Ο ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΣΤΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΗΘΙΚΗ

Ο ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΣΤΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΗΘΙΚΗ

[Ομιλία που εκφωνήθηκε στις 25 Ιουνίου 2007, στο πλαίσιο εκδήλωσης υπό την αιγίδα του Δήμου Γουβών, για τα 50 χρόνια από το θάνατο του Ν. Καζαντζάκη, στο Μουσικό Σχολείο Ηρακλείου].

Συμπληρώνονται φέτος 50 χρόνια από το θάνατο του μεγάλου δασκάλου μας και στοχαστή Ν. Καζαντζάκη. Στο πρόσωπο του Ν. Καζαντζάκη ενώνονται ασύγχυτα, άτρεπτα και αδιαίρετα η ελευθερία με την αέναη υπαρξιακή αναζήτηση της αλήθειας. Ολόκληρο το έργο του βαθύτατα θεολογικό γνώρισε ποικίλες αντιδράσεις. Στο πρόσωπό του σφυρηλατήθηκε ένα σύγχρονο «σημείον αντιλεγόμενον»!

Ας ξεκινήσουμε με το γνωστό ερώτημα: ήταν άθεος, ένθεος ή αντίθεος ο Καζαντζάκης; Πώς αντιμετώπισε η επίσημη εκκλησία το έργο του; Αν και η προβληματική είναι γνωστή ας μας επιτραπεί ένα σχόλιο. Μόλις που χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι δεν υπάρχει αφορισμός ούτε του προσώπου, ούτε του έργου του μεγάλου διανοητή από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Υπάρχει επίσημη απάντηση από το Πατριαρχείο  σε σχετικό αίτημα της-τότε- προέδρου της διεθνούς ένωσης φίλων Καζαντζάκη Ελένης Κατσουλάκη (2003), όπου αναφέρεται από τον αρχειοφύλακα: «ερευνήσας μετά προσοχής τους οικείους κώδικας του Αρχείου, δεν ανεύρον τοιούτον αφορισμόν». Η νεκρώσιμος ακολουθία του ετελέσθη στον άγιο Μηνά χοροστατούντος του αρχιεπισκόπου Ευγενίου και με την παρουσία πλήθους κόσμου.

Το πρώτο ζήτημα είναι πιο σύνθετο. Θα λέγαμε ότι η περίπτωση του Καζαντζάκη είναι sui generis. Φαίνεται πως η υπαρξιακή του αγωνία τον φωτίζει και τον οδηγεί σε όλο νέα ύψη. Είναι ελεύθερος. Δεν τον καλύπτει καμία βεβαιότητα. Η προσέγγιση του θείου είναι καταφατική και αποφατική μαζί. Σου δίνει την αίσθηση της βαθιάς πίστης από τη μια και της άμεσης απόρριψης από την άλλη. Αυτός ο φαινομενικός δυαλισμός του δεν είναι σε καμία περίπτωση εγωιστικός. Όποιος θεωρεί τον Καζαντζάκη δυαλιστή δεν ξέρει να ορίσει τον δυαλισμό. Ο Καζαντζάκης δεν ήταν ούτε μανιχαϊστής, ούτε μονοφυσίτης. Das ganz Andere. Αυτό ήταν. Φιλοδοξία του ήταν να γίνει δημιουργός έξω από κάθε αναγκαιότητα μια και «η δημιουργία είναι η ίδια η ελευθερία» (Ελευθ. Οικονομίδου, Ο Ν. Καζαντζάκης και το αντικείμενο της αναζήτησής του, Ηράκλειο 1985, σελ.17).

Θέλοντας να πραγματώσει την υπαρξιακή του προοπτική και να αυτοεπιβεβαιωθεί -όχι οντικά αλλά υπαρκτικά- ξεκινά τον αγώνα του:

 Τριών λογιών είναι οι ψυχές, τριών λογιών οι προσευχές:

α΄ Δοξάρι είμαι στα χέρια σου Κύριε

τέντωσέ με να μη σαπίσω

β μη με παρατεντώσεις Κύριε θα σπάσω

γ’ Παρατέντωσέ με κι ας σπάσω!

Διάλεξε!

(Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 617-618)

Στο έργο του διαφαίνεται βαθιά γνώση της Αγίας Γραφής και των πατερικών έργων, ιδιαίτερα της μυστικής και ασκητικής θεολογίας. Δεν θέλουμε να κουράσουμε και να αποτυπώσουμε τα πάμπολλα παράλληλα. Όμως αυτό το χρέος του ανθρώπου να κάνει τη σάρκα «πνέμα», που διαπνέει όλο το έργο του σε τι διαφέρει από το «σπείρεται σώμα ψυχικόν, εγείρεται σώμα πνευματικόν» του αποστόλου Παύλου (Α’ Κορ. 15,44);

Ο Καζαντζάκης κοντολογίς γνώριζε την Αγία Γραφή και την πατερική παράδοση σε βαθμό κατά πολύ ανώτερο απ’ ότι ο μέσος θεολόγος του καιρού μας, πολλώ δε μάλλον από τον κολλυβογράμματο που τολμά να σας ομιλεί. Αλλά και το κλιμακωτό σχήμα της Ασκητικής ειδολογικά -και ενίοτε στο περιεχόμενο- θυμίζει έντονα τα ασκητικά συγγράμματα του Ισαάκ του Σύρου και του Ιωάννου της Κλίμακος. Μόλις που χρειάζεται να υπενθυμίσουμε την αναφορά που κάνει στην «απροσπάθεια» σε επιστολή του στον Πρεβελάκη. Ως γνωστόν η απροσπάθεια  απαντά στον Ιωάννη το Σιναΐτη και συνιστά μια από τις 30 βαθμίδες της Κλίμακος.

 Ο αγώνας συνεχίζεται:

 -Σκάψε! Τι βλέπεις;

-Ανθρώπους και πουλιά, νερά και πέτρες!

-Σκάψε ακόμα! Τι βλέπεις;

-Ιδέες και ονείρατα, αστραπές και φαντάσματα.

-Σκάψε ακόμα! Τι βλέπεις;

-Δε βλέπω τίποτα! Νύχτα βουβή, πηχτή σα θάνατος. Θα’ ναι ο θάνατος.

-Σκάψε ακόμα!

-Άχ! Δεν μπορώ να διαπεράσω το σκοτεινό μεσότοιχο! Φωνές γρικώ και κλάματα, φτερά γρικώ στον άλλο όχτο!

σκητική, σελ.16-17)

Μπαίνω ξανά στον πειρασμό των παραλλήλων: Αυτό το «σκοτεινό μεσότοιχο» θυμίζει το «μεσότοιχον του φραγμού» της προς Εφεσίους επιστολής του απ. Παύλου: «Αυτός γαρ εστιν η ειρήνη ημών, ο ποιήσας τα αμφότερα έν και το μεσότοιχον του φραγμού λύσας, την έχθραν εν τη σαρκί αυτού» (Εφ. 2,14)

Κι ο αγώνας κορυφώνεται:

Ποιο είναι το χρέος μου; Να συντρίψω το σώμα, να χυθώ να σμίξω με τον Αόρατο. Να σωπάσει ο νους, ν’ ακούσω τον Αόρατο να φωνάζει.

Πώς θα γίνει αυτό;

Νίκησε το στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα (ο.π., σελ. 21), μας προτρέπει στην Ασκητική.

Τι προβάλλει; Υπαρξιακή Απόγνωση, Μηδενισμό ή Βιταλισμό;

Τίποτα απ’ όλα αυτά. Πρόκειται για βαθυστόχαστο αποφατισμό!

Γιατί : «ο νους βολεύεται…η καρδιά δεν βολεύεται» (ο. π.). Και κυρίως:

«Γλίτωσε από τον τρόμο της καρδιάς που ζητάει και ελπίζει να βρει την ουσία».

