Πέτρος Θεοδωρίδης,Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη, εαυτός, έθνος, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2012, ISBN: 978-960-9708-00-5.

12857_541646669195059_1409438088_n

Οκτώ χρόνια μετά τη δημοσίευση του πρώτου του βιβλίου με τίτλο “Οι Μεταμορφώσεις της ταυτότητας”  ο Πέτρος Θεοδωρίδης επανέρχεται  με μια σειρά έντεκα στοχαστικών δοκιμίων υπό το γενικό τίτλο “Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη-Εαυτός-Έθνος”. Τα δοκίμια αρχικά φιλοξενήθηκαν στην επιθεώρηση πολιτισμού ΕΝΕΚΕΝ και τώρα κυκλοφορούν σε μια καλαίσθητη έκδοση με φιλολογική επιμέλεια του Κ. Δρουγαλά από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ.

Η γραφή του Θεοδωρίδη ξαφνιάζει ευχάριστα τον αναγνώστη. Ψύχραιμη,  ευαίσθητη, αισθαντική, ώριμη, πολυπρισματική και λίαν απολαυστική ενίοτε, αλλά χωρίς υπερβολές και περιττές φιοριτούρες,  δεν στοχεύει στην κανονιστική επιβολή a priori αποφάνσεων και “θεσφάτων” αλλά αντιθέτως συμβάλλει εποικοδομητικά στον ευρύτερο διάλογο της πολιτικής επιστήμης και της κοινωνικής θεωρίας γύρω από το βασικό τρίπτυχο της προβληματικής που τον απασχολεί στο παρόν βιβλίο (πάθη- εαυτός -έθνος).

Στο πρώτο, ομώνυμο με τον τίτλο του βιβλίου, δοκίμιο (σελ. 13-33) ο συγγραφέας διαπραγματεύεται το πάντοτε ανοικτό θέμα της ταυτότητας στο σύγχρονο μετανεωτερικό περιβάλλον. Η αφήγηση πλαισιώνεται με την προβολή της σκέψης σημαντικών στοχαστών (Ζίζεκ, Αγκάμπεν, Μπάουμαν, Μπεκ, Άντερσον κ.π.α.). Ο συγγραφέας συνδέει την προβληματική για την διυποκειμενικότητα με το ζήτημα του χρόνου αναφερόμενος καταλυτικά στη λατρεία του εφήμερου στις σύγχρονες κοινωνίες (σελ.18). Από την άλλη πλευρά αναφερόμενος στη διττή διάσταση της νεωτερικότητας επισημαίνει, ακολουθώντας τη σκέψη του Μπεκ, ότι “η νεωτερικότητα υφίσταται σήμερα και ως Ιανός, με διπλό πρόσωπο. Το άλλο πρόσωπο της νεωτερικότητας, προϊον της ίδιας της σημερινής έσχατης διεύρυνσης των αρχών της, οδηγεί στην αυτουπονόμευση της” (σελ. 17). Ο συγγραφέας δεν παραλείπει να αναφερθεί στη ρευστότητα των καιρών μας υποστηρίζοντας πως “ζούμε σήμερα σε μια εποχή εναλλαγής ρόλων και αξιακού σχετικισμού. Την εποχή μας χαρακτηρίζει η γρήγορη αλλαγή και εναλλαγή των ρόλων σε συνθήκες σχεδόν εξάτμισης, εξαΰλωσης” (σελ.22). Και λίγο παρακάτω: “Ό,τι χαρακτηρίζει τη σύγχρονη εποχή είναι η αδυνατότητα να παραμείνεις στη θέση σου” (σελ.27). Με αυτά τα δεδομένα επιτείνεται η σύγχυση και η απορρύθμιση του σύγχρονου υποκειμένου, που γίνεται όλο και περισσότερο “εικονικό” (κατά τον Ρίφκιν): “Η σύγχρονη ταυτότητα αφορά στον πρωτεϊκό άνθρωπο της νέας εποχής, ο οποίος όλο και περισσότερο ζει σε προσομοιωμένα περιβάλλοντα και αναπτύσσει πολλαπλούς χαρακτήρες-ρόλους, που πορεύεται χωρίς Εγώ και εαυτό αλλά με θρύμματα μιας βραχύβιας αυνείδησης που χρησιμοποιούνται για την εκάστοτε επικοινωνία του με τους εικονικούς του κόσμους” (σελ.25). Η απορρύθμιση αυτή συνδέεται κατά το συγγραφέα με την “τυραννία της ταχύτητας” (σελ. 22-28), που τελικά εκβάλλει στην ακινησία, το φόβο και την Αγωνία (σελ.28-29). Και είναι εν τέλει  αυτή η Αγωνία που “εκκρίνει την απάντηση της αγάπης” (σελ.32-33).

Στο δεύτερο δοκίμιο με τίτλο “Η επινόηση του έρωτα” (σελ.34-54) ο συγγραφέας καταφεύγει στην ψυχανάλυση,την ιστορία, τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο προκειμένου να διαπραγματευθεί τα του έρωτα, της σεξουαλικότητας, της οικειότητας, της μοναξιάς και του ναρκισσισμού.

Στο τρίτο δοκίμιο “Έρωτας θνητός, απωθημένος θάνατος” (σελ. 55-70) ο συγγραφέας διαπραγματεύεται το τρίπτυχο: έρωτας-θάνατος-απώλεια. Αναφέρει χαρακτηριστικά: “Ο έρωτας τείνει πρός το θάνατο και ενέχει μέσα του την αγωνία, δηλαδή μια πρόγευση θανάτου” (σελ.61). Αξίζει νομίζω στο σημείο αυτό να θυμηθούμε την εξαιρετική μαντινάδα του Μήτσου Σταυρακάκη:

Ο έρωτας κι ο θάνατος ίδια σπαθιά βαστούνε
κι οι δυό με τρόπο ξαφνικό και ύπουλο χτυπούνε

Ο συγγραφέας επικαλείται τον Ζ. Μπάουμαν προκειμένου να αναπτύξει τα περί απώθησης του έρωτα και του θανάτου στις μέρες μας (σελ.62). Ακολούθως επικαλείται τη λογοτεχνία , την ποίηση και τη φιλοσοφία για να καταλήξει πως “όταν απωθούμε τον θάνατο, απωθούμε τον έρωτα. Και μαζί του τη ζωή. Και τότε οδηγούμαστε στην πλήξη, δηλαδή μια ελαφρά πρόγευση θανάτου(…)” (σελ.69).

