Οι Τρεις Ιεράρχες

Ομιλία στον Ιερό Ναό Αγίου Ιωάννου
Ηράκλειο 30 Ιανουαρίου 2009

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Η Εκκλησία μας σήμερα τιμά «τους τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου θεότητος» Βασίλειο το Μέγα, Γρηγόριο το Θεολόγο και Ιωάννη το Χρυσόστομο. Το ήθος, η πνευματική καλλιέργεια, η αγιότητα βίου, η σύνδεση της ελληνικής παιδείας με τη χριστιανική πίστη, το ενδιαφέρον τους για τη μόρφωση και για το συνάνθρωπο, η διαμόρφωση της θεολογικής ορολογίας και η παγίωση της χριστιανικής αλήθειας οδήγησαν την Εκκλησία στην ανάδειξη των Τριών Ιεραρχών σε προστάτες των γραμμάτων και της παιδείας.

Δεν θα υπεισέλθουμε στα βιογραφικά των Τριών Ιεραρχών, που νομίζω είναι γνωστά.Εδώ θα επικεντρωθούμε σε ένα φαινόμενο, που τα τελευταία χρόνια αρχίζει να γίνεται εντονότερο και σαφώς μας προβληματίζει. Πρόκειται για τη συστηματική προσπάθεια να αποδομηθεί η ουσία της εορτής των Τριών Ιεραρχών, να σχετικοποιηθεί η συμβολή τους στα γράμματα, τον πολιτισμό και την παιδεία. Θα μπορούσαν να παρατεθούν πλήθος θλιβερών παραδειγμάτων προς επίρρωσιν, αλλά αρκούμεθα να αναφερθούμε στην παράλειψη των Τριών Ιεραρχών από την ύλη των Θρησκευτικών της Γ’ Γυμνασίου. Δικαιολογίες που επικαλούνται λόγους συντομίας προφανώς προκαλούν θυμηδία, δοθείσης της τεράστιας αξίας του έργου και της προσωπικότητας τους. Ίσως θα είχε ενδιαφέρον να αναζητήσουμε τις αιτίες. Θα μπορούσαν να αναφερθούν αρκετές. Περιοριζόμαστε όμως στα βασικά.

Σε έναν κόσμο, που η χρησιμοθηρία, η χρησιμότητα και ο ατομοκεντρισμός λειτουργούν κανονιστικά, πολλοί διερωτώνται αν έχουν οι Τρεις Ιεράρχες να δώσουν μαρτυρία και υπαρξιακό νόημα στο σύγχρονο άνθρωπο. Σε αυτά προστίθενται οι γνωστές δήθεν «φωταδιστικές» προσπάθειες αποδόμησης τους, που εδράζονται στην επαρχιώτικη απομίμηση –ούτε καν αντιγραφή- ξένων πολιτιστικών προτύπων και παραδόσεων.
Η μεταμοντερνιστική –μηδενιστική μόδα, που τόσο όψιμα έφτασε στη χώρα μας, και βασικό της πρόταγμα έχει την απαξίωση όλων των αξιών, με ειρωνικό τρόπο καταδυναστεύει κάθε υπερατομική αξία και καθιστά τον άνθρωπο «άτομο», υποκείμενο στη συστημική απροσωπία. Κάθε έννοια κοινωνικότητας, συλλογικότητας, προσωπικής ετερότητας καταλύεται και λοιδορείται. Σημασία έχει «να είσαι ο εαυτός σου», ήτοι ό,τι προτάσσει το συμφέρον σου. Αυτή η αποθέωση της ατομικότητας, όχι μόνο εξαίρεται, αλλά θεωρείται από κάποιους διανοούμενους ως η λύση στην κρίση των καιρών μας. Το πρόβλημα -κατ’ αυτούς- εστιάζεται στην κρίση της εξατομίκευσης. Είμαστε «πίσω» οντολογικά και υπαρξιακά. Για να πάμε λοιπόν «μπροστά» θα πρέπει να καταστούμε «άτομα», έρμαια της απροσωπίας των νεωτερικών συστημάτων.Φυσικά οι φωνές αυτές αγνοούν ότι κάτι τέτοιο αντίκειται στην παράδοση και την ιδιοπροσωπία μας, που συνδέεται με το κοινοτικό πνεύμα και την οντολογική προτεραιότητα των σχέσεων κοινωνίας. Αγνοούν προσέτι ότι το μοντέλο αυτό χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν και ξεπεράστηκε διότι οι ανάγκες των καιρών ήταν διαφορετικές.
Οντολογικά η πρόταση αυτή δεν έχει βάση. Αλλά οι θιασώτες της επιμένουν κι αντί να προτείνουν εναλλακτική λύση αρκούνται στη λογική του συρμού: «Εκεί πάνε τα πράγματα, άρα αυτή είναι η μόνη διέξοδος». Με αυτή την απλουστευτική προσέγγιση απαντούν στο «κενό νοήματος» των καιρών μας. Τα προτάγματα της νεωτερικής «Βουλγάτας» αποκτούν έτσι καθολικό χαρακτήρα και θεωρούνται τα μόνα αποδεκτά, ενώ όλες οι άλλες παραδόσεις απλά μνημονεύονται ως «παραδόσεις», χωρίς όμως να έχουν για το νεωτερικό τρόπο σκέψης κάποιο αξιολογικό έρεισμα.
Αυτή η λογική του νεωτερικού μονόδρομου απαξιώνει κάθε έννοια πολιτιστικής ιδιοπροσωπίας και ετερότητας. Με τον τρόπο όμως αυτό ό,τιδήποτε προ-νεωτερικό απαξιώνεται, θεωρείται «γραφικό». Αυτή εν ολίγοις είναι η «κυρίαρχη» τάση στο χώρο της διανόησης στις μέρες μας. Με μια κουβέντα θα τη χαρακτηρίζαμε νεωτερικό μαξιμαλισμό.
Εν συνεχεία θα δούμε ορισμένες πτυχές της διδασκαλίας των Τριών Ιεραρχών και ας κρίνει ο καθένας ξεχωριστά αν είναι «επίκαιρες» ή όχι. Με αυτό τον τρόπο θα γίνει κατανοητή η διαπίστωση του Χρυσοστόμου: «Που οι πολεμήσαντες; Σεσίγηνται και λήθη παραδέδονται. Που δε η Εκκλησία; Υπέρ τον ήλιον λάμπει». (PG 52, 429).