Στα δικά μου μάτια εδώ νοείται η θεία ουσία, ας μου επιτραπεί το αυθαίρετον…

Ο Καζαντζάκης τρέφεται από τον αποφατισμό των ελλήνων φιλοσόφων και των αρεοπαγιτικών συγγραμάτων, αλλά δεν ικανοποιείται! Είναι ασυμβίβαστος, είναι ελεύθερος. Δεν του φτάνει το άρρητον, το ακατάληπτον του Θεού. Δεν του φτάνει το «άπειρον το θείον και ακατάληπτον και τούτο μόνον αυτού καταληπτόν η απειρία και ακαταληψία» του Ιω.Δαμασκηνού. Πάει σε μετωπική σύγκρουση! Και ορίζει το ακατάληπτο του θεού με τόλμη, δύναμη, αγώνα, αγωνία, καθαρότητα. Θέλετε ένα παράλληλο; Από το Περί Θείων Ονομάτων των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων σταχυολογώ:

Υπέρκειται των ουσιών η υπερούσιος αοριστία και των νοών η υπέρ νουν ενότης.και πάσης διανοίας αδιανόητον εστίν το υπέρ διάνοιαν έν, άρρητον τε λόγω παντι το υπέρ λόγον αγαθόν, ενάς ενοποιός απάσης ενάδος και υπερούσιος ουσία και νους ανόητος και λόγων άρρητος, αλογία και ανοησία και ανωνυμία κατά μηδέν των όντων ούσα. Και αίτιον μεν του είναι πάσι αυτό δε μη ον, ως πάσης ουσίας επέκεινα και ως αν αυτό περι αυτού κυρίως και επιστητώς αποφαίνοιτο.

Στα αρεοπαγιτικά ο αποφατισμός είναι βιωματικός, ασκητικός, θεολογικός. Στον Καζαντζάκη ο αποφατισμός είναι ουμανιστικός, ζωντανός, είναι αποτέλεσμα ενός αέναου υπαρκτικού στοχασμού και μιας στάσης ζωής  που διακατέχεται από ελευθερία. Παρά τις μπερξονικές του καταβολές το «πρώτα ο άνθρωπος και μετά ο Θεός» δεν είναι αντίθεο, αλλά ένθεο. Πρόκειται για την ανάγκη του ανθρώπου να φτάσει όλο και πιο ψηλά. Όταν όμως νομίζει πως τα κατάφερε, τότε καταλαβαίνει πως το απόλυτο δεν υπάρχει, όχι με μια επιδερμική -αθεϊστικού τύπου- προσέγγιση, αλλά με την έννοια ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί με τις πεπερασμένες δυνάμεις του να το φτάσει!  Θεωρούμενος έτσι ο αποφατισμός του Καζαντζάκη δίνει μια νέα διάσταση, που έλειπε από την αποφατική θεολογία: τη φυσική ανακάλυψη της θείας ακαταληψίας! Ζει παράλληλα ο Καζαντζάκης την παρουσία και την απουσία του Θεού. Η ίδια η ζωή στη σκέψη του αποκλείει την απόλυτη νοησιαρχικού τύπου βεβαιότητα, αλλά και την απόλυτη αμφιβολία. Κοντολογίς, ενώ ο αποφατισμός των πατερικών έργων είναι θεοκεντρικός ο αποφατισμός του Καζαντζάκη είναι ανθρωποκεντρικός. Και μόνο αυτό το στοιχείο να κρατήσομε από το στοχασμό του είναι αρκετό για να τον κατατάξει στους κορυφαίους δασκάλους μας. Πιο βαθιά και πιο πλατιά:

«Kόσμος χωρίς Θεό δε θεμελιώνεται, μα και κόσμος χωρίς δικαιοσύνη δεν κυβερνιέται».

