ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ ΟΥ ΚΑΤΕΛΙΠΕΣ ΘΕΟΤΟΚΕ

Tῆς Κοιμήσεως σου

Ὑπεραγία Θεοτόκε

πλησιάζει πάλι ἡ ὥρα

Σῶσον ἡμᾶς

ἀπό τῶν ποικίλων παθῶν τε καὶ λαθῶν

ἀπὸ τὴν ἄκρατον κενοδοξὶα

καὶ  τὴν ἀκόρεστον φιλαυτὶα

ἔτι δὲ ἐκ τῆς ἀδιεξόδου ὑποκρισίας

ἀπάλλαξον ἡμᾶς Πανσεβάσμιε

(Κάποιος φωτισμένος διδάσκαλος

αὐτοπροστασία τῆς ἁμαρτίας

τὴν ἀποκάλεσε

ὀρθῶς)

Γ. Μ. Βαρδαβᾶς

13/8/2006

ΒΙΟΣ ΜΥΡΩΝΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ

του Γ. Μ. ΒΑΡΔΑΒΑ

«Μύρων ο θείος αρετής πνέων

ευωδίας πρόσεισιν οσμή Κυρίω»

(στίχοι εκ του συναξαρίου της εορτής του αγίου Mύρωνος)

Ο Άγιος Μύρων γεννήθηκε στην Κρήτη  επί Δεκίου[1],κατα τα Acta Sanctorum[2]. Ως προς τον τόπο γεννήσεως του αγίου δεν υπάρχει ομοφωνία στις πηγές. Συγκεκριμένα ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει ότι ο άγιος εγεννήθη στην πόλη Αυρακία, η οποία ευρίσκετο πλησίον της Κνωσού[3]. Την ίδια πληροφορία βρίσκουμε και σε άλλους συναξαριστές[4]καθώς και στο Μηναίον της η΄ Αυγούστου[5]. Απο τον Codex Sancti Sepuleri, αρ.17, της Πατριαρχικής βιβλιοθήκης των Ιεροσολύμων, που ανάγεται στον ιβ’ αιώνα και στον  οποίο περιέχεται «Βίος του οσίου πατρός ημών Μύρωνος επισκόπου Κρήτης του θαυματουργού» πληροφορούμαστε ότι ο άγιος εγεννήθη στην πόλη Ραύκεια[6]. Στα Acta Sanctorum ως τόπος γέννησης του αγίου αναφέρεται η πόλη Ραύκια[7]. Η ίδια πληροφορία παρέχεται και από τον Σωφρόνιο Ευστρατιάδη[8]. Η ΘΗΕ αναφέρει ότι ο άγιος «εγεννήθη εν τη κώμη Ραύκω (ή κατ’άλλους Ραυκεία)»[9], η οποία ευρίσκετο νοτιοδυτικά της Κνωσού. Αξιοσημείωτη είναι η πληροφορία του Lambecius, ο οποίος αναφέρει ότι ο άγιος μαρτύρησε επί Δεκίου[10].

Ο άγιος καταγόταν από ευγενή οικογένεια[11].Ο Codex 17 αναφέρει ότι οι γονείς του αγίου ήταν «θεοφιλείς άμα και χριστεπώνυμοι»[12].

O άγιος ήταν γεωργός στο επάγγελμα και πρόσφερε ένα μεγάλο μέρος της σοδειάς του στους φτωχούς. Ο Συναξαριστής αναφέρει χαρακτηριστικά ότι όσο ο άγιος ελεούσε τους φτωχούς τόσο και οι καρποί των αγρών του αυξάνονταν[13].Ο άγιος Μύρων ήταν έγγαμος με «γυναίκα νόμιμον», κατά τον Νικόδημο Αγιορείτη[14].

Βασικές αρετές του αγίου ήταν η ευσέβεια, η ευσπλαχνία και η υπομονή.

Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό της σύλληψης επ΄ αυτοφόρω των 10 κλεφτών (κατ’ άλλους επρόκειτο για 12) στα κτήματα του αγίου[15]. Οι κλέφτες από την πλεονεξία τους είχαν γεμίσει τόσο πολύ τα σακιά με σίτο, ώστε δεν μπορούσαν να τα σηκώσουν. Ο άγιος όχι μόνο δεν είχε την αναμενόμενη αντίδραση αλλά και τους βοήθησε έναν-έναν να σηκώσουν τα σακιά και τους παρακάλεσε να μην αναφέρουν σε κανένα το περιστατικό[16].