1. Ξεκινάμε από κάποιες βασικές θέσεις των Τριών Ιεραρχών για την παιδεία: «Ἡ πραγματική παιδεία εἶναι ἀγωγή ὠφέλιμη γιά τήν ψυχή, πού τήν καθαρίζει ἀπό ἐλαττώματα, πολλές φορές μέ κόπο καί πόνο» λέγει ο Μέγας Βασίλειος.

Αλλού για το δάσκαλο θα πει: «Αξιοπιστία του διδάσκοντος ευπαράδεκτον μεν τον λόγον καθίστησι, προσεχέστερους δε τους διδασκομένους παρασκευάζει». Και στον περίφημο λόγο του «Προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων» λέγει: «Η ψυχή έχει για καρπό την αλήθεια, αλλά είναι ωραίο να φοράει και την κοσμική σοφία ,όπως τα φύλλα των δέντρων που προστατεύουν τον καρπό και δίνουν καλή θέα».
Ο άγιος Γρηγόριος συμφωνεί: «Νομίζω ὅτι ὅλοι οἱ φρόνιμοι ἄνθρωποι ὁμολογοῦν πώς ἡ παιδεία εἶναι τό πρῶτο ἀγαθό πού διαθέτουμε. Ὄχι μόνο ἡ Χριστιανική, πού εἶναι καί ἡ εὐγενέστερη καί πού περιφρονεῖ κάθε κομψότητα καί κάθε φιλοδοξία τῶν λόγων γιά νά κρατήσει μόνο τή σωτηρία καί τό κάλλος τῶν νοητῶν πραγμάτων, ἀλλά καί ἡ ἐξωτερική (θύραθεν) μόρφωση τήν ὁποία κάποιοι Χριστιανοί ἀπό κακή ἐκτίμηση ἀπορρίπτουν, διότι τάχα εἶναι ὕπουλη καί ἀπατηλή καί ἀπομακρύνει ἀπό τόν Θεό».
Ο Χρυσόστομος ολοκληρώνει : «Τίποτε δέν συγκρίνεται μέ τό νά διαπαιδαγωγήσεις τήν ψυχή καί νά διαπλάσεις τή διάνοια ἑνός νέου». Και αλλού: «Ουδέν γαρ γνώσεως εστί τιμιώτερον. Η γαρ γνώσις φως εστι της ψυχής. Το έμπαλιν η άγνοια σκότος».
Φυσικώ τω λόγω η γνώση περιλαμβάνει και τη θεογνωσία, η οποία ωστόσο δεν ερείδεται σε νοησιαρχικές ή νομιναλιστικές προκείμενες, αλλά βιώνεται υπαρξιακά. Σχετικά ο άγιος Γρηγόριος θα πει: «δια πολιτείας άνελθε, δια καθάρσεως κτήσαι το καθαρόν, πράξις γάρ επίβασις θεωρίας». Συνεπώς η συμφωνία λόγων και έργων, η ταπείνωση, η άσκηση και η βίωση της θεολογίας ως αγιοπνευματικής θεοπτικής εμπειρίας συνιστούν τις απαρχές της ορθόδοξης πνευματικότητας και ταυτόχρονα το πρότυπο της κατά Χριστόν ζωής.
Για να γίνει κατανοητό το γεγονός ότι οι Τρεις Ιεράρχες συνδύασαν τη θύραθεν σοφία με το πρότυπο της αγιότητας και της ταπείνωσης αρκεί να θυμηθούμε ένα απόσπασμα από τον εναρκτήριο λόγο του Χρυσοστόμου το 386 μ.Χ., όταν χειροτονήθηκε ιερέας την Αντιόχεια :

Και τις αν ταύτα πιστεύσειεν, ότι ημέρας ούσης, νηφόντων ανθρώπων και εγρηγορούντων, μειρακίσκος ευτελής και απερριμμένος προς ύψος αρχής ανηνέχθη τοσούτον;(…)Καίτοι και ει κατά τους αενάους ως ρέοντας ποταμούς και πηγάς λόγων εναπέκειντό μου τω στόματι, τοσούτων αθρώων συνδραμόντων προς την ακρόασιν, ταχέως ανεστάλη μοι τω φόβω το ρείθρον και ανεχαίτισεν αν εις του πίσω τα νάματα…
(Ποιος θα μπορούσε να το πιστέψει, λέει, ότι μέρα μεσημέρι, μπροστά σε ανθρώπους ξυπνητούς και ξεμέθυστους, ένα κακομοίρης πιτσιρικάς θ’ ανεβεί να καθίσει τόσο ψηλά; … Μα, ακόμα κι αν έφταναν στο στόμα μου οι ποταμοί και οι πηγές των λόγων, ο φόβος θα γύριζε πίσω τα νερά τους).

