ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

Του Γ.Μ.Βαρδαβά

«Γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς»

(Ιω. 8,32)

Συχνά ακούμε να επαναλαμβάνεται από διάφορες πλευρές το  ρηθέν υπό του Κ. Μαρξ ότι η «θρησκεία είναι  το όπιον του λαού». Ισχύει μια τέτοια θέση για το χριστιανισμό ή τον αδικεί κατάφορα;

Βλέποντας το θέμα από καθαρά φαινομενολογική σκοπιά παρατηρούμε ότι ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία αλλά Εκκλησία. Κέντρο του είναι η ιστορία και όχι η φύση, η εσχατολογία και όχι η κοσμολογία. Ο Μιρτσέα Ελιάντε, που πρώτος υπογράμμισε αυτή τη θρησκειολογική ιδιαιτερότητα του χριστιανισμού επισημαίνει: «Η Ιστορία αποκαλύπτεται ως μια νέα διάσταση του Θεού εντός του κόσμου…Ο σύγχρονος χριστιανός που μετέχει στο λειτουργικό χρόνο, συνάπτεται με το illud tempus («τω καιρώ εκείνω») όπου έζησε, μαρτύρησε και αναστήθηκε ο Ιησούς, όμως δεν πρόκειται για κάποιο μυθικό χρόνο…».(Βλ. Μ. Μπέγζου, Δοκίμια φιλοσοφίας της θρησκείας, Αθήνα 1991, σελ.80 και 303).

Έργο της εκκλησίας είναι η πραγμάτωση της Βασιλείας του Θεού, που δεν είναι μια ουτοπική σύλληψη αλλά το «τέλος», ο τελικός σκοπός της. Η καίρια τομή στο χρόνο ως αποτέλεσμα της ελεύσεως του Χριστού (λέμε προ Χριστού  και μετά Χριστόν) συνάπτεται με την εσχατολογική προοπτική. Ο Χριστός με την επίγεια παρουσία του εγκαινίασε ένα καινούργιο κόσμο με ριζοσπαστικές αρχές. Σκοπός του δεν ήταν να καταδυναστεύσει το ανθρώπινο πρόσωπο, ούτε να καταργήσει την ελευθερία της συνείδησης. Γι’ αυτό εξάλλου κήρυξε το «ει τις  θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Ματθαίου 16,24).Ο χριστιανισμός ακολουθών τον Ιδρυτή Του έδωσε έμφαση στην αγάπη και την ελευθερία. Η αγάπη, που κήρυξε ο Κύριος δεν ήταν τυπικού χαρακτήρα, ούτε ένα αίσθημα, που αφορά απλά τον πλησίον ή τα προσφιλή πρόσωπα αλλά επεκτείνεται-και εδώ είναι το ρηξικέλευθο και το ριζοσπαστικό- και στον εχθρό:

«Ηκούσατε ότι ερρέθη, αγαπήσεις τον πλησίον σου και μισήσεις τον εχθρόν σου. Εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και διωκόντων ημάς, όπως γένησθε υιοί του πατρός υμών του εν ουρανοίς» (Ματθαίου 5,44-45). Η νέα αυτή εντολή του Χριστού συγκεφαλαιώνει και υπερβαίνει το Νόμο και τους Προφήτες: «εντολήν καινήν δίδωμι  ,ίνα αγαπάτε αλλήλους» (Ιω.13,34).

Συχνά ο πολύς κόσμος νομίζει ότι ο χριστιανός θα πρέπει να είναι ένας «μαζεμένος», πράος, ήρεμος (ίσως και δειλός;) άνθρωπος, χωρίς δυναμική. Αυτή η άποψη είναι προφανώς εσφαλμένη. Το επιβεβαιώνει και ο Παύλος που στην Β’ επιστολή προς Τιμόθεον τονίζει: «ου γαρ έδωκεν ημίν ο Θεός πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως και αγάπης» (Β’ Τιμοθ. 1,7).