Μετά τον πρόωρο θάνατο της συζύγου του, ο όσιος εντάχθηκε στον ιερό κλήρο και χειροτονήθηκε πρεσβύτερος κατά την περίοδο των διωγμών του Δεκίου[17]. Ακολούθως ο άγιος χειροτονείται «ψήφω παντός λαού» επίσκοπος Κνωσού από τον επίσκοπο Πινύτου στη Ραυκία[18]. Κατ΄ άλλους ο άγιος κατέστη Αρχιερεύς της Κρήτης και «πρόεδρος Κρήτης» (ήτοι αρχ. Γορτύνης)[19].Η άποψη ότι ο άγιος διετέλεσε επίσκοπος Κρήτης έχει απορριφθεί ήδη από το 1966[20] για τους εξής λόγους: α) κατά το χρόνο που φέρεται ο άγιος αρχιερατεύων ως πρώτος στη μεγαλόνησο, αναφέρεται άλλος ως κατέχων τον θρόνο[21], β) η τοπική παράδοση θεωρεί τον άγιο Μύρωνα ως επίσκοπο Κνωσού και όχι Γορτύνης. Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του εκδότη των ακολουθιών των Κρητών Αγίων επισκόπου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Ιλαρίωνος, που εξεδόθησαν το 1877 στην Αθήνα: «Ακολουθία του εν αγίοις πατρός ημών Μύρωνος επισκόπου Κνωσού Κρήτης του θαυματουργού». Στην εν λόγω ακολουθία ο άγιος εξυμνείται ως επίσκοπος Κνωσού στον οίκο, στο συναξάριο και σε ένα μεγαλυνάριο[22]. Η γνώμη του αρχιεπισκόπου Φινλανδίας Σεργίου (Πλήρες Μηνολόγιον, Β’, τμήμα β΄, σελ.316 γραμμένο ρωσσιστί) ότι ο άγιος διετέλεσε επίσκοπος Ραύκου δεν ευσταθεί διότι πουθενά στις πηγές δεν αναφέρεται τέτοια επισκοπή. Πιθανότατα λοιπόν ο άγιος διετέλεσε επίσκοπος Κνωσού γεγονός με το οποίο συμφωνεί και η τοπική παράδοση αλλά και δεδομένου ότι  η γενέτειρα του, όπου και ετάφη, ορίσθηκε ως έδρα της επισκοπής Κνωσού[23]. Παρά το υψηλό του αξίωμα ο άγιος παραμένει φιλάνθρωπος και ταπεινόφρων: «του θρόνου τοίνυν επιβάς άρα προς οφρύν έβλεψεν, οία δή φιλεί γίνεσθαι τοις πολλοίς άρ’ υπερόπτης εγένετο και υπέρογκος; Ου μεν ουν αλλά και λίαν ταπεινότερος του προτέρου και μετριώτερος και προς άπαν οτιούν των καλών σπουδαιότερος»(Codex17). Έτσι «επιρρεί τούτω του πνεύματος η ενέργεια και θαυμαστά πλείστα τελεί».

Στις πηγές αναφέρονται δύο θαύματα (εκδίωξη δράκοντος, έλεγχος των υδάτων του ποταμού Τρίτωνος):«εδίωξεν ένα δράκοντα, ο οποίος έβλαπτε την χώραν εκείνην εις την οποίαν εφώλευεν»[24],«ποταμού ρείθρον έστησε της ορμής τω όξει της φοράς είργοντος αυτόν της εις το πρόσω διαβάσεως και ου πρότερον εκκίνησε το ρείθρον ο ποταμός πρίν αυτός ο μέγας την εκκλησίαν καταλαβών ήν επεφέρετο ράβδον έστειλε και παρα ταύτης διεταράχθη το ύδωρ»[25].

Ο άγιος «διανύσας θεοφιλώς και οσίως» το υπόλοιπον της ζωης του πέθανε σε ηλικία 100 ετών κατά τον συναξαριστή[26],κατ’ άλλους  σε ηλικία 70 ετών (Σιρλετανό Μηνολόγιο), που είναι και το πιθανότερο[27].Ο άγιος κατά την Acta Sanctorum «κατακλιθείς τοίνυν εν νόσω και διαθέμενος τα υπολειφθέντα αυτώ της χρείας πράγματα δοθήναι πτωχοίς, εν ειρήνη ανεπαύσατο». Εν κατακλείδι αξίζει να αναφερθεί ότι η Ραυκεία μετονομάσθηκε προς τιμήν του Άγιος Μύρων, ονομασία που μέχρι τις μέρες μας διατηρείται

