. Φαίνεται καθαρά η ατομοκεντρική οπτική του. Υιοθετεί το γνωστικισμό ως όχημα για την καταξίωση του “εγώ”. Έτσι φτάνει σε απαράδεκτες “ισαριθμίες”. Δεν θεωρεί το Θεό παντοδύναμο, ούτε και πανάγαθο (η ιδέα αυτή βέβαια δεν είναι καινούργια: ας θυμηθούμε τον Μπερξόν και κυρίως τον Καζαντζάκη). Από την άλλη πλευρά, τη θεολογική του αντίληψη διακατέχει η επί ίσοις όροις πάλη Θεού και διαβόλου. Δεν θεωρεί το Θεό τέλειο. Απλά τον δέχεται σαν καλλιτέχνη (θυμίζει στο σημείο αυτό τον Πλάτωνα), που όμως “κάνει λάθη”.

2. Ο χριστιανισμός που γνωρίζει ο Ν.Μ. είναι ένας δυτικότροπος και σχολαστικός χριστιανισμός. Αγνοεί την ορθοδοξία, αν και σχεδόν την επικαλείται κάνοντας λόγο για θεολογία “της απουσίας”. Ωστόσο η αποφατική θεολογία ως θεολογικός δρόμος είναι γνωστή στην ορθόδοξη παράδοση ήδη από την εποχή των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων. Αν  ο Ν.Μ. την αγνοεί, είναι μια άλλη ιστορία. Κανείς  άνθρωπος δεν είναι παντογνώστης. Πολλοί πάντως μπερδεύουν τον αυθεντικό χριστιανισμό με τις ποικίλες παραφθορές του. Πολλώ μάλλον άνθρωποι σαν τον Μέιλερ, που τον έχουν γνωρίσει μόνο στη δυτικότροπη εκδοχή του: καθολική ή προτεσταντική το πολύ. Δικαίως λοιπόν ασκεί σε πολλά σημεία κριτική, αλλά δυστυχώς φαίνεται ν’ αγνοεί ότι υπάρχει και “κάτι άλλο”, παρά τη “μειοψηφικότητα” του.

3. Η αναγνώριση εκ μέρους του Ν.Μ. της “ανωτερότητας του ιουδαϊσμού” μόνο σε προβληματισμό  μπορεί να μας οδηγήσει. Δεν διαφωνεί κανείς πως η συμβολή του ιουδαϊσμού στο μονοθεϊσμό είναι καταλυτικής φύσης. Ωστόσο ο ιουδαϊσμός στην εξέλιξή του προσέλαβε και πολύ “τυπολατρία” και ακόμα περισσότερο “νομικισμό”, αλλά και άλλα αρνητικά στοιχεία που έκαναν το νεαρό Μάρξ να γράψει ένα λίβελλο εναντίον του (το γνωστό μας “Εβραϊκό Ζήτημα”). Προσέτι δεν είναι δυνατόν η Παλαιά Διαθήκη με τις σκληρές περιγραφές της να θεωρείται “ανώτερο” κείμενο από την “ψεύτικη”(!!!), κατά τον Ν.Μ., Καινή Διαθήκη. Για μας φυσικά δεν τίθεται θέμα ανωτερότητας αλλά αλληλοσυμπλήρωσης των δυο Διαθηκών. Κατανοητή καθίσταται ωστόσο η στάση του συγγραφέα, δοθέντος ότι ανετράφη σε ιουδαϊκό περιβάλλον. Μπορεί να βαριόταν στη συναγωγή, όπως αναφέρει σε κάποια συνέντευξή του, αλλά αλλού λέει για την ευσέβεια της οικογένειάς του και κυρίως του πατέρα του, που  διατέλεσε και ραββίνος. Κατά συνέπεια δεν μπορεί στο σημείο αυτό να θεωρηθεί αντικειμενικός (αν νομιμοποιούμαστε βέβαια να κάνουμε λόγο για αντικειμενικότητα σε θέματα πίστεως και πεποιθήσεων γενικότερα˙  πρόκειται για την κλασική κατάφαση στην αλήθεια όλων όσων θρησκεύουν˙ δεν λένε απλά ότι μετέχουν στην  αλήθεια, αλλά ότι κατέχουν όλη την αλήθεια). Από  την  άλλη το θετικό είναι ότι τοποθετείται αρνητικά και έναντι του μηδενισμού και της “αθεΐας”.

4. Η απαξίωση της αγιότητας, με κυνικό μάλιστα τρόπο, από τον Ν.Μ. μας βάζει σε πολλές σκέψεις. Δέχεται την αγιότητα σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις, αλλά και εκεί οι απόψεις του είναι συγκεχυμένες. Η ειρωνική διατύπωση του ερωτήματος “πού πάνε οι άγιοι” προκαλεί θυμηδία και η κριτική του στην αυθαίρετη δυτικότροπη αντίληψη περί “περίσσειας” στις αξιομισθίες των αγίων δεν αφορά τον ορθόδοξο χριστιανισμό, που απορρίπτει ως αιρετική αυτή τη θέση. Όλα αυτά δείχνουν τουλάχιστον άγνοια της αυθεντικής διάστασης της αγιότητας. Αλλά και τα σημεία, όπου φαίνεται ν’ αναγνωρίζει πτυχές της αγιότητας, τα συνοδεύει με αφορισμούς περί “παθητικότητας” και αδυναμίας προσπαθώντας να επαναφέρει στην επικαιρότητα τη βιταλιστική αθεΐα του Νίτσε ή έστω τις βασικές πτυχές της διδασκαλίας του Νίτσε περί “υπερανθρώπου”.

5. Στο ζήτημα της θεοδικίας δίνει διάφορες διαστάσεις. Ωστόσο φαίνεται ν’ απεχθάνεται μετά βδελυγμίας την άποψη για το “μυστήριο του Θεού” και τις “άγνωστες βουλές του Κυρίου”, που “βολεύουν τους παπάδες” αλλά δεν δίνουν απαντήσεις. Προβάλλει διάφορες άλλες απαντήσεις στο πρόβλημα της θεοδικίας, που ποτέ δεν προβλήθηκαν ούτε υιοθετήθηκαν από την ορθόδοξη πατερική θεολογία και παράδοση και καμία σχέση δεν έχουν με το πνεύμα του αυθεντικού χριστιανισμού.