Ο Καζαντζάκης σεβόμενος σε απόλυτο βαθμό το ανθρώπινο πρόσωπο δίνει την ορθότερη διάσταση στο ζήτημα της θεοδικίας, που τόσο άσχημα σερβίρεται ακόμα και τώρα στα σχολικά εγχειρίδια. Δεν είναι ώρα ν’ αναζητήσουμε τις αιτίες. Θ’ αρκούσε ίσως να πω ότι δυστυχώς δεν εκτιμάμε την πολιτιστική παράδοση και κληρονομιά μας αλλά μεταπρατικά και επαρχιώτικα καταναλώνουμε ό,τι μας σερβίρει η Εσπερία. Πιθηκίζουμε ακολουθώντας στο μείζον αυτό φιλοσοφικό και θεολογικό ζήτημα λογικές νοησιαρχικές και δικανικές  που καμιά σχέση δεν έχουν με την παράδοση μας. Ο Καζαντζάκης δεν ήταν τέτοιος. Σε μια επιστολή προς τον Αγγελάκη λέει: «να τι μου’ δωκε η ξενιτιά -το σίχαμα σε κάθε τι που  δεν είναι Ανατολή και ράτσα μου». Ο Καζαντζάκης τρύγησε και αφομοίωσε το δυτικό τρόπο σκέψης μένοντας βαθύτατα ελληνικός στη νοοτροπία και τη συνείδηση. Γιατί για να το ξεκαθαρίσομε μια και καλή άλλο είναι ο αποστεωμένος σωβινισμός και άλλο η πρόταξη της πολιτιστικής ετερότητας. Ο Καζαντζάκης αντιμετώπισε το ακανθώδες πρόβλημα της θεοδικίας κάνοντας λόγο για ανθρωποδικία! Δεν έβλεπε το Θεό ανθρωπομορφικά. Εκτιμούσε απεριόριστα τον άνθρωπο. «Αγάπα τον άνθρωπο, γιατί είσαι συ» μας λέει στην Ασκητική. Στη σκέψη του δεν χωράει μια θεώρηση του κόσμου και του κοινωνικού προβλήματος με μέτρα απολύτου προορισμού και μοιρολατρίας. Αντί το «άγνωσται αι βουλαι του Κυρίου» πρόταξε το «άγνωσται αι βουλαί του ανθρώπου». Αλλά δεν έμεινε εκεί. Δεν απέδωσε την κοινωνική αδικία και το πολύτροπο κακό στο Θεό, αλλά ανέδειξε την ευθύνη του ανθρώπου. Το ερώτημα γιατί επιτρέπει ο Θεός τα βάσανα, τον πόνο και το κακό το αντέστρεψε στα μέτρα του ανθρώπου. Κοντολογίς, είναι ο άνθρωπος ελεύθερος ναι ή όχι; Έχει αυτεξουσιότητα; Αν ναι, τότε έχει και ευθύνη. Τι κάνει για την κοινωνική αδικία; Άριστη η προσέγγιση του Καζαντζάκη. Ίσως τώρα να έγινε περισσότερο κατανοητό γιατί το «πρώτα ο άνθρωπος και μετά ο Θεός», δεν είναι μια δουλική αντιγραφή από τον Μπερξόν, αλλά μια δυναμική ανθρωπολογική κατάκτηση στο στοχασμό του Καζαντζάκη.

Ξεφύγαμε όμως αρκετά, ίσως και να βαττολογήσαμε. Το θέμα μας ήταν τα όρια της ελευθερίας στη χριστιανική ηθική. Ένα-δυο διευκρινίσεις είναι απαραίτητες. Κατ’ αρχάς θα πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι άλλο είναι η ηθική και άλλο ο πιετισμός. Η χριστιανική ηθική δεν περιλαμβάνει εντολές και διατάξεις, δεν έχει θέσφατα. Είναι ένας δρόμος για την εν Χριστώ ζωή. Μην αναζητήσετε εδώ κατάλογο επιτρεπομένων και απαγορευμένων πράξεων. Ο χριστιανισμός εμφορείται από δυο στοιχεία: αγάπη και ελευθερία. O άνθρωπος είναι το αντικείμενο της αγάπης του Θεού. Ο Θεός αγαπά όλους τούς ανθρώπους, δικαίους και αδίκους, που κάνοντας χρήση της ελευθερίας τους επιλέγουν την ένωσή τους (Παράδεισος) ή την απομάκρυνσή τους από το Θεό (κόλαση). Η ελευθερία στο χριστιανισμό είναι το άμεσο παρεπόμενο του «κατ’ εικόνα» και  η βάση για την προοπτική του «καθ’ ομοίωσιν». Στο χριστιανισμό δεν έχει καμία θέση μια ηθική δικανικού τύπου ή μια ηθική της κοινωνικής σύμβασης. Δεν έχουν θέση τα ποικίλα «πρέπει», ούτε η χρησιμοθηρία και η χρησιμότητα. Μια και μόνη είναι η εντολή: «Εντολήν καινήν δίδωμι ίνα αγαπάτε αλλήλους» (Ιω. 13,34).