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (Κατ’ επιλογήν)

ACTA SANCTORUM, 36, Augusti,Tomus Secundus,Parisiis et Romae,1867

Δουκάκη Κωνσταντίνου, Ο μέγας Συναξαριστής, τόμος ιβ΄, μήνας Αύγουστος, έκδοση β΄, Αθήναι 1966

Ευστρατιάδου Σωφρονίου, Αγιολόγιον της ορθοδόξου εκκλησίας, Αθήναι 1960

Θ.Η.Ε.,τόμος 7, Αθήναι 1965, λ.«Κρήτης Μητρόπολις», στ.1013-1030

Θ.Η.Ε.,τόμος 9, Αθήναι 1966, λ.«Μύρων», στ.218-219

Λαούρδα Βασ., Κρητικά Παλαιογραφικά, στο περιοδικό «Κρητικά Χρονικά»,  ΣΤ’, Ηράκλειο 1952

Ματθαίου Βίκτωρος, Ο μέγας συναξαριστής της ορθοδόξου εκκλησίας, τόμος η’,  μήνας Αύγουστος, έκδοση β’,1963

Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, τόμος β’, Αθήνησι 1868

Τωμαδάκη Νικολάου, Η αποστολική εκκλησία της Κρήτης κατά τους αι. Η’-ΙΓ’,εν ΕΕΒΣ,έτος ΚΔ’,Αθήναι 1954

Φειδά Βλασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, Α’, Αθήναι 1992

Πρώτη δημοσίευση (χωρίς τις υποσημειώσεις) στην εφημερίδα  «ΠΑΤΡΙΣ» , αρ.φυλ.16989, Ηράκλειο 12/8/2003, σελ.4.

Το λίνκ του άρθρου είναι:

http://www.patris.gr/articles/14390

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


1.O Δέκιος ήταν αυτοκράτορας από το 249 έως το 253. Περί του διωγμού του Δεκίου βλ. αναλυτικά Βλ. Ιω. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Α’, Αθήναι 1992, σελ.124-125.

2. Acta Sanctorum,36,Augusti,Τomus Secundus,Parisiis et Romae 1867,σελ.344.

3.Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, τόμος Β’, Αθήνησι 1868, σελ.304, στ.β’.

4.βλ. Βίκτωρος Ματθαίου, Ο μέγας συναξαριστής της ορθοδόξου εκκλησίας, τόμος Η’, έκδοση β’, 1963, σελ.153. Πρβλ Κ. Χ. Δουκάκη, Ο μέγας συναξαριστής, τόμος ΙΒ’, έκδοση β’ Αθήναι 1966,σελ.67.

5.βλ.Μηναίον, μηνός Αυγούστου, εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1969, σελ53, στ .α’.

6.Ο κώδικας αυτός δημοσιεύθηκε από τον Β. Λαούρδα στη μελέτη του «Κρητικά Παλαιογραφικά» στο περιοδικό Κρητικά Χρονικά, ΣΤ’, Ηράκλειο 1952,σελ.48-50.

7.Acta Sanctorum, αυτόθι.

8. Σωφρονίου Ευστρατιάδου, Αγιολόγιον της ορθοδόξου εκκλησίας, Αθήναι 1960,σελ.341.

9.βλ.ΘΗΕ, τόμος 9, Αθήναι 1966,στ.218.

10.Lambecius,Bibl.Caesereae,lib.8.Πρβλ και ΘΗΕ, ο.π.

11.Αcta Sancorum, ο. π. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι ήταν «εξ ευγενών φύς γονέων».

12.Β.Λαούρδα ,ό. π., σελ.48.

13.βλ. Νικοδήμου Αγιορείτου,αυτόθι. Πρβλ. και Β. Ματθαίου, ό.π.,σελ.154 και Κ. Δουκάκη, ό. π.,σελ.88. Βλ..και Αcta Sanctorum, ό.π. όπου αναφέρεται ότι «τοσαύτη δε χάρις ήν ευφορίας εις τας αρούρας αυτού, ώστε πάντας τους πένητας και απόρους της νήσου επαρκείν δύνασθαι από τε σίτου και οίνου και ελαίου, μη μόνον εις την αυτών χρείαν, αλλά και εις τους διδομένους τω δημοσίω φόρους».