Ο χριστιανός δεν είναι ένας άνθρωπος με «κοιμισμένη» συνείδηση. Το ενδιαφέρον του από σωτηριολογική άποψη δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στον εαυτό  του, αλλά να επεκτείνεται και στον πλησίον του. Ωστόσο δεν θα πρέπει να αποστασιοποιείται ούτε από τα κοινωνικά προβλήματα. Μπορεί η βιοτική μέριμνα να μην τον αφήνει να είναι -όσο θα έπρεπε -ευαισθητοποιημένος κοινωνικά, οφείλει ωστόσο να μην είναι και «κοιμισμένος». Αυτό εξάλλου εννοούσε και ο Κύριος με το «μη μεριμνάτε» (Ματθαίου 6,25), που βέβαια δεν ερμηνεύεται κατά γράμμα, αλλά δίνει την προοπτική της αγωνιστικότητας για τη σωτηρία.

Η προοπτική όμως αυτή συνάπτεται με το ενδιαφέρον για το συνάνθρωπο, όπως προκύπτει από την παραβολή της Τελικής Κρίσεως: «Κύριε πότε σε είδομεν πεινώντα και εθρέψαμεν, ή διψώντα και εποτίσαμεν; Πότε σε είδομεν ξένον και συνηγάγομεν, ή γυμνόν και περιεβάλομεν; Πότε δε σε είδομεν ασθενή ή εν φυλακή και ήλθομεν προς σε; Και αποκριθείς ο βασιλεύς ερεί αυτοίς αμήν λέγω υμίν, εφ’ όσον εποιήσατε ενι τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» (Ματθ.25,37-40).

Η κοινωνική αδιαφορία, η έλλειψη ευαισθησίας για τον πλησίον  δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση γνωρίσματα του αυθεντικού χριστιανού. Εκτός πλέον κι αν ο καθένας μας διαμορφώνει ένα επιμέρους «χριστιανισμό», που τον «βολεύει», ένα χριστιανισμό με άλλα λόγια «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» μας, ήτοι στα μέτρα μας. Αυτή  η αποδοχή είναι παραλλήλως το μεγαλύτερο διακύβευμα για το σύγχρονο χριστιανισμό.

Θεωρούμενος  όμως  υπό αυτή την οπτική γωνία ο χριστιανισμός εκπίπτει σε ατομικιστικό «ιδεολόγημα», μηχανιστικό θέσφατο, σχολαστική δεοντολογία.. Είναι ένα «κτήμα» που κάποιοι κληρονόμησαν χωρίς δυστυχώς να γνωρίζουν την ουσία του και χωρίς να δείχνουν τη διάθεση να ξεκαθαρίσουν τις  αλήθειες του. Δεν θα ήταν υπερβολή αν με βάση τα παραπάνω χαρακτηρίζαμε την κοινωνία μας «μεταχριστιανική». Κύρια χαρακτηριστικά της είναι η ατομική ευαισθησία και η κοινωνική αναισθησία, ο «ωχαδερφισμός» και η επιβράβευση της ήσσονος προσπάθειας, η επίκληση του θείου μόνο όταν ο πιστός έχει την ανάγκη της μεσιτείας του. Κοντολογίς πρόκειται για έκπτωση σε θρησκειοποίηση, που δικαίως έχει χαρακτηριστεί ως «χριστιανική ειδωλολατρία» (βλ. Μ. Μπέγζου, ο .π., σελ.85).

Το «καινόν» όμως και όχι το «κενόν» της θείας ενσαρκώσεως και διδασκαλίας συνίσταται στο τρίπτυχο: ελευθερία- αγάπη- ισότητα. Αυτό είναι το ιδανικό του «καινού ανθρώπου» που ευαγγελίζεται ο Παύλος: «αποθέσθαι …τον παλαιόν άνθρωπον…και ενδύσασθαι τον καινόν άνθρωπον» (Εφ.4,22-24).Ο Ιωάννης συμπληρώνει: «Εάν ουν ο Υιός υμάς ελευθερώσει, όντως ελεύθεροι έσεσθε» (Ιω.8,36). Νέα διάσταση αποκτούν και οι σχέσεις των ανθρώπων, που τις διέπει η ισότητα: «ουκ ενι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, , ουκ ενι δούλος ή ελεύθερος ,ουκ ενι αρσεν και θήλυ πάντες γαρ υμείς εις εστε εν Χριστώ Ιησού»(Γαλ.3,28). Αξεπέραστη αρχή στις διαπροσωπικές σχέσεις είναι το «καθώς θέλετε ίνα ποιώσι υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» (Λουκ.6,31).