6. Η αποδοχή της θεωρίας της μετενσάρκωσης, ως απάντησης για το τι γίνεται μετά θάνατον, σαφώς και δεν ικανοποιεί σχεδόν κανένα σοβαρά προβληματιζόμενο για τα πνευματικά ζητήματα.

Θα μπορούσαν να αναφερθούν και άλλα σημεία διαφωνίας, αλλά κρίνουμε σκόπιμο να μην τον “διαφημίσουμε” άλλο. Στα υπαρξιακά ερωτήματα δεν υπάρχει μόνο μια απάντηση. Άλλο αν ο Ν.Μ. κατηγορεί την εκκλησία για “κατασκευή απαντήσεων”. Εξάλλου η αποφατική θεολογία δεν εξαντλεί την αλήθεια στη διατύπωση της αλλά αναδεικνύει το άρρητο, το “άκτιστο”. Δεν πρόκειται για μια δυτικότροπη “θεολογία των αρνήσεων”, αλλά για κατάφαση στο ακατάληπτο του Θεού, στο μεγαλείο του μυστηρίου Του. Κοντολογίς είναι η διάκριση μεταξύ του “τι” της αληθείας και του “ΤΙΣ έστιν η  Αλήθεια”, που οφείλουμε στη σοφία του γέροντος Σωφρονίου του Essex.

Το σημείωμα αυτό αρχικά δημοσιεύθηκε στην ΟΟΔΕ.

Ποδοσφαιρικά αξιοπερίεργα

Στο βιβλίο του γνωστού αθλητικογράφου Χρήστου Σωτηρακόπουλου με τίτλο «Παιχνίδι χωρίς όρια» (εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2008) πληροφορούμαστε την εξής απίστευτη ιστορία:

Για τρεις συνεχόμενες περιόδους (1955-56, 1956-57 και 1957-58) συναντήθηκαν στον τρίτο γύρο του Κυπέλλου Αγγλίας η Κάρντιφ με τη Λιντς!  Θα πείτε: και τι έγινε; Λοιπόν και στα τρία ματς κέρδισε η Κάρντιφ και μάλιστα με το ίδιο σκορ (2-1)! Πρόκειται για τις πιο αξιοπερίεργες συμπτώσεις στην ιστορία όχι μόνο του Κυπέλλου Αγγλίας, αλλά και ολοκλήρου του ποδοσφαίρου.

Όπως σημειώνει ο συγγραφέας (ο. π., σελ.68) «η πιθανότητα να έρχεται η Λιντς ως γηπεδούχος αντιμέτωπη με την Κάρντιφ Σίτι στον τρίτο γύρο του Κυπέλλου Αγγλίας για τρεις συνεχείς χρονιές ήταν στατιστικά μια στα δυο εκατομμύρια»(!). «Ποτέ μη λες ποτέ», λοιπόν, είναι το συμπέρασμα που βγαίνει.

Ένα άλλο αξιοπερίεργο ήταν ότι στις δυο πρώτες συναντήσεις το ημίχρονο ήταν 0-0 και το τελικό σκορ 1-2. Στην τελευταία συνάντηση της περιόδου 1957-58 το τελικό 1-2 διαμορφώθηκε από το πρώτο ημίχρονο!

Θα πει κάποιος: γιατί μας τα λέτε όλα αυτά; Μήπως για να γίνουμε φαταλιστές; Η απάντηση βέβαια είναι αρνητική. Ίσα-ίσα που αυτές οι συμπτώσεις έχουν γίνει το συστατικό στοιχείο που κάνει το συγκεκριμένο άθλημα να μας συγκινεί  και να είναι με διαφορά «ο βασιλιάς των σπορ».

Τέτοια γεγονότα και πολλά αλλά ακόμη είναι που ενισχύουν την αποδοχή του ποδοσφαίρου από ολόκληρο τον κοινωνικό ιστό. Το ποδόσφαιρο μας ενώνει ανεξάρτητα από κοινωνική καταγωγή, εθνικότητα, θρησκεία ή άλλες ετερότητες.

18-11-2010

Γ.Μ.Βαρδαβάς

Πρώτη δημοσίευση στην ηλεκτρονική εφημερίδα του 1ου ΕΠΑΛ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣ.

Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκὶ : Πορεία προς τα Χριστούγεννα

Στιγμές που σηματοδοτούν
πιο βαθιά και πιο πλατιά
μια σταθερή απώλεια.
Μέρα με τη μέρα,
χρόνο με το χρόνο
βιώνω τη σταθερή απώλεια.
Με τρομάζουν του ποιητή τα λόγια:
Ανέβασα τη στάχτη μου στο βουνό και σώπασε για πάντα