Στο τέταρτο δοκίμιο με τίτλο  “Δειγματολόγιο συναισθημάτων” (σελ. 71- 90) αποτυπώνεται η εργώδης ενασχόληση του συγγραφέα με τα συναισθήματα. Ο συγγραφέας διακρίνει τα συναισθήματα από τις διαθέσεις (σελ. 72-73) και με μαστοριά περιγράφει την οργή (σελ. 73-75), τη ζήλια (σελ.75-78), το φθόνο (σελ.78-80), τη μνησικακία (σελ. 80-81), τη ντροπή και την υπερηφάνεια (σελ. 81-84, πρβλ. και το πέμπτο δοκίμιο “Η ντροπή”, σελ. 91-112), την αγωνία (σελ. 84-86), τη μελαγχολία (σελ.86-88), την πλήξη, την ανία, τη βαρεμάρα (σελ. 88-90).

Μια αναλυτική παρουσίαση όλων των δοκιμίων θα απαιτούσε πάρα πολύ χώρο δεδομένου ότι η προβληματική του συγγραφέα είναι πολυδιάστατη. Κλείνουμε με τους τίτλους των άλλων δοκιμίων του βιβλίου:

Έκτο δοκίμιο: Ο αυθεντικός εαυτός (σελ. 113-132)

Έβδομο δοκίμιο: Ταυτότητες και ξένοι (σελ. 133-154)

Όγδοο δοκίμιο: Οι Βαλκανικοί εθνικισμοί τον 19ο αιώνα (σελ. 155-180)

Ένατο δοκίμιο: Η αισθητική ουτοπία του έθνους (σελ. 181-203)

Δέκατο δοκίμιο: Εθνική ταυτότητα και ρουτίνα (σελ. 204-213)

Ενδέκατο δοκίμιο: Δυσφορία στη δημοκρατία (σελ. 214-230).

Η νέα σειρά δοκιμίων του Πέτρου Θεοδωρίδη, καρπός μακροχρόνιου μόχθου και συστηματικής ενασχόλησης αξίζει την προσοχή του φιλέρευνου αναγνώστη.

20-12-2012

Γ.Μ.Βαρδαβάς

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ«. Αναδημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο «Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ«.

Advertisements

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΩΣ ΑΝΤΙΔΟΤΟ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

exofyllo01

 

 

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ:

Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗΣ «ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΜΟΡΦΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

ΧΑΝΙΑ, 10 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2012

Θεόν φρᾶσαι μέν ἀδύνατον νοῆσαι δὲ ἀδυνατώτερον

Γρηγόριος Θεολόγος

 

Τα σοφά λόγια του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου σηματοδοτούν τις απαρχές της αποφατικής σκέψης, που αποτελεί την καλύτερη απάντηση στο περί Θεού ερώτημα[1].

Ζούμε σε ρευστούς καιρούς[2]. Η κρίση φαίνεται να επισκιάζει τα πάντα. Η απογοήτευση και η απόγνωση  φτάνουν στο ζενίθ, επιβεβαιώνοντας τον «καταραμένο» Ρεμπώ και τον απαισιόδοξο στίχο του: «Η απόγνωση ήταν ο Θεός μου» . Το ερώτημα που προκύπτει είναι αμείλικτο: Τώρα τι κάνουμε; Ποια θα μπορούσε να είναι σήμερα η απάντηση στη γενικευμένη κρίση και αλλοτρίωση; Ο Π. Μπουκάλας διαβλέποντας το πρόβλημα έγραφε το 2008 προφητικά τα εξής:

«Ταυτίζουμε το βίο με το βιός μας, με την περιουσία μας, επειδή, φενακισμένοι, αλλοτριωμένοι, εκβιασμένοι ή υποταγμένοι στα κυρίαρχα και εξουθενωτικά προβαλλόμενα μοντέλα ζωής καταντήσαμε να εξισώνουμε το υπάρχειν με το έχειν» («Καθημερινή»,13 Ιανουαρίου 2008)

Δεν είμαστε εδώ για να δώσουμε έτοιμες λύσεις και συνταγολόγια κοινότοπης «ευτυχίας».  Η κρίση σοβεί και παρασέρνει αδύναμες ψυχές στην απόγνωση και στο θάνατο. Σε πρώτη προτεραιότητα ίσως χρειάζεται να θέσουμε  σ’ αυτούς τους χαλεπούς καιρούς την αναζήτηση της αυθεντικότητας στον τρόπο του βίου, τη σωφροσύνη και την αναζήτηση της αυθεντικής ταυτότητας μας με βάση την παράδοση και την παρακαταθήκη των προγόνων μας. Οι τελευταίοι πέρασαν πολλά, αλλά είχαν την πίστη τους στήριγμα και άντεξαν. Δεν είναι καιρός για απόδοση ευθυνών στους άλλους. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι θα υιοθετήσουμε τη συλλογική ενοχοποίηση της κοινωνίας που αλαζονικότατα επιχειρείται από ορισμένους. Ούτε από την άλλη θα κλείσουμε τα μάτια σε ότι συμβαίνει γύρω μας. Τότε τι;

Το μεγάλο ερώτημα που προκύπτει είναι τι κάνει η Εκκλησία για όλα αυτά; Αν δεχτούμε ότι η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά ευρύτερα ανθρωπολογική και υπαρξιακή, τότε ναι, η Εκκλησία έχει πρόταση: είναι ο πολιτισμός της Ενσάρκωσης. Κομίζει η Εκκλησία πρόταση ζωής που νικά το θάνατο. Και γιατί πολιτισμός της Ενσάρκωσης; Όχι μόνο επειδή η Ενσάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού χωρίζει στα δυο την ιστορία, αλλά και γιατί ανταποκρίνεται στο πρόταγμα του σύγχρονου υποκειμένου: την προτεραιότητα που δίνει στην ύλη. Το νεωτερικό υποκείμενο κατακερματισμένο, ανέστιο, συγκεχυμένο ταυτίζει, όπως είπαμε ήδη, το «υπάρχειν»  με το «έχειν», αγνοώντας το μυστήριο της υπάρξεως. Ωστόσο η νεωτερική σκέψη όσο κι αν εκβάλλει στον ατομικισμό εμπεριέχει εντός της κάτι ιδιαίτερα σημαντικό: την κριτική για τη νεωτερικότητα αυτή καθ’  αυτή. Αυτό ας το κρατήσουμε και ας θυμηθούμε εδώ τα λόγια του π. Βασιλείου (Γοντικάκη):

 

«Δεν φοβόμαστε και δεν τα χάνομε. Όχι επειδή είμαστε δυνατοί, αλλά επειδή είναι δυνατός Αυτός που μας αγαπά, και αγαπά τον κάθε άγνωστο και ανώνυμο άνθρωπο με την αγάπη που αγαπά την οικουμένη»[3].