14. Νικοδήμου Αγιορείτου,ό.π

15.Για 10 κλέφτες κάνουν λόγο οι Νικόδημος (βλ. μν. έργον, αυτόθι), Β. Ματθαίου(βλ. ό.π., σελ.154) και ο Κ. Δουκάκης (βλ. ό.π., σελ.88).Ο Codex 17 δεν προσδιορίζει αριθμό. Για 12 κλέφτες κάνουν λόγο το Μηναίον (ό.π),και η Acta Sanctorum (ό.π.,σελ.345).

16.Κατά τον Σ. Ευστρατιάδη(αυτόθι) ο άγιος τους συμβούλεψε να μην κλέβουν εις το εξής. Στα Acta Sanctorum μαρτυρούνται τα εξής: «Ελθών ο όσιος και θεασάμενος αυτούς δι’ όλης της νυκτός κοπιάσαντας και μηδέν ανύσαντας, αυτός μόνος αναβαστάξας τους σάκους εις τους ώμους αυτών ανέθηκεν παραγγείλας αυτοίς, μηδενί μηδέν ειπείν». Σε άλλη συνάφεια αναφέρεται άλλο ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο: «ούτος ο όσιος  άρουραν είχεν ερεβίνθων, εν η κλέπται εισελθόντες και ταύτην δηώσαι βουληθέντες ακάνθαις περιεσπάρησαν».

17.βλ. Β.Λαούρδα, μν.έργον,σελ.49: «χρόνος παρήλθεν ουχί συχνός και γαμέτη μέν αυτώ την παρούσαν καταλύει ζωήν(….) τη εκκλησία φέρων δίδωσι εαυτόν ο θαυμαστός Μύρων, ής τους άλλους βαθμούς υπεραναβάς τη των πρεσβυτέρων καθέδρα καθέζεται». Βλ. και Σ. Ευστρατιάδου, αυτόθι.

18.Acta Sanctorum,ό.π

19.βλ. Νικοδήμου Αγιορείτου, ό.π, σελ.305, στ α’- Βασ.Λαούρδα, ό.π., σελ.48-49. Πρβλ. ΘΗΕ, ό.π.,σελ.219 και Νικολάου Β. Τωμαδάκη, Η αποστολική Εκκλησία της Κρήτης κατά τους αι. Η’-ΙΓ’,στην ΕΕΒΣ, έτος ΚΔ’, Αθήναι 1954, σελ.82 κ.ε.  Βλ. και Σ. Ευστρατιάδου, ό.π, αυτόθι: «εχειροτονήθη επίσκοπος Κνωσού (κατά τινάς), κατ’ άλλους Κρήτης».

20.βλ.ΘΗΕ,ό.π.,σελ219

21.βλ.ΘΗΕ,ό.π.Πρβλ.Ν.Τωμαδάκη,ό.π.,σελ.72κ.ε.

22.βλ. ΘΗΕ, αυτόθι.

23.βλ.ΘΗΕ,αυτόθι.Πρβλ.ΘΗΕ,τόμος 7,Αθήναι 1965,στ.1013-103

24.Νικοδήμου Αγιορείτου,αυτόθι. Ο Codex 17 αναφέρει: «Δράκων τις ενεφιλοχώρει κατά τινα τόπον και δεινώς την χώραν εκείνην κατελυμαίνετο. Ταύτης ούν οι κάτοικοι τω θαυματουργώ Μύρωνι προσιόντες απαλλαγήν ευρείν εξαιτούνται του τοσούτου κακού. Ευχαίς ούν ο άγιος ταίς προς τον  Θεόν δεήσεσι λυτρούται τους άνδρας του τοσούτου κακού και φυγάδα τούτον εκείθεν αποστέλλει». Παραθέτουμε και τη μαρτυρία των Acta Sanctorum: «Δράκων γάρ φοβερός, έχων ένοικον δαίμονα παλαμναίον, εδείκνυεν αυτόν εκ συμπτωμάτων αρχαίων, και κατέβλαπτε πολλούς. Ούτος ιδών τον Όσιον διερχόμενον, ποταμηδόν κατερρει τα δάκρυα κλίνων αυτού την κεφαλήν. Ο δε Όσιος, πρώτον μεν τον εμφωλεύοντα αυτώ δαίμονα απήλασε πάσι ορώμενον καθάπερ καπνόν υπό πνεύματος ελαυνόμενον. Έπειτα προς το δράκοντα είπεν έξελθε και σύ από των ορίων τούτων μηδέποτε τινι φαινόμενος ή καταβλάπτων τινα. Πάραυτα ουν καθ έτερον τόπον ερπύσας, αφανής γέγονεν».