Κι αλλού αναφέρει: «Τι θα προτιμήσουμε τέλος πάντων τα χειροκροτήματα του κόσμου ή την αγάπη του Θεού;». Ο Μ. Βασίλειος είναι ακόμα αυστηρότερος: «Πολλών μεν ακήκοα λόγων ψυχωφελών, πλην παρ’ ουδενί των διδασκάλων εύρον αξίαν των λόγων την αρετήν» (ΡG 32, 358). Η ευρύτητα της σκέψης των τριών Ιεραρχών φαίνεται από την θετική αξιολόγηση της τεχνικής παιδείας, της οποίας δέχονται την χρησιμότητα και σπουδαιότητα. Σε μια εποχή που οι χειρωνακτικές τέχνες ονομάζονταν «βάναυσοι», θα πει ο Χρυσόστομος: «Μη καταφρονώμεν των από χειρών τρεφομένων, αλλά μάλλον αυτούς μακαρίσωμεν δια τούτο» (ΡG 51, 193).

2. Η κοινωνική διδασκαλία των Τριών Ιεραρχών, αξίζει να αναφερθεί, γιατί θεμελιώνεται στην ισότητα μεταξύ των ανθρώπων, την αγάπη, την αλληλεγγύη και την κοινοχρησία, κατά το πρότυπο της πρώτης χριστιανικής κοινότητας των Ιεροσολύμων.  Η λύση του κοινωνικού προβλήματος προϋποθέτει μια εσωτερική επανάσταση, μια επανάσταση «ψυχών» (Ζιάκας). Κι όπως πολύ σωστά έχει παρατηρήσει ένας καλός συνάδελφος η λέξη «επανάσταση» εμπεριέχει εντός της την «Ανάσταση». Μάλλον θα είχε κατά νου τα λόγια του Χρυσοστόμου: «Όταν δεις τη φθορά, τότε ακριβώς να πιστεύεις στην ανάσταση, γιατί ο θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αναίρεση της φθοράς» (ΕΠΕ 36,130-131).
Ο Χρυσόστομος επί του κοινωνικού προβλήματος τονίζει: «όπου γαρ το εμον και το σον εκεί πάσα μάχης ιδέα και φιλονικίας υποθεσις». Ο Μέγας Βασίλειος συμπληρώνει: «αν αυτός που απογυμνώνει το ντυμένο ονομάζεται λωποδύτης, αυτός που δεν ντύνει το γυμνό, αν και μπορεί να το κάνει, δεν είναι το ίδιο;». Και ο Γρηγόριος τονίζει: «Μην τεντώνεις τα χέρια σου στον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών. Αν εκτείνεις τα χέρια σου στα χέρια των φτωχών έπιασες την κορυφή του ουρανού».
Μόλις που χρειάζεται να πούμε ότι η διδασκαλία αυτή δεν έμεινε στα λόγια.
Υπενθυμίζουμε τη «Βασιλειάδα», συγκρότημα ευαγών ιδρυμάτων, που ίδρυσε ο Μέγας Βασίλειος και εκεί βρήκαν καταφύγιο πτωχοί, ορφανά, λεπροί, απόκληροι ανεξαρτήτως αν ήταν χριστιανοί ή ειδωλολάτρες.

Επί των ημερών του Χρυσοστόμου η εκκλησία της Κωνσταντινούπολης έτρεφε 7000 φτωχούς. Ο ίδιος έδινε μεγάλα ποσά για να εξασφαλίσει την ελευθερία πολλών δούλων. Η δε αρετή της ακτημοσύνης εφαρμόστηκε και από τους τρεις (ενώ ήταν πάμπλουτοι μοίρασαν όλα τα υπάρχοντα τους στους φτωχούς).
Δείγμα του ρηξικέλευθου αλλά και βαθιά ανθρωπιστικού πνεύματος που διακατείχε το Χρυσόστομο αποτελεί το γεγονός ότι και αυτή ακόμα η ύπαρξη εκκλησιαστικής περιουσίας τον ενοχλούσε, αν και τα εισοδήματα της δεν ήταν υπέρμετρα. Τον ενοχλούσε μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε συνιστούσε στους πιστούς αντί να δίνουν χρήματα για τη διακόσμηση των ναών να τα δίνουν αυτοπροσώπως στους φτωχούς. Έτσι εξυψώνεται το ανθρώπινο πρόσωπο και προάγεται η κοινωνικότητα.

Η ύπαρξη περιουσίας δικαιολογείται ωστόσο -κατά το Χρυσόστομο- εξαιτίας της απανθρωπίας εκείνων των χριστιανών, που δεν συνέβαλαν αποφασιστικά, ενώ είχαν τη δυνατότητα, στην καταπολέμηση των κοινωνικών διακρίσεων: «Σήμερα η εκκλησία έχει αγρούς, οικοδομές και εισπράξεις από νοίκια(…).Κι όλα αυτά τα έχει εξαιτίας της απανθρωπίας σας. Όλος αυτός ο πλούτος έπρεπε να βρίσκεται στα χέρια σας και τα έσοδα της εκκλησίας έπρεπε να προέρχονται από τη γενναιοδωρία σας. Τώρα όμως (…)εσείς δεν καρποφορείτε με προσφορές στην εκκλησία και οι ιερείς δεν μπορούν να προσφέρουν όσα πρέπει».
Και αλλού (PG 48, 656B) αναφέρει: «Πολλή φροντίδα πρέπει να έχει η εκκλησία ώστε ούτε να της περισσεύει, αλλ’ ούτε να της λείπει τίποτα, άλλα όσα εισπράττει να τα σκορπίζει γρήγορα σ’ αυτούς που έχουν ανάγκη».
Η γλώσσα του Χρυσοστόμου ξαφνιάζει. Είναι σκληρή, αλλά συνάμα τίμια και ρεαλιστική: «Καθημερινά βλασφημείται ο θεός από μας εξαιτίας των αρπαγών και της πλεονεξίας μας. Η αρρώστια αυτή κατάλαβε όλη την οικουμένη και τις ψυχές όλων. Κηρύττουμε το Χριστό και υπηρετούμε το χρυσό».
Θα μπορούσαν να αναφερθούν ακόμη πολλά άλλα αποσπάσματα, αλλά νομίζω ότι -έστω και με αυτόν τον λακωνικό τρόπο- έγινε κατανοητή η κοινωνική τους διδασκαλία, που εκ πάσης επόψεως είναι επίκαιρη και τοποθετεί τα πράγματα στη θέση τους. Η αναφορά αυτή δεν συνδέεται απαραίτητα με τη θλιβερή επικαιρότητα. Οφείλουμε όμως να διευκρινίσουμε ότι άλλο ορθοδοξία και άλλο δυτικότροπος χριστιανισμός, όπως επίσης άλλο αυθεντική διδασκαλία και άλλο σύγχρονη «εκκοσμικευμένη» παραφθορά. Σε τελευταία ανάλυση η κακοπροαίρετη κριτική καθίσταται νεοδονατισμός.