Αλλά και  η πατερική σκέψη είναι αγωνιστική και δυναμική. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος θα επισημάνει χωρίς περιστροφές ότι οι νόμοι είναι κατά των γυναικών διότι νομοθετούν άνδρες. Αλλά και ο Χρυσόστομος ομιλών για τους άρχοντες θα πει ότι είναι «εαυτών άρχοντες». Γνωστές είναι οι θέσεις των Πατέρων για τον πλούτο, τη φτώχια και για την κοινωνική αδικία.  Τι πιο ριζοσπαστικό από το χρυσοστομικό «όπου γαρ το εμον και το σον εκεί πάσα μάχης ιδέα και φιλονικίας υπόθεσις»;

Στο σημείο αυτό θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει: «Για ποιο λόγο να δεχτώ την αλήθεια του χριστιανισμού ως τη μόνη αλήθεια; Γιατί να μην προσπαθήσω να την ανακαλύψω χωρίς “πατερναλισμούς”;». Η απορία αυτή που είναι βαθιά υπαρξιακή έχει να κάνει με τη διάθεση της αναζήτησης ενός εκάστου της δικής του «αλήθειας».

Σκοπός μας εδώ δεν ήταν να «αποδείξουμε» τη μοναδικότητα της χριστιανικής Αλήθειας (γεγονός αυτονόητο για τους χριστιανούς, αφού ο Χριστός είπε: «εγώ ειμι η Οδός και ηΑλήθεια και η Ζωή», Ιω.14,6) , αλλά να αναδείξουμε το δυναμικό και απελευθερωτικό χαρακτήρα της.  Εξάλλου σε θέματα πίστης, που είναι κατά το Μέγα Βασίλειο «υπέρ τας λογικάς μεθόδους», δεν υπεισέρχεται απόδειξη. Αν και το θέμα είναι ακανθώδες μια απάντηση-ίσως την πιο αυθεντική από χριστιανικής πλευράς-θα τολμούσαμε να πούμε ότι δίνει ο Σωφρόνιος του Έσσεξ:

« Η επιστήμη και η φιλοσοφία θέτουν στον εαυτό τους το ερώτημα: ΤΙ είναι αλήθεια;

Αντίθετα η γνήσια χριστιανική συνείδηση πάντοτε στρέφεται προς την αλήθεια ρωτώντας ΤΙΣ.(…)

Κατά παράδοξο τρόπο δεν αντιλαμβάνονται τον αφηρημένο χαρακτήρα του ΤΙ τους. Δεν αντιλαμβάνονται ότι η Αλήθεια η συγκεκριμένη, η απόλυτη, μπορεί να είναι μόνο ΤΙΣ».

(«Ο Άγιος Σιλουανός»,σελ.135 κ.ε.)

Στον αντίποδα μια  φιλοσοφική-ανθρωποκεντρική απάντηση θα μπορούσε να είναι τα παρακάτω λόγια του καθηγητή Δ. Λιαντίνη:

«Γιατί η διαφορά η τρομερή εστάθηκε ότι οι ποιητές,

που μοιάζαν την αλήθεια, είπανε ψέματα.

Εγώ όμως που μοιάζει με τα ψέματα,

έζησα την αλήθεια»

(«Γκέμμα»,σελ.255)

Ο Χριστιανισμός εν κατακλείδι είναι δυναμικός, διδάσκει την ελευθερία και την αγάπη. Πρόκειται για αρχές ρηξικέλευθες αιώνια επίκαιρες και σταθερές, που δεν έχουν καμία σχέση με «όπια»,«υπνώσεις» συνειδήσεων και τα τοιαύτα.

Αυτό εξάλλου καταφαίνεται από το γεγονός ότι το χριστιανικό μήνυμα μένει ζωντανό σε κάθε εποχή σε  αντίθεση με τις «κοσμικές» ιδεολογίες, που έρχονται και παρέρχονται.

Μόλις που χρειάζεται να αναφέρουμε ότι η εν λόγω ρήση του Μάρξ έχει άμεση σχέση με την κατάπτωση της δυτικής μεταφυσικής, που ο ίδιος, ως γνήσιο τέκνο της Δύσης, βίωσε.

Εν κατακλείδι: Το «καὶ εἶχον ἅπαντα κοινά» (Πρ.2, 44) στη Vulgata αποδίδεται » et habebant omnia communia«.

2006

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s