Ζούμε στον αιώνα της υπερβολής και της «απώλειας». Ο σύγχρονος άνθρωπος ή «μονοφυσίτης» θα είναι ή «μανιχαίος». Μάλιστα τις περισσότερες φορές με επιδερμικό τρόπο. Προς τι όμως το αφοριστικόν του ύφους;
Με δεδομένο ότι τα Χριστούγεννα πλησιάζουν αναρωτιέμαι αν ο μέσος «πιστός» έχει προσπαθήσει έστω και λίγο να συλλάβει το πραγματικό τους νόημα ή αρέσκεται σε μια καταναλωτική ομφαλοσκοπία, που πρόσκαιρα σχετικοποιεί την ανεστιότητα και την αλλοτρίωση του.
Ιδού! O Santa Claus αντικαθιστά το Μέγα Βασίλειο και η CocaCola του φορά κόκκινα ρούχα. Η Νέα Υόρκη «δεντροστολίζεται» και τα μικρά παιδάκια θέλουν «γλειφιτζούρι», που ο «γερό-λαδάς» το υπερτιμά. Κι ακόμα: ο υποκριτής «καρχαρίας», που καταδυναστεύει όλο το χρόνο τους πάντες θυμάται για μια μέρα τη φιλανθρωπία, όχι από ανθρωπιά αλλά από εγωισμό! Ω! τι κόσμος μπαμπά!
Είναι γεγονός ότι το βαθύτερο νόημα της εορτής των Χριστουγέννων θα πρέπει να αναζητηθεί στο μυστήριο της θείας ενανθρωπήσεως:
«Ὁ λόγος γὰρ ἐνηνθρώπησεν ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν» (Μ. Αθανάσιος).
***
« Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν. καὶ ἐθεασάμεθα τήν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας» (Ιω. 1,14).
Ο Ιησούς, «το φως του κόσμου» , ο «άρτος της ζωής», ο Νέος Αδάμ εγκαινιάζει με την ενανθρώπηση Του τη Βασιλεία του Θεού και φέρνει την καταλλαγή μεταξύ Θεού και πεπτωκότος ανθρώπου. Ο Ιησούς είναι Αυτός, που δια της άκρας ταπεινώσεως Του δίνει νόημα στην ύπαρξη του ανθρωπίνου προσώπου. Ταπεινώνεται εξ αγάπης για να υψωθεί ο άνθρωπος στο αρχικό του μεγαλείο.
Ας θυμηθούμε εδώ τα λόγια του Γέροντος Σωφρονίου του Essex: «Ο Θεός είναι ο Έτερος και, συγχρόνως, ο εμός».
Τα Χριστούγεννα σηματοδοτούν την υπαρξιακή ελπίδα του ανθρώπου ακόμα και στους χαλεπούς καιρούς μας. Ας κάνουμε την υπέρβαση στην φίλαυτη νοοτροπία που χαρακτηρίζει τις μέρες μας, καλλιεργώντας την ψυχή μας και την ανθρωπιά μας. Γιατί όπως έλεγε κι ένας μεγάλος δάσκαλος, που δεν είναι πια μαζί μας «τίποτε άλλο δεν είναι ο άνθρωπος παρά ο σκοπός του».
Καλά Χριστούγεννα
21-12-2006
Γ.Μ.Βαρδαβάς

«Νέο Λύκειο»: από την παιδεία των αξιών και της ελευθερίας στη δουλεία των «δεξιοτήτων»

Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς
Κατά Ἰωάννην 8, 32
Α
Το σχέδιο επί χάρτου και η αντίδραση του Υπουργείου


Με μεγάλο ενδιαφέρον παρακολουθούμε τις τελευταίες ημέρες τον καταιγισμό αντιδράσεων για το «σχέδιο» που αφορά στο «νέο Λύκειο». Φυσικά δεν μπορούμε να έχουμε ολοκληρωμένη εικόνα για τις προθέσεις του Υπουργείου, δοθέντος ότι το τελευταίο σε σχετικό με το θέμα δελτίο τύπου (7-10-2010) φαίνεται να κρατάει αποστάσεις από τους εισηγητές του «σχεδίου». Λέει λοιπόν το Υπουργείο:
«Το κείμενο σχετικά με τις σχεδιαζόμενες αλλαγές στο Λύκειο που είδε το φως της δημοσιότητας, αποτελεί πρόταση μιας Επιτροπής και όχι απόφαση του Υπουργείου Παιδείας.
Οι προτάσεις του Υπουργείου Παιδείας για το Νέο Λύκειο, οι οποίες είναι υπό διαμόρφωση,  θα δοθούν προς  διαβούλευση – όπως γίνεται και με κάθε νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου- εντός του Οκτωβρίου».

Β’
Ο μεταπρατικός χαρακτήρας του σχεδίου


Επειδή όμως «όπου υπάρχει καπνός, υπάρχει και φωτιά» ο εφησυχασμός δεν είναι καλός σύμβουλος. Ας ξεκινήσουμε από τον οφθαλμοφανή μεταπρατικό χαρακτήρα του σχεδίου. Η Π. Στεφανάκου (στο άρθρο » Εκτός Λυκείου η γενική παιδεία«, εφημ. «Αυγή», 5-10-2010) παρατηρεί μεταξύ άλλων τα εξής:
«Την κατάργηση του Λυκείου ως αυτόνομης εκπαιδευτικής βαθμίδας με τη δική της αποστολή προωθεί το υπουργείο Παιδείας με το νέο σχέδιο προγράμματος για το νέο σχολείο που δημοσιοποιήθηκε με τη γνωστή μέθοδο των διαρροών. Η γενική παιδεία στην ουσία σταματά στο Γυμνάσιο, όπου η παρεχόμενη εκπαίδευση είναι υποχρεωτική. Το Λύκειο θα είναι πλέον προπαρασκευαστικό κέντρο που θα λειτουργεί με ελάχιστα υποχρεωτικά μαθήματα, κοινά για όλους τους μαθητές, και πολλά μαθήματα επιλογής. Ολόκληροι επιστημονικοί κλάδοι εξοβελίζονται ουσιαστικά από το πρόγραμμα καθώς ένας μαθητής μπορεί να φοιτήσει στο Λύκειο και να ολοκληρώσει τις σπουδές του χωρίς να επιλέξει κανέναν απ’ αυτούς. Το Λύκειο γίνεται πλέον σχολείο εξειδίκευσης, όπου οι μαθητές σε πολύ νεαρή ηλικία θα είναι υποχρεωμένοι να κάνουν επιλογές ζωής.
Το πρόγραμμα, που σχεδιάζεται από την Θ. Δραγώνα, αποτελεί στην ουσία αντιγραφή του Ιντερνάσιοναλ Μπακαλορεά, το οποίο λειτουργεί σε ακριβά ιδιωτικά σχολεία προκειμένου οι γόνοι των οικονομικά εύπορων οικογενειών να εξασφαλίσουν θέση σε πανεπιστήμια του εξωτερικού χωρίς να περάσουν από την ψυχοφθόρα διαδικασία των πανελλαδικών εξετάσεων, όπου μένεις εκτός για ένα μόριο».
Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι πολλά. Ας δούμε μερικά:
1. Ποιόν ή ποιούς «ενοχλεί» η Γενική Παιδεία και η στοιχειώδης καλλιέργεια;
2. Τι τύπο σχολείου θέλουμε; Ένα σχολείο που θα μορφώνει το νέο άνθρωπο και θα τον καθιστά ολοκληρωμένη προσωπικότητα ή ένα σχολείο «εξειδίκευσης», ένα σχολείο «δεξιοτήτων» και δουλοπρεπούς αμάθειας;
3. Ταιριάζει η μεταπρατική υιοθέτηση του μοντέλου «Ιντερνάσιοναλ Μπακαλορεά» με τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος;
4. Με ποιά λογική επιλέχθηκαν τα συγκεκριμένα «υποχρεωτικά μαθήματα» και για ποιό λόγο υποβαθμίζονται τόσοι επιστημονικοί κλάδοι (Βιολογία, Χημεία,  Πληροφορική, Ιστορία);
5. Για ποιο λόγο το μάθημα των Θρησκευτικών σχεδόν εξοβελίζεται από το «νέο Λύκειο»;
Γ’
Η καταστρατήγηση της ελευθερίας του προσώπου
και το ευρωπαϊκό πρόταγμα


Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι «τίποτα δεν είναι σίγουρο«, θα πρέπει το όλο θέμα να μας προβληματίσει. Το πρόταγμα του φερόμενου «νέου Λυκείου» φαίνεται να είναι όχι η ελευθερία του προσώπου και η καλλιέργεια αξιών και κριτικής σκέψης, αλλά η χρησιμοθηρία και η γονιμοποίηση των «δεξιοτήτων», που θα καταστήσουν το νέο άνθρωπο έρμαιο στις ορέξεις αδηφάγων «εργοδοτών», που δεν θα προσφέρουν «εργασία», αλλά «απασχόληση». Σας φαίνεται περίεργο; Τότε γιατί μεταξύ των υποχρεωτικών μαθημάτων προτείνεται η Φυσική Αγωγή; Για…λόγους υγείας; Ας μην γελιόμαστε! Είναι φανερό ότι στους χαλεπούς καιρούς μας κάποιοι «χρειάζονται» άβουλα άτομα και όχι ελευθέρως σκεπτόμενα πρόσωπα. Τα θέλουν «γυμνασμένα» για ν’ «αντέχουν» τις άπειρες ώρες απασχόλησης με μισθό πείνας και με γνώση «ξένων γλωσσών» για να’ ναι τα γκαρσόνια των ευρωπαίων εύπορων «εταίρων».
Αλλά για ποια «Ευρώπη» μιλάμε; Στο σημείο αυτό το λόγο  θα πάρει ο μεγάλος σλοβένος στοχαστής Σλ. Ζίζεκ:
Η Ευρώπη είναι νεκρή- εντάξει, αλλά ποια Ευρώπη; Η απάντηση είναι: η μετα- πολιτική Ευρώπη της προσαρμογής στην παγκόσμια αγορά, η Ευρώπη που επανειλημμένα «μαυρίστηκε» στα δημοψηφίσματα, η Ευρώπη της τεχνοκρατίας των Βρυξελλών. Η Ευρώπη που παριστάνει τον εκπρόσωπο του ψυχρού, ευρωπαϊκού Λόγου απέναντι στο ελληνικό πάθος και την ελληνική διαφθορά, το μαθηματικό πνεύμα απέναντι στη συγκινησιακή μέθη. Ωστόσο, όσο ουτοπικό κι αν ακούγεται, το έδαφος είναι ακόμη ελεύθερο για μια άλλη Ευρώπη: μια εκ νέου πολιτικοποιημένη Ευρώπη, θεμελιωμένη πάνω σε ένα συλλογικό σχέδιο χειραφέτησης (Σλ. Ζίζεκ, Μόνιμη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, στο περιοδικό New Left Review No 64, Ιούλιος- Αύγουστος 2010, μετάφραση Πέτρος Παπακωνσταντίνου).

Λίγη προσοχή αν δώσουμε στα λόγια του Ζίζεκ βλέπουμε ότι η διαφορά νοοτροπίας Ανατολής-Δύσης καλά κρατεί. Στη δύση το πρόταγμα είναι η δια της cogito εργαλειακή σκέψη («ψυχρό Λόγο» και «μαθηματικό πνεύμα» το λέει ο Ζίζεκ σε αντιδιαστολή -κι εδώ είναι το σημαντικό -με το «ελληνικό πάθος», που είναι ο λόγος του λόγου).

Λίγο παρακάτω ο Ζίζεκ κάνει την εξής σημαντικότατη διαπίστωση, που νομίζω εξηγεί πολλά και για το θέμα που μας απασχολεί:
Ένα πράγμα είναι σαφές: Μετά από δεκαετίες κράτους πρόνοιας, κατά τις οποίες οι περικοπές ήταν σχετικά περιορισμένες και συνοδεύονταν από την υπόσχεση ότι τα πράγματα θα επέστρεφαν σύντομα στη φυσιολογική τους κατάσταση, μπαίνουμε τώρα σε μια περίοδο όπου ένα ορισμένο είδος οικονομικής κατάστασης εκτάκτου ανάγκης γίνεται μόνιμο καθεστώς, σταθερά της ύπαρξης, τρόπος ζωής. Φέρνει μαζί της την απειλή πολύ περισσότερο άγριων μέτρων λιτότητας, ακρωτηριασμών κατακτήσεων, συρρίκνωσης των υπηρεσιών υγείας και παιδείας, περισσότερο προσωρινής απασχόλησης (βλ. Σλ. Ζίζεκ, ό. π).
Και ο Ζίζεκ καταλήγει:
Σήμερα δεν ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε, αλλά οφείλουμε να δράσουμε τώρα, γιατί οι επιπτώσεις της μη δράσης θα είναι ολέθριες. Θα αναγκαστούμε να δράσουμε «σαν να είμαστε ελεύθεροι». Θα χρειαστεί να ρισκάρουμε κάνοντας βήματα στην άβυσσο, σε εντελώς απρόσφορες συνθήκες. Θα πρέπει να επανεφεύρουμε πλευρές του καινούργιου, μόνο και μόνο για να συντηρήσουμε τη λειτουργία του μηχανισμού και να διασώσουμε ότι καλό υπήρχε στο παλιό- εκπαίδευση, σύστημα υγείας, βασικές κοινωνικές υπηρεσίες(Ζίζεκ,ό.π.).
Δεν τα λέμε εμείς, δεν τα λένε οι «ταλιμπάν», δεν τα λένε οι «νεορθόδοξοι» (τι αδόκιμος όρος κι αυτός!) τα λέει ένας ουδέτερος παρατηρητής, ένας αδέσμευτος στοχαστής.