Ας έλθουμε τώρα στο βιβλίο. Ο συγγραφέας που παρουσιάζουμε απόψε είναι πολυγραφότατος. Πέραν της θεολογικής του κατάθεσης (έχει γράψει τα βιβλία: «Άγια Νήπια»,  «Σύγχρονοι Άγιοι» και  «Απόκρυφα Ευαγγέλια…») ασχολείται με τον κρητικό στίχο, τη λαογραφία της Κρήτης και το εν γένει κρητικό ιδίωμα. Καρπός της μακροχρόνιας ενασχόλησής του με τα του κρητικού ιδιώματος είναι τα έργα του «Ο παραμυθάς με το νταούλι» (Ρέθυμνο 1998) και «Τίβοτσι» (Ηράκλειο 2001). Το «Εναντίον του Θεού» είναι το πρώτο του μυθιστόρημα. Έχει γράψει επίσης διηγήματα (τίτλος του βιβλίου «Εξομολόγηση ενός ιδανικού ανθρώπου»).

Στο προκείμενο βιβλίο ο συγγραφέας προσπαθεί να ξεδιαλύνει το τοπίο ανάμεσα στον αυθεντικό χριστιανισμό και τις ποικίλες παραφθορές του. Θεωρούμενος από την πλειοψηφία των πιστών ως κάτι «δεδομένο» και κληρονομικά παραδομένο ο χριστιανισμός εκπίπτει σε μηχανιστικό θέσφατο και σχολαστική δεοντολογία. Οι περισσότεροι τον θεωρούν ως «κτήμα» που κληρονόμησαν χωρίς δυστυχώς να γνωρίζουν την ουσία του και χωρίς να δείχνουν τη διάθεση να ξεκαθαρίσουν τις  αλήθειες του. Με αυτά τα δεδομένα δυστυχώς ένα μεγάλο μέρος του «πληρώματος» διαπλέκει πίστη και δεισιδαιμονία διαμορφώνοντας ένα χριστιανισμό «κατ’ εικόνα» και «καθ’ ομοίωσιν» του.

Το μεγάλο αυτό πρόβλημα αναδεικνύει ο συγγραφέας σε πολλά σημεία του βιβλίου:

 

«Μην κρίνετε από τη διαστρέβλωση του χριστιανισμού κι ας είναι η μόνη μορφή του χριστιανισμού που ξέρετε· εμπιστευθείτε με ότι υπάρχει και μια άλλη μορφή του -εκείνη που ξεχειλίζει από τη ζωή και τα γραπτά, τη σκέψη και την πράξη, των αγίων και των Πατέρων της ορθοδοξίας»[4].

 

Αλλού γράφει (σελ. 132) : «…όπου λείπει η αγάπη εκεί ο χριστιανισμός έχει διαστρεβλωθεί…». Ακόμη στη σελ.51 σημειώνει: «η εκκλησία έχει υπάρξει πάντοτε, και υπάρχει και τώρα, τόσο στην αυθεντική μορφή της όσο και στη διαστρέβλωση της. Δεν υπήρξε χρονική στιγμή, που όλοι οι χριστιανοί να είχαν αγνές προθέσεις».

Στο «Εναντίον του Θεού» θα τολμούσαμε να πούμε ότι επιχειρείται με επιτυχία το εγχείρημα για ένα εκτεταμένο σχεδίασμα εισαγωγής στην ορθοδοξία. Ο τίτλος του έργου δεν είναι τυχαίος: εμπεριέχει μια δίσημα που προκαλεί! «Εναντίον του Θεού»! Κάποιος που δεν έχει διαβάσει την Αγία Γραφή ξαφνιάζεται. Μα είναι δυνατόν; «Εναντίον του Θεού»; Κι όμως στο Κατά Λουκάν ευαγγέλιο κεφ.24, στ.19-20 διαβάζουμε:

«οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ τὰ περὶ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, ὃς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ»

Στην εγκεκριμένη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Εκκλησία της Ελλάδος μετάφραση της Καινής Διαθήκης των «τεσσάρων» καθηγητών (Βέλλα, Αντωνιάδου, Αλιβιζάτου, Κονιδάρη, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, σελ. 178) το απόσπασμα αποδίδεται ως εξής:

«εκείνοι αποκρίθησαν τα σχετικά με τον Ιησούν τον Ναζωραίον, ο οποίος ήτο προφήτης δυνατός εις έργα ενώπιον του Θεού και όλου του λαού»

 

Πρόκειται λοιπόν για το γνωστό γεγονός της εμφάνισης του αναστημένου Χριστού σε δυο μαθητές  στην προς Εμμαούς πορεία τους. Επίσης η φράση απαντά και στην αρχή του κατά Λουκάν (1,6):

«ἦσαν δὲ δίκαιοι ἀμφότεροι (ενν. ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ) ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, πορευόμενοι ἐν πάσαις ταῖς ἐντολαις καὶ δικαιώμασι τοῦ κυρίου ἄμεμπτοι».

Ο συγγραφέας επισημαίνει στον πρόλογο του έργου πως η αυτή αύτη η δισημία της λέξεως «εναντίον» ήταν που τον ώθησε να τιτλοφορήσει έτσι το βιβλίο:

«η φράση […] σημαίνει απλώς  “μπροστά στο Θεό και σ’ όλο το λαό”, χωρίς την έννοια της αντιπαράθεσης που έχει σήμερα. Την τοποθετήσαμε ως τίτλο, λόγω ακριβώς αυτής της διπλής σημασίας της αρχαίας και της σύγχρονης· ο αναγνώστης μπορεί να συναντήσει και τις δυο ανάλογα με τις προϋποθέσεις του[…]» (σελ.9).

Ας αφήσουμε το οπισθόφυλλο του βιβλίου να μας πει λίγα λόγια για το έργο:

«Ένας κορυφαίος γενετιστής καταστρέφει τ’ αποτελέσματα της πρωτοποριακής έρευνάς του για τον ανθρώπινο εγκέφαλο και αυτοκτονεί, εν μέσω διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου, διοργανωμένου από μια πολυεθνική αυτοκρατορία της γενετικής.

Στον προθάλαμο ενός χειρουργείου, ένας άλλος γενετιστής συζητά με μια τυφλή καθηγήτρια ανθρωπολογίας για το Θεό, τον άνθρωπο, τον κόσμο, την επιστήμη και τον πολιτισμό.

Στη Βραζιλία και το Περού ένας άντρας και δυο γυναίκες, σχεδιαστές κόμικς και άσσοι στους υπολογιστές, προσπαθούν να διαφύγουν από τα λαγωνικά των πολυεθνικών, που τους καταδιώκουν για να τους αποσπάσουν την πολύτιμη γνώση που ίσως κατέχουν».