Η καζαντζακική αγωνία του «να σμίξω με τον Αόρατο», που είπαμε παραπάνω, στα δικά μου ταπεινά μάτια συνάπτεται με το «καθ’ ομοίωσιν».Μπορεί να σας φαίνεται απλό, επιδερμικό, επιφανειακό αλλά εμένα αυτή την αίσθηση μου βγάζει. Να μην παρεξηγηθώ. Δεν ισχυρίζομαι ότι ο Καζαντζάκης ήταν χριστιανός. Στη συνείδηση όμως τη δική μου ήταν πολύ περισσότερο χριστιανός από αυτούς, που δηλώνουν «χριστιανοί» μόνο για το «θεαθήναι» χωρίς να γνωρίζουν τον αυθεντικό χριστιανισμό. Ο Καζαντζάκης τον γνώριζε. Ναι, δεν τον υιοθέτησε διότι η υπαρξιακή του αγωνία τον έπνιγε! Δεν ήθελε την αποκάλυψη. Προτίμησε την ανακάλυψη. Ακόμα και ο πανθεϊστικός μονισμός του, που από πολλούς επισημαίνεται, εντάσσεται στην προσπάθεια αυτής της ανακάλυψης. Μιας ανακάλυψης της ουσίας του όντος, του Απολύτου. Ο Θεός λοιπόν είναι παντού και τα πάντα είναι Θεός. Δεν άντεχε ο Καζαντζάκης τις δογματικές περιχαρακώσεις. Ήθελε να ζήσει την αλήθεια. Αλλά ακόμα κι όταν έφτανε κοντά σ’ αυτήν –έστω κατ’ επίνοιαν- ερχόταν η «καρδιά» να του σπείρει την αμφιβολία. Η αμφιβολία στον Καζαντζάκη είναι προνόμιο και ανησυχία, ζωή και θάνατος, «είναι και μη είναι», ύπαρξη και ανυπαρξία. Τίποτε δεν τον καλύπτει, τίποτε δεν τον ικανοποιεί, ούτε και η βουδική νιρβάνα. Προσπάθησε καταφεύγοντας εκεί να σβήσει την επιθυμία του «ειδέναι», αλλά δεν τα κατάφερε διότι «πάντες άνθρωποι του ειδέναι ορέγονται φύσει». Έτσι θα προχωρήσει το στοχασμό του σε εσχατολογικές ατραπούς:

 Και μια φωτιά μέσα μου κίνησε ν’ απαντήσει.

Θα΄ ρθει μια μέρα,σίγουρα , η φωτιά να καθαρίσει τη γης.

Θα΄ ρθει μια μέρα ,σίγουρα, η φωτιά να εξαφανίσει τη γης

Αυτή είναι η Δευτέρα Παρουσία

(Ασκητική, σελ.95).

 Η παραπάνω προφητεία θυμίζει έντονα τη βιβλική αποκαλυπτική και τη γλώσσα της αποφατικής θεολογίας. Σας θυμίζω ότι επί παραδείγματι στα αρεοπαγιτικά γίνεται λόγος για «θείον γνόφον». Κι ενώ η δισημία μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας χαρακτηρίζει όλη του τη ζωή ο Καζαντζάκης δίνει τη χαριστική βολή στο αναγνωστικό κοινό: Γράφει το «Φτωχούλη του Θεού». Διαβάζοντας το νομίζεις ότι διαβάζεις συναξαριστή. Κι όμως! Είναι Καζαντζάκης!

 Αγάπη και ευλάβεια και θαμασμός για τον ήρωα και μεγαλομάρτυρα με κατείχε γράφοντας το παραμύθι ετούτο, πιο αληθινό και από την αλήθεια. Συχνά χοντρές στάλες δάκρυα μουντζάλωναν το χειρόγραφο. Συχνά ένα χέρι με μια αιώνια ανανεούμενη πληγή, σα να το κάρφωσαν, σαν να το κάρφωναν αιώνια, διάνευε μπροστά μου μέσα στον αγέρα. Ένιωθα ολούθε γύρα μου, όσο έγραφα, την αόρατη παρουσία. Γιατί για μένα ο Άγιος Φραγκίσκος είναι το πρότυπο του στρατευόμενου ανθρώπου, που με ακατάπαυστο σκληρότατον αγώνα κατορθώνει και επιτελεί το ανώτατο χρέος του ανθρώπου, ανώτερο κι από την ηθική κι από την αλήθεια και από την ωραιότητα: να μετουσιώσει την ύλη που του μπιστεύθηκε ο Θεός και να την κάνει πνέμα.