Δ’

Ο εξοβελισμός της συλλογικής μνήμης


Ο αείμνηστος Κώστας Αξελός έλεγε παλιότερα ότι από τον Έλληνα» φαίνεται να λείπει η σκέψη». Αν η διαπίστωση του μεγάλου φιλοσόφου ισχύει, τότε φαίνεται ότι το επόμενο «θύμα» θα πρέπει να είναι η συλλογική μνήμη. Πως αλλιώς να εξηγήσει κανείς τον εξοβελισμό της νεώτερης ιστορίας του λαού μας, που επιχειρεί το εν λόγω «σχέδιο» για το «νέο Λύκειο»; Χωρίς όμως συλλογική μνήμη η εθνική μας επιβίωση διακυβεύεται. Μπορεί σε κάποιους αυτές οι σκέψεις να φαίνονται «εθνοκεντρικές». Δικαίωμα τους, ο καθένας μπορεί να έχει την άποψη του. Όμως η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: το γεωπολιτικό τοπίο γνωστό, οι αξιώσεις κυριαρχίας δεδομένες (βλ. ιδεολόγημα Νταβούτογλου). Καλοί λοιπόν οι θεωρητικοί «μεταμοντερνισμοί» και οι άκριτες υιοθετήσεις των χομπσμπαουμικών ιδεολογημάτων τύπου «έθνους-ονείρου», καλλίστη όμως η πραγματικότητα: δεν είμαστε ούτε Ελβετία, ούτε Σουηδία. Η στρατηγική θέση της χώρας «ανοίγει την όρεξη» σε πολλά συμφέροντα. Αλλά ας αφήσουμε τις γεωπολιτικές αναλύσεις στους ειδικούς επιστήμονες και στους διπλωμάτες και ας επανέλθουμε με μερικά  ερωτήματα:
  • Τελικά ποιοι είμαστε;
  • Έχουμε ταυτότητα, ρίζες, ιστορία, πολιτισμό, ορθοδοξία;
  • Αν ναι, γιατί δεν τα αναδεικνύουμε; Τι φοβόμαστε;
  • Υπάρχει ανθρωποκεντρικό κεκτημένο, οικουμενικό, συλλογικό, ναι ή όχι;
Μια παρατήρηση του Θ.Ι. Ζιάκα ίσως διαφωτίσει κάπως το θέμα μας:
Σταθερός άξονας της νεοελληνικής εθνικής ταυτότητας είναι ο εκνεωτερισμός, ενώ η νοηματοδότησή της προσλαμβάνει διαδοχικά τις τρεις γενικές μορφές: Στην ηρωική εποχή κυριαρχεί η Μεγάλη Ιδέα: Απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό. Η Ελλάδα «πρότυπο βασίλειο στην ανατολή». Φάρος εκνεωτερισμού. Μετά την εθνική καταστροφή του 1922 και ως την εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο, το 1974, κυριαρχεί ο εθνοφυλετισμός. Είμαστε Έλληνες γιατί ρέει ελληνικό αίμα στις φλέβες μας. Όχι γιατί μετέχουμε ελληνικής παιδείας. Από το 1974 και έπειτα κυριαρχεί ο εθνομηδενισμός.(Θ. Ι. Ζιάκας, Η εξ ανατολών απειλή και οι δυνατότητες μας, στην ιστοσελίδα του Αντιφώνου. Πρβλ. και Σπ. Κουτρούλη, Οι ιδεολογικές διαστάσεις του εθνομηδενισμού, στην ιστοσελίδα του συγγραφέα).

Ε’

Οι αιτίες του εξοβελισμού του θρησκευτικού μαθήματος


Είναι προφανές ότι το μάθημα των Θρησκευτικών «ενοχλεί» και γι’ αυτό έχει «επικηρυχθεί» από πολλούς και διάφορους, αλλά ουχί «αδιάφορους», εδώ και αρκετά χρόνια. Τι να πρωτοθυμηθούμε; Τη συστηματική προσπάθεια υποβάθμισης του με ποικίλους τρόπους (μείωση ωρών, εγκύκλιοι -εν μέσω θερινής ραστώνης- περί «εύκολης» απαλλαγής, πλημμελής διδασκαλία του στο Δημοτικά, νέο-«εικονομαχικά» φαινόμενα κ. α. π.); Την περίφημη «θέση» της ΟΛΜΕ πρόπερσι το Σεπτέμβρη; Από πού κι ως αποφαίνεται η ΟΛΜΕ για τα θέματα αυτά; Με ποια αρμοδιότητα και με ποια επιστημονική βάση; Συνδικαλιστικό σωματείο είναι, όχι επιστημονική ομάδα. Και γιατί ειδικά για τα Θρησκευτικά; Οι θεολόγοι δεν θεωρούνται συνάδελφοι τους; Ας το ξεκαθαρίσουν… Η ΕΛΜΕ Χανίων, από την άλλη, ξαφνικά «έλυσε»… όλα τα προβλήματα του κλάδου και ασχολείται πλέον μόνο με… τις «απαλλαγές»; Πότε επιτέλους θα σοβαρευτούμε σ’ αυτό τον τόπο; Μια ζωή θα ισχύει το «είσαι ό,τι δηλώσεις;».
Ας πάμε όμως παρακάτω. Δεν θα μείνω στη θλιβερή επικαιρότητα. Το είπαμε και παραπάνω: το μάθημα εξοβελίζεται τελείως από το Λύκειο, ύστερα από την αποτυχημένη προπέρσινη προσπάθεια των «αρμοδίων» να το καταστήσουν «επιλεγόμενο», μέσω των γνωστών τριών εγκυκλίων. Τώρα βιώνουμε τα χειρότερα… Το μάθημα καθίσταται οιονεί «επιλεγόμενο» και στην πράξη «καταργούμενο».