25. Β. Λαούρδα,ό.π.,σελ.50. Πρβλ και Acta Sanctorum: «καταλαβούσης δε ποτε Κυριακής και βουλόμενος εις επίσκεψιν αδελφών της πόλεως Κνωσού παραγενέσθαι, και μη τε της συνάξεως της Κυριακής  απολειφθήναι, ήλθεν επι ποταμόν τον καλούμενον Τρίτωνα, και πλημμυρούντος, ηύξατο και εισήει συν τω ίππω αυτού, του ποταμού αναχαιτίσαντος το ρείθρον εαυτού και παραχόντος πάροδον τω Οσίω του διαβήναι αβρόχως άμα τοις συνούσι αυτώ. Εσπέρας δε καταλαβούσης ύπνωσε και ορά τινα δεδεμένον οπίσω τας χείρας και παρακαλούντα αυτόν λύσαι. Όστις διαναστάς και γνούς την του ποταμού στενοχωρίαν, απέστειλεν δυο τινας μετά της ράβδου αυτού, και τύψαντες το ύδωρ έφησαν λέλυσαι ποταμέ, πορεύου αβλαβώς εις τον τόπον σου».

26. βλ. Νικοδήμου Αγιορείτου, αυτόθι, Κ. Δουκάκη, αυτόθι, Β.Ματθαίου, αυτ., Μηναίον η΄ Αυγούστου, αυτ., Σ. Ευστρατιάδου, αυτ.

27.βλ.ΘΗΕ,ό.π,σελ.218

Φιλοκαλούμεν μετ’ ανταρσίας: Το νέο βιβλίο του Κώστα Ζουράρι

Κώστας Ζουράρις, Φιλοκαλούμεν μετ’ ανταρσίας

Προπονητική για το πολίτευμα της υπεραναρχίας, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2010, ISBN: 978-960-527-589-1.

του Γ. Μ. Βαρδαβά

Στο νέο του βιβλίο ο Κ. Ζουράρις ασχολείται με το καθ’ ημάς πολίτευμα της κοινοβιακής “Υπεραναρχίας”.  Βαθύς γνώστης του τρόπου μας, μακριά από “νεωτερικούς” ακκισμούς, φιοριτούρες και λοιπές κενολογίες εξηγεί αναλυτικά το τι συνεπάγεται η μοναχική αναχώρηση πολιτειακά, πολιτικά , φιλοσοφικά, ιλιαδορωμέικα και όχι μόνο, πάντα με το γνωστό του ύφος.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:

Τούτη τη στιγμή, όπως και για όλες τις μεθυστερο-πρωθύστερες, το αγιορείτικο πολίτευμα είναι το πιο πόστ μόντερν πιασάρικο στέκι, αν θές να πάψει η νεύρωσική σου ανθρωπαρέσκεια και να μάθεις, επιτέλους, πως είσαι μοναδικός, γιατί ” ζης από την ανάσα κάποιου άλλου “. Κι αυτός ο Άλλος ” είν’ ευεργέτης μου μεγάλος “: ο Μοναχός της αγιορειτικής υπεραναρχίας (βλ. και σελ. 165-166).

“Προαγέτης” του βιβλίου ο γνωστός καθηγητής του ΑΠΘ Λ. Ι. Σιάσος, γράφει “Μικρόν Εισοδικόν εις το θεοπαράδοτον πολίτευμα των αγγελομόρφων παλαιστών…” (σελ. 9-44). Το κείμενο του είναι βαθυστόχαστο και εισάγει τον αναγνώστη στην ησυχαστική τριβή και το μοναχικό ιδεώδες της καθ’  ημάς Ανατολής.  Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει  το κομμάτι Ε’ -ΣΤ’ , που επιγράφεται “Η ειρκτή της προσευχής, η πλατεία της θεολογίας”. Εδώ ο Λ. Ι. Σιάσος φέρνει στο προσκήνιο ένα σημαντικότατο χωρίο του αγίου Διαδόχου Φωτικής, το οποίο και αναλύει με μοναδικό τρόπο (σελ. 30 -40).

Έπεται η Εισαγωγή του βιβλίου που διαλαμβάνει τα  “Προπονητικά πρότερα και εισόδια περί το υπεραναρχικό πολίτευμα” (σελ.47-53). Ακολουθούν τα πέντε μέρη του βιβλίου (σελ. 57-217).