Μερικά σημεία από την υπόθεση του έργου, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν χαρακτηριστικά είναι τα ακόλουθα:

  1. Η παραμονή των τριών ηρώων σ’ ένα παράξενο περουβιανό χωριό, κρυμμένο στη ζούγκλα του Αμαζονίου, με μια ιδιότυπη θρησκευτική και πολιτισμική παράδοση
  2. Η συζήτηση μιας ομάδας επιστημόνων για τα απόκρυφα ευαγγέλια, γύρω από το κρεβάτι του ξυλοκοπημένου γενετιστή  Μπατίστ
  3. Ο εγκλωβισμός μιας ομάδας αδίστακτων εκτελεστών στη βιβλιοθήκη ενός ρουμάνικου μοναστηριού, όπου αναζητούσαν τον κωδικό πρόσβασης για ένα σημαντικό ηλεκτρονικό αρχείο. Ο κωδικός του αρχείου σχετιζόταν με κάποιο ημιστίχιο της Οδύσσειας («θέτο πότνια μήτηρ»).
  4.  Η ανακάλυψη της αυτοθυσίας του ρουμάνου καθηγητή πανεπιστημίου Ιορδάνη Μπάλαν, που –επηρεασμένος από την ταρκοφσκική «Θυσία»- παραδίδεται στις αρχές και εκτελείται προσευχόμενος για την πτώση του καθεστώτος Τσαουσέσκου.
  5. Η παρουσίαση από την τυφλή καθηγήτρια της ταινίας «Ο Ήρωας» του Ζ. Γιμού με τη μορφή διάλεξης στο Πάν/μιο Θεσσαλονίκης
  6. Η περουβιανή γιαγιά,  μαία και οιονεί ιέρεια του χωριού που εκτελεί το γιο της για να λυτρώσει από τη χρόνια ομαδική κακοποίηση την εγγονή της
  7.  Η αγωνιώδης προσπάθεια ενός ομοφυλόφιλου ζωγράφου να αποτυπώσει στα έργα του το έσχατο πρόσωπο του Φόβου: το κενό[5].

Στη δράση παρεμβάλλονται συζητήσεις και στοχασμοί μεταξύ των ηρώων και της καθηγήτριας που γνωρίζει τον αληθινό χριστιανισμό και την αυθεντική ορθοδοξία. Την αφορμή δίνει ένας από τους γενετιστές ο Πόλ[6] που στέλνει ηλεκτρονική επιστολή στην καθηγήτρια. Της ζητάει την άποψη της για τα απόκρυφα ευαγγέλια. Η καθηγήτρια απαντά με μια μακροσκελή επιστολή που διαπραγματεύεται αναλυτικά το θέμα. Η επιστολή διαβάζεται παρούσης όλης της παρέας των γενετιστών. Η ανάγνωση της επιστολής προκαλεί νέες απορίες αλλά και αμφιβολίες στην παρέα. Έτσι ο Μάν Κάλλερτζ, ο Τζόν Αντάν, η Μία Σίμπλ, η Τέσα Γκριν, ο Μπατίστ και ο Νοσίμπο την «βομβαρδίζουν» με e-mail. Η καθηγήτρια παρά τα προβλήματα της ανταποκρίνεται. Η ιδιότυπη αυτή επικοινωνία μεταξύ των επιστημόνων- που εκφράζουν καθαρά τη δυτική σκέψη και νοοτροπία κι έναν οιονεί επιστημονικό αθεϊσμό- και της τυφλής ανθρωπολόγου που έχει γνωρίσει και βιώσει τον αληθινό χριστιανισμό δίνει την πραγματική διάσταση της ορθοδοξίας ως ορθοπραξίας και μαρτυρίας των αγίων. Ο χριστιανισμός είναι αγάπη (ακόμα και προς τον εχθρό, βλ. Ματθ. 5,44-45) και ελευθερία.

Φυσικά οι ανατροπές είναι πολλές, οι συμβολισμοί διαπνέουν όλο το έργο (δείγματος χάριν αναφέρω «το ερευνητικό πρόγραμμα Ego Eimi» που αναφέρεται στη σελ.19), ενώ τίποτα δεν είναι τυχαίο. Ακόμα και η ανάλυση της ταινίας «Ο Ήρωας» (σελ.429-471) από την τυφλή καθηγήτρια, που φαινομενικά μόνο δείχνει ως παρέκβαση, λειτουργεί συμβολικά και καταλυτικά στην εξέλιξη του έργου. Δεν νομίζουμε πως εδώ απλά ο συγγραφέας ήθελε να μας πείσει  ότι επρόκειτο για μια καθηγήτρια ανθρωπολογίας, που κατέχει το αντικείμενο της. Ο προσεκτικός αναγνώστης θα διαπιστώσει ότι συνάπτεται και διαπλέκεται με το σύνολο της μυθοπλασίας. Θα δώσω μόνο μια ένδειξη: προσωπικά μου προκάλεσε αίσθηση το κομμάτι «Το Εγώ και το πλήθος» (σελ.456-460).

Το προκείμενο έργο αντιστέκεται στις απαιτήσεις των καιρών για turn page έργα. Από τέτοια ένα σωρό μπορεί βρει κανείς στα super market των best sellers! Ο Ελύτης λέει κάπου στα «Ανοιχτά Χαρτιά»: «..το κόκκινο πανί μου-το πιο κόκκινο-είναι ακόμα η ευκολία»[7]. Ξεφεύγοντας από την επιδερμικότητα του ευπώλητου και το κανονιστικό πλαίσιο του «εύπεπτου» ο συγγραφέας παραδίδει ένα βιβλίο για τους πλέον απαιτητικούς αναγνώστες. Το ζήτημα δεν είναι αν δίνει απαντήσεις στα ερωτήματα. Κατά την άποψη μας δίνει εξαντλητικές απαντήσεις και ορθοδοξότατες. Το δύσκολο είναι, για να θυμηθούμε  τον Βιτγκενστάιν, να θέτεις ερωτήματα.

Μέσα από τους ήρωες του το μυθιστόρημα βγάζει την κατά καιρούς ασκημένη κριτική κατά του χριστιανισμού. Έτσι και οι «αρνητές» του χριστιανισμού θα βρουν πολλές από τις απόψεις και τα επιχειρήματα τους να εκτίθενται στο έργο αλλά και να αναιρούνται με ορθόδοξα κριτήρια. Κι όλ’ αυτά σε συνδυασμό με μια μυθοπλασία «επιστημολογικού» θα λέγαμε τύπου, που σαφώς θυμίζει Μπόρχες κι άλλοτε με κλίμα που θυμίζει Κάφκα και Έντγκαρ Άλλαν Πόε. Θα τολμούσαμε να πούμε πως το έργο από άποψη θεολογικής διαπραγμάτευσης είναι εξαντλητικό. Καλύπτει όλες τις πτυχές της θεολογικής ενασχόλησης και είναι φανερό πως είναι αποτέλεσμα μεγάλης προσπάθειας και πολύχρονου μόχθου. Σταχυολογούμε πρόχειρα μερικά μόνο από τα θέματα που καταπιάνεται ο συγγραφέας:

1. Ορθοδοξία και αγιότητα

2. Ορθοδοξία και Δύση

3. Η αληθινή θεογνωσία, οι αγιοπνευματικές εμπειρίες και οι προεκτάσεις της ορθόδοξης πνευματικότητας

4. Ορθόδοξη προσέγγιση της Γένεσης.