 Στο έργο αυτό ο Καζαντζάκης ορίζει την ελευθερία ορθοδοξότατα. Ακούστε τι λόγια βάζει στο στόμα του αγίου Φραγκίσκου:

 α’ Θεέ μου αν σε αγαπώ γιατί θέλω να με βάλεις στην Παράδεισο πέψε τον άγγελο σου με τη ρομφαία του να μου κλείσει την πόρτα

β’ αν σε αγαπώ γιατί φοβούμαι την Κόλαση ρίξε με στην Κόλαση

γ’ μα αν σε αγαπώ για σένα, για σένα μονάχα, άνοιξε την αγκαλιά σου και δέξου με

(Ο φτωχούλης του Θεού, σελ.126)

Ο Καζαντζάκης επαναλαμβάνει τη χριστιανική διδασκαλία για τις βαθμίδες της ηθικής ανέλιξης. Οι πατέρες της εκκλησίας κάνουν λόγο για φόβο, μισθό και αγάπη. Ο φόβος δημιουργείται από την ενδεχόμενη τιμωρία, που το άτομο πιστεύει ότι επισύρει η εκ μέρους του διάπραξη του κακού (φόβος κολάσεως). Ο μισθός συνδέεται με τα άτομα, που κάνουν το καλό αναμένοντας ανταποδοτικά οφέλη (Παράδεισος). Η αγάπη που αποτελεί και τον ύψιστο βαθμό ηθικής ωριμότητας συνδέεται με τα άτομα, που δρουν με  δική τους ελεύθερη προαίρεση χωρίς φόβο, υποκρισία ή με την προοπτική της ανταμοιβής. Γι ΄αυτό το λόγο και στην Α’ επιστολή Ιωάννου 4,18 τονίζεται: «φόβος ουκ έστι εν τη αγάπη, αλλ’ η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον, ότι ο φόβος κόλασιν έχει». Αλλά και ο Καζαντζάκης αναφέρεται με τρόπο μοναδικό στην αγάπη ακολουθώντας τη χριστιανική ηθική, που κάνει λόγο πρωτίστως για αγάπη προς τον εχθρό:

 -Ειρήνη υμίν, έλεγε (ο Φραγκίσκος) στον καθένα που ζύγωνε, ειρήνη υμίν. Κι όταν πια μαζώχτηκαν πολλοί και γέμισε η πλατεία, άνοιξε τις αγκάλες: -Ειρήνη ,φώναξα, ειρήνη στις καρδιές σας ,στα σπίτια σας, στους οχτρούς σας ·ειρήνη στον κόσμο!

Έφτασε η βασιλεία των ουρανών!(….)Ειρήνη φώναζε, να κάμουμε ειρήνη με το Θεό(…)Πώς; Ένας τρόπος υπάρχει μονάχα: αγαπώντας.

-Αγάπη! Αγάπη! φώναζε και ξανάρχιζε πάλι τα κλάματα.

(Φτωχ.,σελ.116)

 Ο Τελευταίος Πειρασμός, το απαύγασμα της καζαντζακικής ελευθερίας, είναι έργο κατάφορα αδικημένο. Θα ήταν ίσως χρήσιμη μια αναφορά στη χριστολογία του Καζαντζάκη, όμως ούτε ο χρόνος το επιτρέπει, ούτε και το θέμα μπορεί να εξαντληθεί στο πλαίσιο μιας ομιλίας. Είναι σαφές νομίζω ότι ο καζαντζακικός Χριστός διαφοροποιείται από την επίσημη χριστολογία της εκκλησίας. Συμβολίζει κατά τον Καζαντζάκη ο Χριστός τον αγώνα και το χρέος του ανθρώπου να κάνει τη σάρκα «πνέμα».