Ο στόχος της σύνολης πολεμικής κατά του μαθήματος (αλλά και κατά της γενικής παιδείας ευρύτερα) είναι καθαρά ιδεολογικός. Με άλλα λόγια υπάρχει διακύβευμα: η ελευθερία του προσώπου, η ελευθερία του ανθρώπου. Είναι ξεκάθαρο. Ο χριστιανισμός έχει πρόταση ζωής, που νικά το θάνατο. Η ελευθερία του προσώπου είναι το βασικό πρόταγμα του. Από το Σάρτρ μάθαμε κάποτε ότι «ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος». Υπάρχει στις μέρες μας ελευθερία; Ή οι καιροί απαιτούν την ανάσχεση της, χάριν της «ασφάλειας»; (Ξέρω, ξέρω είμαι «ρομαντικός», «εκτός τόπου και χρόνου», «εκτός εποχής», «οπισθοδρομικός».).

Από την άλλη πλευρά στην ύστερη νεωτερικότητα βιώνουμε την «έκλειψη του υποκειμένου» (κατά την ορθή ορολογία του Θ. Ι. Ζιάκα), τη λογική της ισχύος και της επικράτησης των «νικητών», την απροκάλυπτη απεμπόληση της ιδιοπροσωπίας, της παράδοσης, της τοπικής, εθνικής και προσωπικής ετερότητας, τη συστημική και θεσμική απροσωπία, την αποθέωση του «ατόμου», τη «βιταλιστική» επιβολή των ολίγων εις βάρος των πολλών, την αποδόμηση κάθε κοινωνικού και κοινωνιοκεντρικού πόλου από τη σύγχρονη πολιτική, την επιβολή εν τέλει των προταγμάτων της «αγοράς» ως απολύτου δόγματος καθολικής και αδιαμφισβήτητης αξίας.
Η ελευθερία, η εργασία, η παιδεία, τα δικαιώματα του ανθρώπου, η εθνική κυριαρχία μπαίνουν με κάθε τρόπο (θεμιτό και αθέμιτο) σε δεύτερη μοίρα. Σημασία έχει η ισχύς και το κέρδος. Μας λένε: «Να είσαι ο εαυτός σου», και εννοούν «ό,τι προτάσσει το συμφέρον σου». Προσπαθούν να αποκόψουν την κοινωνία από τις διαχρονικές πανανθρώπινες αξίες προκειμένου να τους κάνουν όλους «ίδιους»: να διαμορφώσουν άβουλους (άρα υπάκοους) καταναλωτές, ανθρώπους χωρίς σκέψη και όραμα.  Μπορεί όλα αυτά να φαίνονται «θεωρητικά». Ωραία λοιπόν. Για να δούμε τι λένε επ’ αυτών καταξιωμένοι στοχαστές.
Ο Μαξ Χορκχάιμερ στο γνωστό έργο του Η Έκλειψη του Λόγου (εκδ. Κριτική, Αθήνα 1987,μετάφραση: Θ. Μίνογλου) αναφέρει μεταξύ άλλων:
Η ατομικότητα προϋποθέτει την εκούσια θυσία της άμεσης ικανοποίησης χάριν της ασφάλειας, της υλικής και πνευματικής συντήρησης της ίδιας της ύπαρξης(…) Επομένως, η ατομικότητα στις μάζες είναι σαφώς λιγότερο ολοκληρωμένη και λιγότερο διαρκής απ’ όσο είναι στη λεγόμενη ελίτ. Από την άλλη πλευρά, η ελίτ πάντα ήταν πολύ πιο απορροφημένη από στρατηγικές για την απόκτηση και τη διατήρηση δυνάμεως. Η κοινωνική ισχύς σήμερα περισσότερο παρά ποτέ διαμεσολαβείται από την επιβολή πάνω στα πράγματα (μν. έργον, σελ. 160-161).
Για το θέμα της «εξατομίκευσης» στο χριστιανισμό ο Χορκχάιμερ αποφαίνεται τα ακόλουθα:
«Στον χριστιανισμό το ανθρώπινο εγώ και η πεπερασμένη φύση δεν βρίσκονται σε διαφωνία όπως ήσαν στον αυστηρό εβραϊκό μονοθεϊσμό.(…). Ο Χριστιανισμός, σε έντονη αντίθεση με τις αντίπαλες του θρησκείες και με τις ελληνιστικές ηθικές φιλοσοφίες, συνδέει την απάρνηση, την τιθάσευση των φυσικών ορμών, με την οικουμενική αγάπη, η οποία κατακλύζει κάθε πράξη.(…)»(μν. έργον, σελ. 169).
Και λίγο παρακάτω:
«Με την άρνηση ακριβώς της θέλησης για επίγεια αυτοσυντήρηση χάριν της συντήρησης της αιώνιας ψυχής ο Χριστιανισμός υποστήριξε την άπειρη αξία του κάθε ανθρώπου, μια ιδέα που διείσδυσε ακόμη και σε μη χριστιανικά ή αντιχριστιανικά συστήματα του δυτικού κόσμου» (ο.π.,σελ.171).

Αυτοί δεν είναι λόγοι ενός χριστιανού «απολογητή» αλλά του Μ. Χορκχάιμερ, γνωστού θεωρητικού της «σχολής της Φραγκφούρτης».