(Πιο συγκεκριμένα αναλύονται:

1. οι δυο ανθρωπολογικές διηγήσεις,

2. οι ανθρωπομορφισμοί του βιβλικού κειμένου,

3. η δημιουργία της Εύας,

4. η πτώση και οι συνέπειες της,

5. το πρωτευαγγέλιο και η περί ανακεφαλαιώσεως διδασκαλία του αγίου Ειρηναίου Λουγδούνου,

6. ο Παράδεισος,

7. η πρώτη οικολογική αναφορά,

8. η ευλογία των Πρωτοπλάστων και το μυστήριο του Γάμου,

9. τα «παράλληλα» της Γενέσεως : έπος Γιλγαμές, κώδιξ Χαμουραμπί κλπ),

10. Γένεσις και θεωρία της εξελίξεως,

11.Βασικές θεολογικές αλήθειες της βιβλικής διήγησης: το υπερβατικόν του Θεού, ex nihilo δημιουργία, σχέση εμπιστοσύνης Θεού και ανθρώπου κλπ

12. Καινίτες, κακό και τεχνικός πολιτισμός).

5. Τα απόκρυφα ευαγγέλια, ο γνωστικισμός και ο σχηματισμός της Καινής Διαθήκης

6. Το «θηλυκό» όνομα του Χριστού

7. Οι «αδελφοί» και οι «αδελφές» του Ιησού

8. Ο αληθινός ρόλος της Μαγδαληνής και η θεολογία του έρωτα

9. Ο μύθος του ιερού δισκοπότηρου

10. Οι συμβολισμοί της θείας Μετάληψης

11. Η θέση της γυναίκας στο χριστιανισμό και οι γυναίκες απόστολοι

12. Το φαινόμενο Παύλος: η διδασκαλία του, η σύγκρουση με τον Πέτρο, ο Παύλος και οι γυναίκες

13. Οι Εσσαίοι

14. Ο ρόλος του μεγάλου Κωνσταντίνου και των αυτοκρατόρων

15. Άγιοι που έζησαν με τα θηρία, οι μαύροι και κίτρινοι άγιοι, οι άφθαρτοι άγιοι

16. Η χριστιανική διδασκαλία για τον παράδεισο και την κόλαση

17. Διαλογισμός και Ησυχασμός

18. Ο μυστικισμός και τα θαύματα

19. Ο άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης  ο άγιος Ιωάννης του Σταυρού και η δυτική εκδοχή του μυστικισμού

20. Τα χριστιανικά και τα ρωμαϊκά Μυστήρια

21. Ο μεσαίωνας, το Βυζάντιο κι ο Διαφωτισμός

22. Το Άγιο Όρος και το άβατό του

23. Η εκκοσμίκευση του εκκλησιαστικού γεγονότος διαχρονικά και συγχρονικά

24. Προεκτάσεις της νηπτικής και της αγαπητικής θεολογίας

25.Πτυχές  του ορθόδοξου  αποφατισμού

26.Ιεραποστολή και μισσιοναρισμός

27. Το Συνοπτικό Πρόβλημα

28. Όψεις της βιοηθικής

29. Οι Νεομάρτυρες και οι Σύγχρονοι άγιοι

30. Εκκλησιολογία της αγάπης

31. Κύριλλος και Υπατία

32. Μάξιμος Ομολογητής: ο πολέμιος του μονοενεργητισμού

33. Ο Μονοφυσιτισμός και η Πουλχερία

34. Οι δια Χριστόν σαλοί και η Ταρσώ

35. Ορθοδοξία και σύγχρονος κόσμος

36. Η σωτηριολογική σημασία της Θείας Ενανθρώπησης και της Ανάστασης του Χριστού

37. Ιστορική επισκόπηση του μονοθεϊσμού

38. Διάκριση οικουμενικότητας και οικουμενισμού

39. Αγία Τριάδα, Τριμούρτι και Διόνυσος

40. Η περί ψυχής ορθόδοξη διδασκαλία

41. Θεοκρατία και καισαροπαπισμός

42. Αγιότητα και κοινωνική δράση

43. Ο Ζωροαστρισμός και η μονοθεϊστική παράδοση των προφητικών κύκλων

44. Η φύση του σώματος μετά την Ανάσταση

45. Τύποι της Παλαιάς Διαθήκης

46. ο μύθος των θανάσιμων αμαρτημάτων

47. Ιούδας: το μεγάλο αίνιγμα

48. Νικολαίτες

49. Επιστήμη και δόγμα

50. Η θρησκειολογική ιδιαιτερότητα του χριστιανισμού

51. Βαθμοί ηθικής ανέλιξης στην πατερική σκέψη

52. Ομοφυλοφιλία και χριστιανισμός

53. Έρωτας και αμαρτία

 

Από την τεράστια θεματική του έργου επισημαίνουμε τα ακόλουθα, που παρουσιάζουν εξαιρετικό θεολογικό ενδιαφέρον:

α. Η φυσική διάσταση του θαύματος

 

«Τα θαύματα δεν αντιβαίνουν στους φυσικούς νόμους,

απλώς λειτουργούν με μη πτωτικούς νόμους» (σελ. 187)

Η χριστιανική πίστη δεν βασίζεται σε «θαυματουργίες», για να θυμηθούμε τον Κοραή και την άδικη κάποιες φορές κριτική του. Το θαύμα δεν είναι υπερφυσική κατάσταση, όπως πολλοί νομίζουν, αλλά φυσική: Ό,τι στους ανθρώπους μοιάζει αδύνατο για το Θεό είναι δυνατό. Θαύματα βέβαια δεν γίνονται κατά παραγγελίαν, αλλά όπως σωστά επισημαίνει ο συγγραφέας «σε εξαιρετικές περιπτώσεις».

Επειδή το θαύμα δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση «βακτηρία» για την πίστη γι’ αυτό και λειτουργεί με νόμους προπτωτικούς  ή «μη πτωτικούς» κατά την ακριβέστερη διατύπωση του συγγραφέα.

Σε άλλο σημείο (σελ.118) ο συγγραφέας τονίζει: «Οι άγιοι μας κάνουν θαύματα λέγοντας το όνομα του Χριστού και όχι με τις “δυνάμεις” τους». Η Καινή Διαθήκη κηρύττει ότι το θαύμα είναι χάρισμα που δίνεται απ’ το Θεό (βλ. Πράξ.3,12).

Ο αξέχαστος δάσκαλος μας Ηλίας  Βουλγαράκης σωστά επισημαίνει ότι «αυτός που ασκεί το θαύμα δεν σημαίνει ότι είναι σωσμένος. Ο λόγος είναι ότι το χάρισμα δεν αποτελεί προσωπικό κατόρθωμα αγιότητας αλλά δώρημα Θεού»[8]. Από την άλλη όποιος κάνει θαύματα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι και άγιος[9].