Όμως τόσο η προσέγγισή του αυτή, όσο και οι άλλες οιονεί «κακοδοξίες» του -για να χρησιμοποιήσω τον ακριβή θεολογικό όρο-δεν θα πρέπει να μας παρασύρουν σε μια άγονη πολεμική για τον απλούστατο λόγο ότι ο Καζαντζάκης δεν γράφει θεολογικό δοκίμιο αλλά μυθιστόρημα, όπου διαπλέκονται αρμονικά μύθος, προσωπικές του πεποιθήσεις και φαντασία. Κάποιος που αναζητά την ορθόδοξη χριστολογία προφανώς θα καταφύγει στα έργα του αποστόλου Παύλου ή στα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας, στο Σύμβολο της Πίστεως ή στην εκκλησιαστική παράδοση. Ο Καζαντζάκης στη χριστολογία του εκφράζει την υπαρξιακή του αγωνία. Πιστεύει πως μπορούμε να οδηγηθούμε στην  υπέρβαση της φύσης μας μέσα από την ένωσή μας με το Θεό, που είναι η απαρχή της ελευθερίας. Ο δρόμος προς την ελευθερία είναι ανηφορικός και ενίοτε ολισθηρός.

Ο Καζαντζάκης «θέλησε να βεβαιώσει την παρουσία του στη γη δικαιολογώντας την ύπαρξή του», όπως εύστοχα παρατηρεί η Ελ. Οικονομίδου (μν. έργ., σελ.19). Θεωρεί ως αρχέτυπο στον αγώνα αυτό το Χριστό. Θεολογικά το λάθος του είναι πως αποδέχεται το Χριστό ως  «απλό άνθρωπο» και όχι θεάνθρωπο: «Η κάθε στιγμή του Χριστού είναι αγώνας και νίκη. Νίκησε την ακαταμάχητη γοητεία της απλής ανθρώπινης χαράς. Νίκησε τους πειρασμούς, μετουσίωνε ολοένα τη σάρκα σε πνέμα και ανηφόριζε» (Τελ. Πειρ., σελ. 11). Όλη αυτή η πορεία τον οδηγεί σε ένα ιδιότυπο νεονεστοριανισμό: θεωρεί πως «κάθε άνθρωπος είναι θεάνθρωπος» (Τελ. Πειρ., σελ. 9). Αυτός είναι ο πυρήνας της σκέψης του.

Δυο δρόμοι υπάρχουν: ή η κριτική αναμέτρηση ή η μονιστική-φοβική σχεδόν- a priori απόρριψη. Προσωπικά προτιμώ την αναμέτρηση -όσο δύσκολη κι αν είναι- με το στοχασμό ενός απόλυτα ελεύθερου πνεύματος διατηρώντας θεολογικά κριτικές επιφυλάξεις και τις απαραίτητες αποστάσεις: «Ο Χριστός πόνεσε, κι από τότε ο πόνος αγίασε. Πολέμησε ως την τελευταία στιγμή ο Πειρασμός να τον πλανέψει κι ο Πειρασμός νικήθηκε. Σταυρώθηκε ο Χριστός κι από τότε νικήθηκε ο θάνατος».(Τελ. Πειρ., σελ. 12).

Τα λόγια του Τυπικάρη από την τραγωδία «Χριστός» είναι χαρακτηριστικά:

 

Κύριε! Κύριε!

Κατέβα στο άγιο Δισκοπότηρο σαν καβαλάρης στ’ άλογό του!

Κατέβα σα φωτιά να καθαρίσεις του ανθρώπου την καρδιά

και τα νεφρά και το μυαλό του!

Κατέβα, κάρβουνο αναμμένο, και σφηνώσου αναμεσός στα χείλια του

Να προφητέψουν!

Κατέβα, Αόρατε, στη γής  και με ψωμί και με κρασί σαρκώσου!

Σιγή, σα νυχτοπούλι απάνου μας κουρνιάσου

Είμαστε εμείς στη ζεστή φωλιά της Εκκλησιάς τ’ αυγά σου!

 

Συνελόντι ειπείν η ελευθερία στη σκέψη του Καζαντζάκη είναι έξω από κάθε σύμβαση και αναγκαιότητα, είναι έκφραση της ελευθερίας του προσώπου και  το προσδιοριστικό στοιχείο της ετερότητας του ανθρώπου έναντι της υπόλοιπης κτίσης:

Η λευτεριά δεν έχει σκοπό. Δεν τη συναντάμε πάνω στη γη. Απάνω στη γη συναντάμε μόνο τον αγώνα για τη λευτεριά. Αγωνιζόμαστε για το απρόσιτο, γι’ αυτό ο άνθρωπος έπαψε να είναι ζώο

(Αδερφοφάδες, σελ.96)

[Πρώτη δημοσίευση στους Θεολόγους Κρήτης, 2009]
Advertisements