Αλλά ας αφήσουμε να μας πει μια τελευταία λέξη επί του θέματος ο ιερός Χρυσόστομος: «Δεν θα υπήρχε ανάγκη για λόγια…αν επιδεικνύαμε έργα. Κανείς δεν θα ήταν άθεος, αν εμείς είμαστε χριστιανοί όπως πρέπει. Αν τηρούσαμε τις εντολές του Χριστού, αν ανεχόμασταν να μας αδικούν, αν επιτρέπαμε να μας εκμεταλλευτούν, αν ευλογούσαμε όταν μας βρίζουν, αν ευεργετούσαμε όταν μας κακομεταχειρίζονται, αν όλοι τα κάναμε αυτά κανείς δεν θα ήταν τέτοιο θηρίο, ώστε να μη μεταστραφεί σ’ αυτή την ευσέβεια» (Ομιλία Ι, εις την Α’ Τιμοθ., PG 62,551).

3. Η συμβολή των Τριών Ιεραρχών στη θεολογία και τη φιλοσοφία είναι
πανθομολογούμενη. Ορισμένες πτυχές είναι οι ακόλουθες:
α) η διάκριση ουσίας και ενέργειας στον τριαδικό Θεό από το Μέγα Βασίλειο: Λέγει χαρακτηριστικά στην επιστ.234: «Ημεις εκ των ενεργειών γνωρίζειν λέγομεν τον Θεόν ημών, τη δε ουσία προσεγγίζειν ουκ υπισχνούμεθα….Αι μεν γαρ ενέργειαι αυτού προς ημάς καταβαίνουσι, η δε ουσία αυτού μένει απρόσιτος».

β) η ουσία του απολυτρωτικού έργου του Χριστού και η ορθόδοξη χριστολογία από τον αγ. Γρηγόριο το Θεολόγο: «Ει τις εις άνουν άνθρωπον ήλπικεν ανόητος όντως εστίν και ουκ άξιος όλως σωθήσεται. Το απρόσληπτον και αθεράπευτον, ο δε ήνωται τω θεώ τούτο και σώζεται».

γ) η βάση της σωτηρίας του ανθρώπου είναι η ελεύθερη συνεργασία ανθρώπου και Θείας Χάριτος, κατά τη διδασκαλία του Χρυσοστόμου: «Εντεύθεν μανθάνομεν δόγμα μέγα, ως ουκ αρκεί προθυμία ανθρώπων αν μη της άνωθεν τις απολαύσει ροπής και πάλιν ουδέν κερδαίνομεν από της άνωθεν ροπής, προθυμίας ουκ ούσης».

δ) η ορθή διατύπωση της τριαδικής ορολογίας και οι απαρχές της προσωποκεντρικής οντολογίας: Ο Μέγας Βασίλειος ήταν ο πρώτος που απερίφραστα χρησιμοποίησε την διατύπωση «ΜΙΑ ΟΥΣΙΑ, ΤΡΕΙΣ ΥΠΟΣΤΑΣΕΙΣ» προκειμένου να περιγράψει τον τριαδικό Θεό. Η ουσία είναι το «κοινόν» στην τριάδα και οι υποστάσεις είναι το «ίδιον». Υπόσταση για τον μέγα αυτό θεολόγο της εκκλησίας μας είναι αυτή αύτη η θεία ουσία μετά των χαρακτηριζόντων αυτήν υποστατικών ιδιωμάτων βάσει των οποίων επιτυγχάνεται η διάκρισις αυτών, αλλά όχι η διαίρεσις τους. Έτσι στην Αγία Τριάδα διακρίνουμε τα φυσικά ιδιώματα που είναι κοινά και ταυτίζονται με τη θεία ενέργεια και τα υποστατικά ιδιώματα που χαρακτηρίζουν τις υποστάσεις (πρόσωπα).
Ο αγ. Γρηγόριος εμβαθύνει σε αυτό το θέμα και ορίζει το «ίδιον», ήτοι το υποστατικό ιδίωμα εκάστης υποστάσεως της τριάδος, ως σχέση μεταξύ προσώπων. Επισημαίνει ορθά ότι τα ονόματα των υποστάσεων δηλώνουν σχέση και οδηγείται στις απαρχές της προσωποκεντρικής οντολογίας : «Ούτε ουσίας όνομα ο Πατήρ, ούτε ενεργείας. Σχέσεως δε και του πώς έχει προς τον Υιόν ο Πατήρ ή ο Υιός προς τον Πατέρα», λέγει ο άγιος στον 29ο λόγο του. Η θεολογική αυτή διατύπωση συμπληρωμένη από την αποφατική σκέψη των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων και τη θεολογία των ακτίστων ενεργειών του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά θα αποτελέσει τη βασική οντολογική προτεραιότητα της ορθοδοξίας.