Στο πρώτο μέρος  (σελ. 57-91) το συγγραφέα απασχολεί το ζήτημα της ελευθερίας σε συνάρτηση με  το μοναχικό άθλημα. Στην έρημο οι “αρνητές Αντάρτες που έφτυσαν την κίβδηλη μετάνοια του Καίσαρος“   (σελ.  66) εγκαθιδρύουν το “Υπεραναρχικό πολίτευμα” (ό. π.). Όντες πραγματικοί επαναστάτες έχουν διδαχθεί από τον Ηράκλειτο ότι “ δεν μπορούν οι αδικημένοι να καθαίρονται δ’ ἄλλω αἵματι, διότι τότε κι αυτοί καταντούν μἱαινόμενοι ” (σελ.69).  Πήγαν στην έρημο ” ἐν ἀφελότητι καρδίας, όπως εκείνοι οι αφελείς ης αγαπης, των πρώτων χριστιανικών κοινοβίων” (ό.π.). Έπειτα ο συγγραφέας αναλύει την προχριστιανική διάσταση της αναχώρησης στο ελληνικό γίγνεσθαι. Η αναχώρηση δεν ήταν άγνωστη στον ελληνικό τρόπο (σελ. 71-79). Ακολουθεί το ελληνικό προπονητικό αρχέτυπον (σελ. 81-91).

Στο δεύτερο μέρος (σελ. 93-126) αναλύεται η πρόσληψη του προπονητικού αρχετύπου: γίνεται λόγος για τον πρωταθλητισμό της πτωχείας, της αγάπης, της ισοπολιτείας και της ακτημοσύνης με γνώμονα τη Φιλοκαλία που αποτελεί το “προσωποκεντρικόν του ανθρωποκεντρικού” (σελ.98). Έπεται το της “Φιλοκαλίας δυσανάβατον” (σελ. 109-122). Εξηγείται επαρκώς γιατί υπάρχει συνεχώς το “εγώ” στη Φιλοκαλία (σελ. 110). Η Φιλοκαλία δεν είναι ατομοκεντρική, αλλά προσωποκεντρική, που “μας προπονεί, μας ασκεί στο Πρωτεύθυνον:  “Τίς ἐστι λοιπὸν ὁ αἴτιος; Ἐγώ εἰμι ἡ αἰτία” (ό.π). Εν συνεχεία αναλύονται οι αναβαθμοί της φιλοκαλικής προπονητικής (σελ. 114-122). Το δεύτερο μέρος κλείνει  ένα υπέροχο κείμενο που αναφέρεται στην αγιογραφία των στρατιωτικών αγίων της ορθοδοξίας (σελ. 123-126).

Στο τρίτο μέρος που επιγράφεται “Υπάρχει το ασύντριφτο” (σελ. 129-156) ο συγγραφέας αναφέρεται στην καθημερινότητα του κοινοβιακού μοναχισμού, στους “πλούσιους της πτωχείας“, στην παγγενηά και την παγκοινιά, στη μοναχική υπακοή.

Στο τέταρτο μέρος (σελ. 157-203) υπάρχουν διάφορα κείμενα που εκφράζουν τη ζωντανή εμπειρία του συγγραφέα από την “πρωταθλητική μαρτυρία της κοινοβιακής υπεραναρχίας“. Είναι όλα τους ένα κι ένα. Προσωπικά ξεχώρισα το ” Το τζιτζίκι, το θαύμα και το θαύμα” (σελ. 182-191). Στο ακριβώς επόμενο κείμενο (“Ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός…μετ’ οργής…”) υπάρχει η εξής απίστευτη φράση:

Ο καπιταλιστής είναι τόσο άπληστος , ώστε σου πουλάει και το σκοινί για να τον κρεμάσεις (σελ.193).

Πέμπτο μέρος (σελ. 208-217) με τα λόγια του συγγραφέα: ” Και έσχατον, ως νόστος των εσχάτων, Αίνος Κωστή Μοσκώφ (βλ. εισαγωγή, σελ. 53) .

Το έργο κλείνει με μια  “περι που αυτοβιογραφία” (σελ. 209-217) του συγγραφέα.

Κλείνοντας οφείλουμε να πούμε ότι το  Φιλοκαλούμεν μετ’ ανταρσίας είναι ακατάλληλο για “εκσυγχρονιστές” και “ευρωλιγούρηδες”. Αντίθετα είναι κατάλληλο για όσους ασχολούνται με την ελληνική ιδιοπροσωπία και τον καθ’ ημάς τρόπον, ήτοι την Παράδοση μας.

9 Ιουλίου 2010

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «Αναγνώσεις«, 9/7/2ο1ο.