Σχετικά με την εμπειρία της χάριτος ο συγγραφέας επισημαίνει ότι «η εμπειρία των αγίων δεν περιορίζεται σε οράσεις αγγέλων ή δαιμόνων ή του ακτίστου φωτός· είναι μια γενικότερη διαρκής σχέση, που ξεκινάει μόνον από το Θεό, προχωράει στο συνάνθρωπο τους και επεκτείνεται στην ανθρωπότητα, σε όλη την πλάση και τελικά –ή αρχικά ίσως-στον εαυτό τους, με τον οποίο αποχτούν την ειρήνη που ξεπερνά το λογικό…»[10].

β. Το πρόβλημα της θεοδικίας

«Εμείς απαιτούμε από το Θεό να παρεμβαίνει δυναμικά εκεί όπου δεν παρεμβαίνουν οι άνθρωποι. Επίσης θεωρούμε defacto ότι ο Θεός διαπράττει αδικία όταν πεθαίνει ένα παιδί…»(σελ.197).

 

Το τεράστιο πρόβλημα της θεοδικίας που συνεχίζει να απασχολεί θεολογία και φιλοσοφία δεν το προσεγγίζει ο συγγραφέας μονόπλευρα. Το συνδέει με την ελευθερία του προσώπου αλλά και με την ευθύνη του ανθρώπου. Επίσης αναζητεί και τα παράλληλα του σε εξωχριστιανικές πηγές. Είναι χαρακτηριστικό ότι παραθέτει τα λόγια της μοναδικής γυναίκας σούφι Rabi’a al Adawiya:

«(Θεέ μου) αν σε λατρεύω για να γλιτώσω την κόλαση ρίξε με στην κόλαση! Αν σε λατρεύω με την ελπίδα του παραδείσου, κλείσε μου τις πόρτες! Αν όμως σε λατρεύω μόνο για χάρη σου μη μου στερήσεις το αιώνιο κάλλος σου»  (σ.198).

Είμαι σίγουρος ότι το παραπάνω απόσπασμα σας θυμίζει κάτι. Δεν θα μπορούσα λοιπόν να μην μπω στον πειρασμό να το ανακαλέσω:

«Θεέ μου αν σε αγαπώ γιατί θέλω να με βάλεις στην Παράδεισο πέψε  τον άγγελο σου με τη ρομφαία του να μου κλείσει την πόρτα! Αν σε αγαπώ γιατί φοβούμαι την Κόλαση ρίξε με στην Κόλαση! Μα αν σε αγαπώ για σένα, για σένα μονάχα, άνοιξε την αγκαλιά σου και δέξου με» (Ο φτωχούλης του Θεού, σελ.126)

γ. Το σύγχρονο “όπιο του λαού”

«Η πληροφορία, ο ποταμός των πληροφοριών είναι… το όπιο του λαού» (σελ. 405)

Ο συγγραφέας αναφέρεται στις αιτίες της ύπνωσης των συνειδήσεων στις μέρες μας: η βιοτική μέριμνα, η έλλειψη υπαρξιακού νοήματος, η έλλειψη παιδείας. Έτσι διακρίνει «πληροφορία» και ουσιαστική «γνώση». Ο βομβαρδισμός των πληροφοριών και η κατευθυνόμενη πληροφόρηση δεν αφήνουν το σύγχρονο άνθρωπο να σκεφτεί σε βάθος, να στοχαστεί. Εξάλλου είναι γεγονός ότι τα προϊόντα του πνεύματος δεν προβάλλονται σχεδόν καθόλου ενώ η υποκουλτούρα λειτουργεί κανονιστικά. Με τα λόγια του συγγραφέα:

«Δεδομένα που γλιστρούν επιφανειακά στα τοιχώματα της σκέψης, αλλά δε σε βοηθούν να σχηματίσεις αυτοσυνειδησία, να συγκροτήσεις άποψη για τον κόσμο, να κατανοήσεις τον κόσμο και την κατάσταση στην οποία βρίσκεται και το κυριότερο, δε σε ωθούν σε δράση για ν’ αλλάξεις τον κόσμο».

 

Πράγματι πέραν από επιφανειακές «ακτιβιστικές» δράσεις που συνήθως υποκινούνται από την καθοδήγηση της τάδε ή δείνα κομματικής νομενκλατούρας ή τη θρησκειοποίηση της οικολογίας ή ακομά χειρότερα: την «οικολογία του φόβου» (κατά την εύστοχη διατύπωση του Σλ. Ζίζεκ)  ή την ένταξη σε κάποια ομάδα (όχι για λόγους συλλογικότητας αλλά επειδή το επιβάλλει η μόδα), καμία κίνηση για ν’ αλλάξει ο κόσμος δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Τίποτα πλέον δεν κινείται με κοινωνιοκεντρικά κριτήρια αλλά με καθαρά ατομοκεντρικά. Η κοινωνία του θεάματος εξακολουθεί να κυριαρχεί και ο Μάης πέθανε το ’68. Ο κίνδυνος μιας «νέας Βαϊμάρης» δυστυχώς είναι υπαρκτός. Κοινωνικά κινήματα και δίκτυα βεβαίως υπάρχουν, αλλά δεν επαρκούν για την επιβεβαίωση του προτάγματος της αλλαγής του κόσμου.

δ. Χριστιανισμός και κοινωνική συνείδηση

Ένας από τους ήρωες του έργου διερωτάται:

 

«Μήπως τελικά ο χριστιανισμός δεν είναι παρά ένα ακόμα αστικό μόρφωμα που αποκοιμίζει τις συνειδήσεις με μια ευσέβεια της Κυριακής, για να μπορούμε να οργιάζουμε σε βάρος των ασθενεστέρων τις υπόλοιπες έξι ημέρες της εβδομάδας»; (σελ. 412)

 

Φυσικά ο συγγραφέας απαντά στο βιβλίο διακρίνοντας ανατολική και δυτική νοοτροπία, κοινωνικό δυναμισμό και πιετισμό, αγάπη για το συνάνθρωπο και φιλαυτία. Με τον τρόπο αυτό αναδεικνύει το δυναμικό και απελευθερωτικό χαρακτήρα του χριστιανισμού, που δεν κοιμίζει συνειδήσεις, ούτε είναι “όπιο του λαού”, αλλά το “Σώμα του Χριστού”, η Εκκλησία που με το παράδειγμα των αγίων, των οσίων, των ασκητών και των μεγάλων πατέρων υπέδειξε τη λύση στο κοινωνικό πρόβλημα.

Μόλις που χρειάζεται να επισημανθεί ότι ο γνωστός μαρξιστικός αφορισμός περί θρησκείας ως οπίου των λαών ελέχθη από το μεγάλο αυτό στοχαστή με δεδομένο το δυτικό μεταφυσικό μοντέλο που σαφώς βρισκόταν σε παρακμή.