ε)ο αποφατικός χαρακτήρας των δογματικών διατυπώσεων ως βασική οντολογική αρχή : Ο άγιος Γρηγόριος θα τονίσει το ακατάληπτο μυστήριο του Θεού: «Άπειρον το θείον και δυσθεώρητον και τούτο παντή καταληπτόν η απειρία». Και αλλού θα πει: «θεόν φράσαι μεν αδύνατον, νοήσαι δε αδυνατώτερον». Με τον τρόπο αυτό δείχνει πως η αλήθεια δεν περιορίζεται σε λεκτικές διατυπώσεις και εγκαινιάζει τη σύζευξη με τον ελληνικό αποφατισμό : «ο θεός ου ληπτός, ει δε ληπτός ου θεός» (Στοβαίου, Ανθολόγιον). Ο άγιος Γρηγόριος θα προχωρήσει ένα βήμα παρακάτω: ο αποφατισμός στη σκέψη του δε σημαίνει μια θεολογία των αρνήσεων, ούτε
μια κατάφαση στην απροσωπία του Θεού. Ο Θεός είναι προσωπικός, είναι σχέση και μυστήριο, που δεν υπόκειται σε λεκτικές κατηγοριοποιήσεις.

στ) η ορθή διδασκαλία περί αγίου πνεύματος και η αντιμετώπιση της πνευματομαχικής κακοδοξίας: «Λέγεται λοιπόν Πνεύμα Θεού, Πνεύμα Χριστού, νους Χριστού, Πνεύμα Κυρίου, το ίδιο επίσης Κύριος, Πνεύμα υιοθεσίας, αληθείας, ελευθερίας· Πνεύμα σοφίας, συνέσεως, θελήσεως, δυνάμεως, γνώσεως, ευσεβείας, φόβου Θεού. Διότι αυτό είναι το οποίο προκαλεί όλα αυτά. Όλα τα γεμίζει με το είναι του, όλα τα συγκρατεί. Με την ύπαρξή του γεμίζει όλο τον κόσμο, δεν περιορίζεται όμως η δύναμή του στον κόσμο. Είναι αγαθό, ευθές, ηγεμονικό, αγιάζει από τη φύση του και όχι λόγω θέσεως, δεν αγιάζεται, είναι το μέτρο, δεν μετριέται, μετέχεται δεν μετέχει, πληροί, δεν πληρούται, συγκρατεί δεν συγκρατείται, κληρονομείται, δοξάζεται, συναριθμείται, λέγεται δάκτυλος Θεού και φωτιά όπως ο Θεός, για να δοθεί νομίζω, έμφαση στο ομοούσιο» (Αγ. Γρηγ., Λόγος ΛΑ’).

ζ) οι απαρχές της πολιτικής θεολογίας: Στην περί εξουσίας αντίληψη του ο Χρυσόστομος μας εισάγει στα πρώτα κεφάλαια της λεγόμενης στις μέρες μας πολιτικής θεολογίας με κύρια θέση την αντίληψη ότι ο φορέας της εξουσίας ως πιστός δύναται να εξαγιαστεί, χωρίς παράλληλα να γίνεται αποδεκτή οποιαδήποτε έννοια αυθεντίας ή δεσποτείας: «ειπέ μοι τι εστί άρχοντος ίδιον;» θα τονίσει με έμφαση (και αλλού: «εισι άρχοντες; εαυτών άρχοντες»).Εντύπωση προκαλεί η περί τυράννων άποψη του: «Πιο καλά είναι να μην σε κυβερνά κανείς παρά να σε κυβερνά κακός άρχοντας». Η αναρχία λοιπόν με την έννοια της παντελούς απουσίας άρχοντα είναι προτιμότερη από την τυραννία. Καταλαβαίνει εύκολα κανείς ότι τα όσα καταγγέλλονται κατά του χριστιανισμού -τουλάχιστον σε ότι αφορά την «ανατολική» εκδοχή του- για συμβιβασμό με το «σύστημα» δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα.

4.Ο σεβασμός της ετερότητας: «Ετέρως εγώ βλέπω τα πράγματα και ετέρως εκείνος» (PG 48,1020D), θα πει χαρακτηριστικά ο Χρυσόστομος. Κι αλλού: «Μη φοβηθείς να προσεύχεσαι υπέρ των ειδωλολατρών, γιατί ο ίδιος ο Θεός το επιθυμεί. Εάν χρειάζεται να προσεύχεσαι υπέρ των ειδωλολατρών, είναι προφανές πως πρέπει να προσεύχεσαι και υπέρ των αιρετικών κι όλων
ανεξαιρέτως των ανθρώπων κι όχι να τους καταδιώκεις» (PG 62, 536).
Οι Τρεις Ιεράρχες έλαμψαν ως ασκητές, μεγαλούργησαν ως θεολόγοι, συνέδεσαν το αρχαίο ελληνικό πνεύμα με τη χριστιανική διδασκαλία, άφησαν σε όλους μας παρακαταθήκη αξιών σε κοινωνικό, παιδαγωγικό, φιλοσοφικό επίπεδο. Πνεύματα φωτεινά με απέραντη αγάπη στον άνθρωπο και στην εκκλησία άνοιξαν νέους ορίζοντες στην ελληνική παιδεία και έκαναν τη χριστιανική διδασκαλία επίκαιρη σε κάθε εποχή. Η αξία της ζωής και του έργου τους δεν αίρεται ούτε από τις εγωιστικές θεωρήσεις ιδεολογικής μονομέρειας, ούτε από τις γραφίδες ορισμένων διανοουμένων, που αποδεικνύονται (θα μου συγχωρέσετε την αυστηρότητα) οργανικοί.
Η σύγχρονη εκπαιδευτική κοινότητα ας εμπνευστεί από το ήθος των Τριών Ιεραρχών και ας αντλήσει από την πολυποίκιλη διδασκαλία τους στοιχεία που θα βοηθήσουν στην ουσιαστική ανανέωση της παρεχόμενης παιδείας με κεντρικά σημεία προσανατολισμού τον άνθρωπο, τη μόρφωση, τη διαμόρφωση στοιχειώδους καλλιέργειας, το σεβασμό της ετερότητας και την ειρήνη.