Κάνοντας ένα βήμα παρακάτω βλέπουμε ότι στη σκέψη του μεγάλου φιλοσόφου Β. Μπένγιαμιν, αλλά και του μαθητή του Giorgio Agamben, το καπιταλιστικό σύστημα έχει και «θρησκευτικές» προκείμενες. Με τα λόγια του Agamben:
Ο καπιταλισμός ως θρησκεία (Kapitalismus als Religion) είναι ο τίτλος ενός από τα διευσδυτικότερα θραύσματα, που δημοσιεύθηκαν μετά θάνατον,  του Μπένγιαμιν. Κατά τον Μπένγιαμιν, ο καπιταλισμός δεν αντιπροσωπεύει μόνο, όπως στον Max Weber, μία εκκοσμίκευση της προτεσταντικής πίστης, αλλά αυτός ο ίδιος συνιστά ουσιαστικώς ένα θρησκευτικό φαινόμενο, που αναπτύσσεται παρασιτικώς αρχής γενομένης από τον χριστιανισμό. Ως τέτοιος, ως θρησκεία της νεωτερικότητας, αυτός προσδιορίζεται από τρία χαρακτηριστικά:
(1) Είναι μια λατρευτική θρησκεία, ίσως η πιο ακραία και απόλυτη που υπήρξε ποτέ. Τα πάντα σε αυτήν έχουν νόημα μόνο όταν αναφέρονται στην επιτέλεση μιας λατρείας, όχι εν σχέσει προς ένα δόγμα ή μια ιδέα.
(2) Αυτή η λατρεία είναι διηνεκής, είναι “ο εορτασμός και η ιερουργία μιας λατρείας sans treve et sans merci“(«δίχως διακοπή και δίχως οίκτο, αδιάκοπη και ανελέητη»). Δεν είναι δυνατόν να διακρίνουμε εδώ μεταξύ ημερών εορτής και ημερών εργασίας, αλλά υφίσταται μια μοναδική, ατελεύτητη ημέρα γιορτής, όπου η εργασία ταυτίζεται με τον εορτασμό της λατρείας.
(3)  Η καπιταλιστική λατρεία δεν αποβλέπει στη λύτρωση, ή στην εξιλέωση για μια ενοχή, αλλά στην ίδια την ενοχή. (…)
(…)Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο καπιταλισμός αποσκοπεί με όλες τις δυνάμεις του όχι στη λύτρωση, αλλά στην ενοχή, όχι στην ελπίδα, αλλά στην απελπισία. Ο καπιταλισμός ως θρησκεία δεν στοχεύει στον μετασχηματισμό του κόσμου, αλλά στον αφανισμό του, στον όλεθρο. Και η κυριαρχία του στην εποχή μας είναι σε τέτοιο βαθμό ολοκληρωτική, ώστε ακόμη και οι τρεις μεγάλοι προφήτες της νεωτερικότητας (Νίτσε, Μάρξ και Φρόυντ) συνωμοτούν, σύμφωνα με τον Μπένγιαμιν, μαζί του, είναι αλληλέγγυοι, κατά κάποιο τρόπο προς τη θρησκεία της απόγνωσης (Giorgio Agamben, Βεβηλώσεις, μετάφραση: Π. Τσιαμούρας, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2006, σελ.131-133).
Με το κομμάτι του  «κεκτημένου της Ευρώπης», που κάποιοι ανενημέρωτοι επικαλούνται εντελώς άκαιρα δεν θα ασχοληθούμε. Διαφωτιστική είναι η εργασία της Όλγας Γριζοπούλου με τίτλοΗ Θρησκευτική Εκπαίδευση (ΘΕ) και το Μάθημα των Θρησκευτικών (ΘΜ) στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου και παραπέμπουμε. Αλλού λοιπόν αυτά τα δικολαβίστικα: «μα έτσι γίνεται στην Ε.Ε.». Άλλη είναι η πραγματικότητα στην Ευρώπη,τελεία και παύλα.
Αλλά ας πάμε και στη  Γαλλία, τη χώρα  της ουδετεροθρησκίας και του -για πάνω απο 100 χρόνια – εκκοσμικευμένου λαϊκού κράτους.  Βλέπουμε τον πρόεδρο Σαρκοζύ να κάνει άνοιγμα στη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία και να αμφισβητεί το κεκτημένο της etat laique. Όπως παρατηρεί ο Κ. Χολέβας στο άρθρο του  με τίτλο Κλονίζεται το Ουδετερόθρησκο Οικοδόμημα στη Γαλλία:
«Αμφισβητώντας τα θεμέλια του ουδετερόθρησκου κράτους ο Σαρκοζί έκανε ομολογία πίστεως εκ μέρους της Γαλλίας προς την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Χαρακτήρισε την χώρα του ως πιστή θυγατέρα της Εκκλησίας εκπλήσσοντας όλους όσοι γνωρίζουν ότι ο νόμος του 1905 είχε ενοχλήσει και συνεχίζει να ενοχλεί το Βατικανό. Τόνισε ότι οι ρίζες του γαλλικού πολιτισμού είναι Χριστιανικές και κατηγόρησε τους οπαδούς του ουδετερόθρησκου κράτους ότι επεχείρησαν, χωρίς επιτυχία πάντως, να αποκόψουν αυτές τις ρίζες».

Αλλά θα αντιτείνει κάποιος ότι αυτό είναι μια επικοινωνιακού τύπου πολιτική επιλογή, που εξυπηρετεί ίσως συγκεκριμένα συμφέροντα. Ωραία λοιπόν. Ας αφήσουμε τους πολιτικούς και ας πάμε στους ανθρώπους του πνεύματος. Μια σημαντική προσωπικότητα της γαλλικής διανόησης ο Ρεζίς Ντεμπρέ, σύντροφος του Τσε Γκεβάρα, κάνει λόγο για την ανάγκη στοιχειώδους «θρησκευτικού εγγραματισμού» σε υπόμνημα του στον Υπουργό Παιδείας της Γαλλίας Ζακ Λάνγκ (2002). Το υπόμνημα κυκλοφορεί και στη χώρα μας υπό τον τίτλο Η διδασκαλία της θρησκείας στο ουδετερόθρησκο σχολείο (εκδ. Βιβλ. της Εστίας, Αθήνα 2004).