Από την άλλη και η βιταλιστική αθεΐα του Νίτσε και η περί θανάτου του Θεού επισήμανση είχε ως βάση τις ίδιες ακριβώς προκείμενες. Αμφότεροι οι μεγάλοι αυτοί στοχαστές αγνοούσαν την ανατολική εκδοχή του χριστιανισμού. Ο Ν. Μπερντιάεφ έγραψε κάποτε:

           

Ο χριστιανισμός δεν προκάλεσε εξεγέρσεις ούτε επαναστάσεις (…) Κήρυττε μόνο ότι η ψυχή του ανθρώπου, υπόδουλη κοινωνικά, κατείχε απόλυτη αξία και ήταν ίση μπροστά στο Θεό, με την ψυχή του άρχοντα. Ο σκλάβος και το αφεντικό μπορούν να είναι αδελφοί εν Χριστώ και ο σκλάβος μπορεί να κατέχει στην Εκκλησία του Χριστού μια θέση ανώτερη από αυτή του αφεντικού. Η χριστιανική ισότητα των ψυχών μπροστά στο Θεό εξαρτάται από το βασίλειο το γεμάτο με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος (…). Για τη χριστιανική συνείδηση (…) η ανθρώπινη ψυχή (…) έχει απόλυτη αξία και όχι η γήινη και εμπειρική ζωή του ανθρώπου(βλ. Ν. Μπερντιάεφ. Για την κοινωνική ανισότητα, Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 70-71). Ο ίδιος στοχαστής είχε πει πως «η ζωή του χριστιανού είναι μια σταύρωση του ίδιου του εαυτού του».

Ο συγγραφέας(σελ.829) επισημαίνει σχετικά:

«Οι επαναστάτες αρέσουν στους ανθρώπους, γιατί η αλλαγή που προτείνουν δεν είναι μετάνοια· δεν μας καλούν ν’ αλλάξουμε εμείς, μέσα μας, να γκρεμίσουμε τον τρόπο σκέψης μας και να χτίσουμε έναν άλλο (και μάλιστα ταπεινό- το μεγαλύτερο σκάνδαλο) αλλά καλούν σε μια αλλαγή εξωτερικών δομών, απρόσωπα κοινωνικών, πιστεύοντας ότι αυτόματα θα προκαλέσει βελτίωση της ζωής μας. Προσπαθούν να χτίσουν έναν άλλο κόσμο κι όχι έναν άλλον άνθρωπο».

 

Αλλά και στην αρχή του βιβλίου (σελ.55) επισημαίνονται τα εξής:

«Υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στον άγιο και τον απλό καλό άνθρωπο ή ακόμη και τον ανθρωπιστή και τον κοινωνικό αγωνιστή: η αγιότητα δεν είναι μορφή κοινωνικής δράσης, αλλά σχέση με το Θεό, και η αυτοθυσία του αγίου για τους ανθρώπους δεν είναι η αιτία που τον καθαγιάζει, αλλά η φυσική συνέπεια αυτής της επαφής ανθρώπου και Θεού δηλ. της εικόνας (…) με το Προαιώνιο, Λογικό και Υπέρ-άγιο Πρωτότυπο που(…) είναι η απόλυτη προσωποποίηση της Προαιώνιας Σχέσης…».

ε. Περί προσευχής

Ένα από τα πιο δυνατά σημεία του βιβλίου: Μιλάει η τυφλή καθηγήτρια και συγκλονίζει:

«Για να είμαι ειλικρινής, κομπλάρω όταν μιλώ για αγίους· νιώθω τόση τρυφερότητα γι’ αυτούς, που αισθάνομαι κατασκευασμένη από λεπτό κρύσταλλο, να με λούζει το φως τους και να παίρνω το χρώμα του. Είμαι τόσο κατώτερη από τα ύψιστα ηθικά μεγέθη που ενσάρκωσαν με τη ζωή τους, που μου ταιριάζει η σιωπή. Αυτή τη σιωπή στη γλώσσα της ορθόδοξης θεολογίας τη λέμε προσευχή» (σελ.769)

 

 

στ. Θρησκεία και αλήθεια:

«…Κάθε θρησκεία… πιστεύει πως κατέχει όλη την αλήθεια» (σελ. 801).

 

Αξίζει στο σημείο αυτό να δούμε πως ορίζει την αλήθεια ο γέρων Σωφρόνιος του Έσσεξ, που τόσο αγαπά ο συγγραφέας:

«Η επιστήμη και η φιλοσοφία θέτουν στον εαυτό τους το ερώτημα: Τι είναι αλήθεια; Αντίθετα η γνήσια χριστιανική συνείδηση πάντοτε στρέφεται προς την αλήθεια ρωτώντας ΤΙΣ (…).Κατά παράδοξο τρόπο δεν αντιλαμβάνονται τον αφηρημένο χαρακτήρα του ΤΙ τους. Δεν αντιλαμβάνονται ότι η αλήθεια η συγκεκριμένη, η απόλυτη, μπορεί να είναι μόνο ΤΙΣ»  (βλ. Σωφρονίου του Έσσεξ, Ο Άγιος Σιλουανός, Έσσεξ 2003, σελ. 135 κ. ε.).

 

ζ. Η αξία της ταπεινώσεως και η θεολογία της αγάπης

Ο συγγραφέας συχνά αναφέρεται στον ταπεινό Θεό του αγίου Σιλουανού και του γέροντος Σωφρονίου του Έσσεξ. Αξίζει, ιδιαίτερα σήμερα, να θυμηθούμε τι απεκάλυψε ο Θεός στον άγιο Σιλουανό :

Κύριε φώτισε με τι πρέπει να σκέφτομαι, για να είναι η ψυχή μου ταπεινή;

-Κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι!

 

Η αγαπητική θεολογία από την άλλη πλευρά διαπνέει όλο το έργο:

 

«Φανταστείτε το Θεό ως ένα πομπό που εξαπολύει διαρκώς κύματα προσωπικής, απόλυτης και αιώνιας αγάπης. Άλλοι αποδέχονται αυτήν την αγάπη, άλλοι όχι. Εκείνοι που την αποδέχονται ανοίγονται μ’ εμπιστοσύνη και γεμίζουν από τη χάρη του Θεού, δηλ. ενώνονται μαζί Του και συνεπώς μ’ όλα τ’ άλλα πλάσματα του κόσμου- είναι μια ένωση αγάπης, όχι πολτοποίηση της ιδιαιτερότητας του καθενός· ο Θεός χαίρεται, αυτοί χαίρονται (χωρίς αυταρέσκεια, με ταπείνωση, γιατί μόνο έτσι μπορείς να ενωθείς με έναν ταπεινό Θεό), και αυτή η ανέκφραστη χαρά παρατεινόμενη στην αιωνιότητα είναι ο παράδεισος.(…)»(σελ.734)

Και λίγο παρακάτω:

«Ο Θεός αγαπάει, δεν ρωτάει αν Τον αγαπάς».