Πρώτη δημοσίευση στους Θεολόγους Κρήτης, 15-2-2009.

Advertisements

G.STEINER: ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ

George Steiner, Η σιωπή των βιβλίων,

μετάφραση: Σοφία  Διονυσοπούλου, γ’ έκδοση,Αθήνα 2009, εκδόσεις  Ολκός,

ISBN 978-960-8154-59-9.

Του ιδίου, Η νοσταλγία του απολύτου,

μετάφραση: Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2007,

ISBN 978-960-325-702-8

Διαβάζοντας τη «Σιωπή των βιβλίων» (εκδ. Ολκός) και τη «Νοσταλγία του Απολύτου» (εκδ. Άγρα) του G. Steiner, διαπίστωσα ιδίοις όμμασι για τι πνευματικό μέγεθος μιλάμε. Ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές της εποχής μας, ο Steiner δεν χαρίζεται σε κανέναν. Με περγαμηνές από τα πανεπιστήμια του Γέιλ, της Οξφόρδης, της Γενεύης και της Ν. Υόρκης αναλύει στη «Νοσταλγία του Απολύτου» τις θεολογικές ρίζες του μαρξισμού, του φροϋδισμού και της «δομικής ανθρωπολογίας» του Κ. Λεβί-Στρώς.

Έχοντας μελετήσει παλιότερα ένα από τα “πρωτόλεια” έργα του Marx είχα διαπιστώσει ορισμένες «θεολογικές» του αφετηρίες. Ο Steiner πάει παραπέρα. Βλέποντας κι αυτός ή καλύτερα «διαβάζοντας» την κατάπτωση της δυτικής μεταφυσικής, θεωρεί ότι οι προαναφερθείσες θεωρίες ουσιαστικά ήρθαν να καλύψουν το «κενό νοήματος», που άφησε η «πτώση» του χριστιανισμού και των θεσμοποιημένων θρησκειών γενικότερα.

Περαιτέρω διαβλέπει σ’ αυτές όλα τα δομικά θρησκευτικά στοιχεία: δημιουργία– πτώση- σωτηρία, φτάνοντας στο ν’ αποδείξει τελικά τις εβραϊκές ρίζες και των τριών. Μια τολμηρή ανατομία ακατάλληλη για ζηλωτές και φονταμενταλιστές. Απουσιάζει ωστόσο (ίσως να την αγνοεί) από τη σκέψη του Steiner η αναφορά στην ορθοδοξία και στη νοοτροπία της «καθ’ ημάς Ανατολής». Η «μειοψηφικότητά» της σε καμία περίπτωση δεν την καθιστά αμελητέα.

Ωστόσο, όπως και στους περισσότερους στοχαστές της Δύσης, αγνοείται προκλητικά η μαρτυρία της ορθόδοξης παράδοσης. Παρ’ όλα αυτά το μικρό αυτό βιβλίο του Steiner αποτελεί μια εξαιρετική κριτική σε συστήματα θεωρητικά, που σημάδεψαν τη Δύση και τη νοοτροπία της.

Η παρέκβαση του για τα «πράσινα ανθρωπάκια» είναι εξαιρετική: δείχνει ο συγγραφέας το μέγεθος του ανορθολογισμού στη Δύση, που εκφράζεται με την τεράστια απήχηση της αστρολογίας, του πνευματισμού, των θεωριών περί UFO κλπ. Η κριτική του είναι σκληρότατη: δεν μπορεί να καταλάβει πως παράλληλα με την εξέλιξη στην επιστήμη και την τεχνολογία εμφανίστηκε αυτό το απίστευτο κύμα ανορθολογισμού, γκουρουισμού και «οριενταλισμού», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει. Και πιο κάτω γράφει:

«Τα σατανιστικά σκουπίδια μας κατακλύζουν μέσα από βιβλία, περιοδικά, κινηματογραφικές ταινίες, συνεδρίες, ακόμα και μέσα από την πορνογραφία του φόνου, που ανθεί έπειτα από γεγονότα όπως οι δολοφονίες της αίρεσης του Manson. Ο ισχυρισμός ότι υφίστανται πράκτορες του κακού, τους οποίους πρέπει να κατευνάσουμε, εκμεταλλεύεται σκοπίμως τους φόβους και τη δυστυχία των ανθρώπων. Ας μην ξεχνάμε, ότι η μαγεία συνοδεύεται πάντα από εκβιασμό» (Η νοσταλγία του απολύτου, σελ.81)

Στη «Σιωπή των βιβλίων» ο Steiner είναι ακόμα τολμηρότερος. Προσπαθεί να προβεί σε μια οιονεί αποδόμηση της ανάγνωσης. Συγκρίνει προφορικότητα και γραπτό λόγο, αναγνωρίζοντας σε αρκετά σημεία την υπεροχή της προφορικότητας. Αναφέρεται επίσης στους ποικίλους φονταμενταλισμούς, τις απαγορεύσεις, τη λογοκρισία. Ένα δοκίμιο χρήσιμο σε κάθε ανήσυχο βιβλιόφιλο. Ας πάρουμε μια γεύση από τη σκέψη του:

Στις Ηνωμένες Πολιτείες η κλασική και σύγχρονη λογοτεχνία «καθαρίστηκαν» ή αποσύρθηκαν από τις δημόσιες και πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες υπό το παιδαριώδες και ταπεινωτικό πρόσχημα του «πολιτικώς ορθού» (Η σιωπή των βιβλίων, σελ.43).