Γράφει λοιπόν ο Ντεμπρέ:

«Η αποπομπή του θρησκευτικού φαινομένου εκτός των τειχών της  ορθολογικής και της δημοσίως ελεγχόμενης μετάδοσης των γνώσεων ευνοεί την παθολογία του πεδίου αντί την εξυγίανση του.Η αγορά της ευπιστίας, ο Τύπος και τα βιβλιοπωλεία διογκώνουν με τη σειρά τους το κύμα του εσωτερισμού και του ανορθολογισμού» (μν. έργον, σελ.26).

Λίγο παρακάτω:

«Όσο ο επιστήμονας και ο πιστός δεν ακυρώνουν ο ένας τον άλλον άλλο τόσο η αντικειμενικοποιούσα και η ομολογιακή προσέγγιση δεν ανταγωνίζονται η μια την άλλη, δεδομένου ότι και οι δυο μπορούν να υπάρχουν και να ευδοκιμούν συγχρόνως (…)

Απόδειξη αυτού είναι ότι και οι δυο προσεγγίσεις μπορούν να συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο (ένας ερμηνευτής ιερών κειμένων μπορεί να διαθέτει πνεύμα κριτικό και οργανωμένο). Η οπτική της πίστης και η οπτική της γνώσης δεν συνιστούν παίγνιο μηδενικού αθροίσματος«(ό.π.,σελ. 27-28).

Ας πάμε και στην πρόταση του Ντεμπρέ (ό.π.,σελ.44):

Τώρα φαίνεται έφτασε η ώρα για τη μετάβαση από την ουδετεροθρησκία της αναρμοδιότητας («η θρησκεία δεν μας αφορά, εκ συστάσεως») σε μια ουδετεροθρησκία της κατανόησης («είναι χρέος μας να κατανοήσουμε περί τινος πρόκειται»).

Όπως σωστά παρατηρεί ο Π. Καλαϊτζίδης  «ο Ντεμπρέ εντάσσει ρητώς τη θρησκεία ως πολιτισμικό γεγονός στη δημόσια σφαίρα και προσδίδει στη μελέτη της (στο δημόσιο σχολείο) υποχρεωτικό χαρακτήρα, εν αντιθέσει πρός τη θρησκεία ή την πίστη ως λατρευτικό γεγονός, που εμπεριέχει μια προσωπική απόφαση και επιλογή και για τούτο εντάσσεται στην ιδιωτική σφαίρα» (ό.π.,σελ.84).

Τι ωραία! Στη Γαλλία (το προπύργιο της ουδετεροθρησκίας) προτείνεται ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της μελέτης του θρησκευτικού φαινομένου, έστω και με τους περιορισμούς που προαπαιτεί ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους.
Και στην «ορθόδοξη» Ελλάδα τι γίνεται; Ούτε καν υιοθετείται -έστω και κατ’ αντιγραφήστη χειρότερη περίπτωση- ένα ανάλογο μοντέλο, αλλά υιοθετείται ο πλήρης εξοβελισμός της διδασκαλίας της θρησκείας και φυσικά καταργείται το υποχρεωτικόν της θρησκευτικής εκπαίδευσης. Στην «προοδευτική» Γαλλία διαπιστώνουμε μια «αναθεμελίωση»  προς την κατεύθυνση της αξίας της μελέτης του θρησκευτικού φαινομένου. Μάλιστα αυτό είναι επιτακτική ανάγκη, κατά τον Ντεμπρέ. Στην  Ελλάδα- με σαφώς άλλα δεδομένα και άλλες προκείμενες σε σχέση με τη Γαλλία- διαπιστώνουμε «υποστροφή» πρός μια κατεύθυνση άκαιρη, ξεπερασμένη και σαφώς αταίριαστη με τις «ρίζες», το πολιτισμικό και θρησκευτικό περιβάλλον και τις αξίες της χώρας μας.

ΣΤ’
Δια ταύτα…

Θα μπορούσαν να παρατεθούν πολλές ακόμα αναφορές. Σταματάμε κάπου εδώ με την ελπίδα ότι δώσαμε κάποιους βασικούς άξονες για ένα ευρύτερο προβληματισμό. Το θέμα έχει πολλές διαστάσεις και δεν πρέπει να το δούμε στενά «συντεχνιακά». Ας ελπίσουμε ότι θα υπάρξει μια συνεννόηση για κοινή γραμμή αντίδρασης τόσο μεταξύ των θεολόγων, όσο και μεταξύ των θιγομένων από τις φερόμενες νέες ρυθμίσεις καθηγητών όλων των ειδικοτήτων. Φυσικά στον αγώνα αυτό η Εκκλησία δεν μπορεί να μείνει αμέτοχη. Υπάρχει διακύβευμα, ας το καταλάβουμε όλοι. Νομίζω πως ένα πρώτο θετικό βήμα αντίδρασης στα επερχόμενα αποτελεί το κείμενο της ανακοίνωσης του Παγκρητίου Συνδέσμου Θεολόγων, χωρίς βεβαίως να παραθεωρώ τα κείμενα, τις απόψεις και τις επισημάνσεις των συναδέλφων απ’ όλη τη χώρα. Θα πρέπει να το καταλάβουμε όλοι: σ’ αυτήν τη δύσκολη συγκυρία δεν μας «περισσεύει» κανείς…

13-10-2010
Γ. Μ. Βαρδαβάς

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ«, 13-10-2010. Αναδημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο «ΑΚΤΙΝΕΣ«, 13-10-2010. Επίσης δημοσιεύθηκε στην «ΕΞΑΓΟΡΕΥΣΗ«,14-10-2010,   στη ‘ΖΩΗΦΟΡΟ«, 14-10-2010 και στο ιστολόγιο του «ΝΕΚΡΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ«,14-10-2010.

Στις 15-10-2010 το άρθρο φιλοξενήθηκε στην «ΑΠΟΙΚΙΑ ΟΡΕΙΝΩΝ ΜΑΝΙΤΑΡΙΩΝ».