 

η. Το δικαίωμα στην αγιότητα

Μιλάει η καθηγήτρια και αναφέρεται στο κατεξοχήν ανθρώπινο δικαίωμα: το δικαίωμα στην αγιότητα! Πραγματική βόμβα στην υποκριτική «απανθρωπία του δικαιώματος» (για να θυμηθούμε λίγο τη γιανναρική σκέψη) :

«Τι γίνεται όμως, αν εγώ (ένας άνθρωπος ζυμωμένος με μιαν άλλη παράδοση, άγνωστη ως τα χτες, που ενσκήπτει αίφνης και βροντοφωνάζει: σταματήστε!) αντιτάξω πως το μεγαλύτερο από τα ανθρώπινα δικαιώματα (που δεν το ξέρουν καν οι διακηρύξεις των ανθρωπιστικών οργανισμών) είναι το δικαίωμα του καθέκαστον ανθρώπου να γίνει άγιος, κατά χάριν θεός, θεάνθρωπος, και πως αυτό το δικαίωμα πραγματώνεται μόνο με την πυρακτωμένη σχέση αγάπης που απλώνει ένα αόρατο κορδόνι ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Τριαδικό Θεό και κατ’ επέκτασιν άλλα κορδόνια ανάμεσα στον άνθρωπο και σε όλους τους άλλους ανθρώπους και σε κάθε άλλο πλάσμα του σύμπαντος; «Σάρκωσε τον εαυτό σου στο άλγος κάθε ζώου και πουλιού» (π. Ιουστίνος Πόποβιτς)»

θ. Ορθοδοξία και πολιτισμός

Η συμβολή της ορθοδοξίας στον πολιτισμό επισημαίνεται σε πολλές σελίδες του βιβλίου. Ξεχώρισα ένα απόσπασμα στην αρχή του βιβλίου (σελ.34): «Η ορθοδοξία έχει στοιχεία από την Ανατολή και από τη Δύση, αλλά και από τον ελληνικό χώρο, που επίσης κινήθηκε ιστορικά και πολιτισμικά μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Ας πούμε ότι η ορθοδοξία ή πιο σωστά η ορθόδοξη παράδοση, συνιστά η ίδια έναν πολιτισμό, υπερεθνικό, ιστορικά συνδεδεμένο με πολιτισμούς και παραδόσεις πολλών λαών, αλλά οπωσδήποτε, αν μου επιτρέπετε, μη δυτικό. Ο δυτικός πολιτισμός, όπως γνωρίζετε, πηγάζει από την καθολική εκκλησία ή την αντιπαράθεση της προς αυτήν».

Θα συμφωνήσω με το συγγραφέα ιδιαίτατα στην επισήμανση του περί «μη δυτικού» πολιτισμού με κίνδυνο να χαρακτηριστώ «αντιδυτικιστής» ή ιδεαλιστής. Αν βέβαια «αντιδυτικιστής» είναι κάποιος που αρνείται να δεχτεί τη μεταπρατική και νόθα μετακένωση των δυτικών ιδεολογημάτων και πρακτικών στη δική του ζώσα παράδοση, χωρίς ωστόσο να αποκλείει τη δημιουργική πρόσληψη στοιχείων του δυτικού πολιτισμού προσαρμοσμένα στα καθ’ ημάς.

Αν όπως λένε όψιμα μερικοί Νεο-Βησσαρίωνες δια της τηλοψίας τη «λύση τη δίνει μόνο η Δύση», τότε που είναι η Δύση τώρα που η χώρα υποφέρει; Που είναι η αλληλεγγύη και η υποστήριξη της; Εκτός από τους απίστευτα νηπιώδεις καλβινιστικού τύπου ηθικισμούς της πως συνέβαλε για να βγει η χώρα και η Ευρώπη γενικότερα από την κρίση; Ρητορικα βεβαια τα ερωτήματα: Συνεχίζει να κερδοσκοπεί εις βάρος μας. Και είναι τα λόγια του μεγάλου Κυριάκου Σιμόπουλου που σε τέτοιες στιγμές είναι επίκαιρα όσο ποτέ:

«Η Δύση λαφυραγώγησε και απομύζησε τον βυζαντινό ελληνισμό. Με τις κατακτήσεις και τον κολοσσιαίο πλούτο που συγκεντρώθηκε κατά τις Σταυροφορίες δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για τη θεαματική οικονομική πρόοδο, ενώ η επαφή με τον αρχαίο πολιτισμό, που διαφύλαξαν με ζήλο οι βυζαντινοί, τροφοδότησε την ευρωπαϊκή αναγέννηση. Με τα λάφυρα –υλικά και πνευματικά- των ιμπεριαλιστικών εξορμήσεων αναπτύχθηκαν τα δυτικά κράτη χωρίς εσωτερικές αναστατώσεις και κοινωνικές ανατροπές. Οι Έλληνες- το αίμα και ο ιδρώτας τους- και η πολιτιστική τους παράδοση υπήρξαν η πρώτη ύλη και οι χυμοί για την άνθιση του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Θυσιάστηκε το Βυζάντιο για να σωθεί η δύση» (Ξενοκρατία, Μισελληνισμός και Υποτέλεια, σελ.11).

 Γ. Μ. ΒΑΡΔΑΒΑΣ

Χανιά 10-12-2012

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


[1] Εδώ θα πρέπει να θυμηθούμε τη μεγάλη θεολογική παράδοση του νησιού μας, που επιγραμματικά την επισημαίνει ο Πρόκλος και την επαναλαμβάνει ο Πιερ Βιντάλ Νακέ: «Οι θεολόγοι συνηθίζουν να αντικαθιστούν την Κρήτη με το νοητό» (Η Ατλαντίδα, εκδ. Ολκός, σελ.69).

[2]  Βλ. Ζ. Μπάουμαν, Ρευστοί καιροί, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2009

[3] Αρχιμ. Βασιλείου, Λειτουργικός τρόπος, εκδ. Ιεράς Μονής Ιβήρων, Άγιο Όρος 2004, σελ. 79-80.

[4] Εναντίον του Θεού, σελ.170.

[5]  Τα σημεία αυτά από την υπόθεση του έργου τα οφείλουμε στον συγγραφέα.

[6] Οποιαδήποτε ομοιότης με την πραγματικότητα είναι συμπτωματική. Το έργο συνεγράφη το 2006.

[7] Ανοιχτά Χαρτιά, εκδ. Ίκαρος,σελ.5.

[8] Ηλία Βουλγαράκη, Ιεραποστολή, εκδ. Αρμός, σελ. 115-116.

[9]Αφού είναι γνωστό ότι η χάρις εδόθη και σε αναξίους (κλασσική είναι η περίπτωση του Ιούδα, που αναλύεται εξαντλητικά στο βιβλίο).

[10] Εναντίον του Θεού,σελ.33