3/5/2008

Γ. Μ. ΒΑΡΔΑΒΑΣ

Το μικρό αυτό σημείωμα αρχικά φιλοξενήθηκε στους Θεολόγους Κρήτης (18-7-2009).

Αναδημoσιεύθηκε με ελάχιστες προσθήκες στο ιστολόγιο «Αναγνώσεις» στις 24-1-2010.

Εγχειρίδιον (καταγραφή ενός θεολογικού διαλόγου)

Η αλληλογραφία π. Ι. Ρωμανίδη με τον καθηγ. Π. Τρεμπέλα

Του Γ.Μ. Βαρδαβά
Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρμός το βιβλίο του αειμνήστου π. Ι. Ρωμανίδου με τίτλοΕγχειρίδιον. Πρόκειται για την «άτυπη» αλληλογραφία του Ρωμανίδη με τον Τρεμπέλα με αφορμή τις αντιρρήσεις του τελευταίου για τη διδακτορική διατριβή (Το προπατορικόν αμάρτημα), που υπέβαλε στη Θεολογική Αθηνών ο Ρωμανίδης.
Με τη διατριβή αυτή φύσηξε νέος αέρας στη θεολογική σκέψη στην Ελλάδα, σε σημείο που ορισμένοι μίλησαν για «εποχή προ και μετά Ρωμανίδη».
Την έκδοση επιμελήθηκε ο Ομοτ. Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός, που έγραψε και ειδική εισαγωγή, ενώ γενική εισαγωγή συνέγραψε ο σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος.
Την εποχή που κατατέθηκε η εν λόγω διατριβή (1957) στη Θεολογική Σχολή επικρατούσε ένα έντονο δυτικότροπο και σχολαστικό πνεύμα. Την κατάσταση περιγράφει αναλυτικότατα ο Χρήστος Γιανναράς στο βιβλίο του Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα (εκδ. Δόμος, Αθήνα 1992, βλ. ιδιαίτ. σελ. 303 κ. ε.). Ο Ρωμανίδης έχοντας δάσκαλο τον μεγαλύτερο θεολόγο του αιώνα μας (τον π. Γεώργιο Φλορόφσκυ) και μεταφέροντας περγαμηνές από το πανεπιστήμια του Yale (όπου έμαθε τι εστί προτεσταντισμός), τη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού και τη Θεολογική Σχολή του Αγίου Σεργίου των Παρισίων δεν φανταζόταν επ’ ουδενί ότι στην Ελλάδα θα εθεωρείτο ορθόδοξη η ανσέλμειος διδασκαλία και ότι ο «θωμισμός» θα είχε την τιμητική του. Είναι η εποχή της «βαβυλωνίου αιχμαλωσίας» της ορθοδόξου θεολογίας και ο εξ Αμερικής ορμώμενος νεαρός και πολλά υποσχόμενος θεολόγος ουσιαστικά «ανακαλύπτει την Αμερική» στην Αθήνα του ακαδημαϊκού σχολαστικισμού και του μαξιμαλιστικού βερμπαλισμού της εγχώριας δυτικόπληκτης θεολογίας.
Ωστόσο, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, σωστά παρατηρεί στην εισαγωγή ο μητρ. Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος τα εξής: «Τα κείμενα της αλληλογραφίας θα πρέπη να μελετηθούν χωρίς να κρίνουμε τα πρόσωπα, αλλά να δούμε την προσπάθεια που έκαναν για την επαναφορά της ορθοδόξου θεολογίας στις πηγές της. Και κυρίως να δούμε την ορθόδοξη θεολογία του π. Ιωάννου Ρωμανίδου, όπως φάνηκε στη διατριβή του, που αργότερα συμπλήρωσε με νεώτερες παρατηρήσεις, όπως και την μαχητικότητα του νέου αυτού θεολόγου που δεν γνώριζε την ελληνική πραγματικότητα και εξεπλάγη που την συνάντησε, και δεν υπεχώρησε από τις απόψεις του, αλλά συγχρόνως να δούμε και τη μαχητικότητα του Παναγιώτη Τρεμπέλα, σε μια, νομιζόμενη από αυτόν, διαφοροποίηση διαφόρων θεολογικών θέσεων. Και τελικά πρέπει να εκτιμήσουμε πως και οι δύο συναντήθηκαν ακριβώς γιατί είχαν αγαθή πρόθεση» (Εγχειρίδιον, σελ. 35, η υπογράμμιση δική μας).
Σε κάθε περίπτωση το «παρασκήνιο» γύρω από τη διατριβή του Ρωμανίδη έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, ιδία εξ επόψεως θεολογικής. Σταχυολογώ ελάχιστες χαρακτηριστικές όψεις της αντιπαράθεσης Ρωμανίδη- Τρεμπέλα, με τη «φωνή» του Ρωμανίδη, για να πάρει ο αναγνώστης μια πρώτη γεύση:
  • «Ο κ. Τρεμπέλας είχε την απαίτησιν να αρνηθώ το Ορθόδοξον δόγμα ότι η σωστική χάρις και ενέργεια του Θεού είναι άκτιστος και να δεχθώ την παπικήν πλάνην ότι είναι κτιστή» (ό. π. , σελ. 91).
  • «Ακολουθών του Δυτικούς (ενν. ο Τρεμπέλας) ενόμιζεν ότι εν τω Θεώ ενέργεια και ουσία είναι ταυτόν και δια τούτο επέμενεν εις την Παπικήν αίρεσιν ότι η θεία ουσία είναι νους και εν γένει καθαρά ενέργεια. Όταν λοιπόν εδιάβασε δια πρώτην φοράν ότι η νοητική ενέργεια του Θεού δεν είναι η θεία ουσία, ήτο φυσικόν να νομίση ότι τούτο σημαίνει στέρησιν νοός εν τω Θεώ» (ό. π., σελ. 98-99).
  • «Εάν, ως ισχυρίζεται ο κ. Τρεμπέλας, η λέξις αγέννητος σημαίνει άκτιστος, τότε η λέξις γεννητός σημαίνει κτιστός. Εν τοιαύτη περιπτώσει μόνο ο αγέννητος Πατήρ θα ήτο άκτιστος και ο γεννητός Υιός του Θεού θα ήτο κτιστός. Αγέννητος και άναρχος είναι μόνον ο Πατήρ. Ο Υιός είναι γεννητός και συνάναρχος τω Πατρί» (ό. π. , σελ. 103).
  • «Ως ξένος εις την Ελλάδα δεν γνωρίζω πως να δικαιολογήσω την ετερόδοξον πίστιν του κ. Τρεμπέλα. Έν πράγμα ξεύρω μόνον, ότι δεν ήλθα εις την Ελλάδα, δια να μάθω ότι ο Αυγουστίνος, ο Θωμάς Ακινάτος και ο Άνσελμος είναι κάτοχοι της αληθείας! Εν τοιαύτη περιπτώσει η φοίτησις εις την Ελλάδα δι’ ημάς τους αλλοδαπούς Ορθοδόξους είναι χαμένος χρόνος. Υπάρχουν πλείστοι ετερόδοξοι καθηγηταί εις την Αμερικήν, οι οποίοι κατέχουν και κατά θαυμαστόν τρόπον διδάσκουν τας αιρέσεις του Αυγουστίνου, του Ανσέλμου και του Θωμά Ακινάτου. Θα ήτο ανόητον να ερχώμεθα από τόσον μακρυά, ίνα διδαχθώμεν ότι αι αιρέσεις αυτών είναι Ορθόδοξοι αλήθειαι» (ό. π., σελ. 121).
Το Εγχειρίδιον έχει πολλά ακόμα ενδιαφέροντα στιγμιότυπα της σύγκρουσης Τρεμπέλα-Ρωμανίδη. Η μαχητικότητα και η «σκληρή» γλώσσα του Ρωμανίδη επ’ ουδενί δεν «μειώνει» την αξία ενός «χαλκέντερου» θεολόγου, όπως ήταν ο Τρεμπέλας. Κανείς δεν έχει «σε όλα δίκιο». Η αλληλογραφία δείχνει τη σύγκρουση δυο διαφορετικών «σχολών σκέψης». Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να «αγιοποιηθεί» ο Ρωμανίδης, ούτε βέβαια, από την άλλη να «μηδενιστεί» το τεράστιο έργο και η προσφορά του Τρεμπέλα στη θεολογία και στην εκκλησία.

Κοντολογίς το Εγχειρίδιον είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για τον αναγνώστη που θα ήθελε να εμβαθύνει στις ιδιαίτερες συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί στην ελληνική θεολογία λίγο πριν τη «μεγάλη έκρηξη» της θεολογικής γενιάς του ’60. Με μια προϋπόθεση: ο αναγνώστης να μην εστιάζει την προσοχή του στα πρόσωπα και τους πρωταγωνιστές αλλά –το επαναλαμβάνουμε κι ας γινόμαστε κουραστικοί- στις τάσεις και τις ζυμώσεις του θεολογικού γίγνεσθαι εκείνης της περιόδου.

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο «Αναγνώσεις«, 5-12-2009. Αναδημοσίευση στους  Θεολόγους Κρήτης , 22-12-2009

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

«Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι προσκυνήσωμεν Άγιον Κύριον Ιησούν τον μόνον αναμάρτητον.Τον Σταυρόν σου Χριστέ προσκυνούμεν, και την Αγίαν σου Ανάστασιν, υμνούμεν και δοξάζομεν· συ γαρ ει Θεός ημών, εκτός σου άλλον ουκ οίδαμεν, το όνομά σου ονομάζομεν. Δεύτε πάντες οι πιστοί προσκυνήσωμεν την του Χριστού αγίαν Ανάστασιν·ιδού γαρ ήλθε διά του Σταυρού, χαρά εν όλω τω κόσμω. Διά παντός ευλογούντες τον Κύριον, υμνούμεν την Ανάστασιν αυτού. Σταυρόν γαρ υπομείνας δι ημάς, θανάτω θάνατον ώλεσεν».

Η προσευχή  (ή αν θέλετε  η πρόκληση) αυτή εμφαίνει τη σημασία που αποδίδει η ορθόδοξη εκκλησία στο γεγονός της «εν Χριστώ» Αναστάσεως. Πρόκειται για το κατεξοχήν ιστορικό και εσχατολογικό γεγονός. Το «καινόν», η «καινή κτίσις» (Γαλ.6,15) συμπορεύονται με την εσχατολογική ελπίδα και χαρά.

Ο αείμνηστος καθηγητής Π. Ι. Μπρατσιώτης επισημαίνει ότι στην ορθόδοξη εκκλησία «η Ανάσταση του Κυρίου κατέχει…την μάλιστα  κεντρική και θεμελιώδη θέσιν εν όλη τη θρησκευτική ζωή αυτής»[1]. Για  να κατανοήσουμε την σημασία της Αναστάσεως θα πρέπει πρωτίστως να τη συνδέσουμε με αυτό καθ’αυτό το γεγονός της Ανάστασης. Αυτή η θέση είναι θεμελιακή. Σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσαμε να αντικειμενικοποιήσουμε το σημαντικότερο γεγονός της ιστορίας και σε μια δεύτερη φάση να εκθέσουμε τη σημασία του. Εξάλλου είναι γνωστή η άποψη ότι η Ανάσταση έχει τη σημασία της «εν εαυτή»[2].

Σύμφωνα με την Α’ Κορινθίους 15,14 «ει δε Χριστός ουκ εγήγερται,κενόν αρα το κήρυγμα ημών,κενή δε και η πίστις υμών».

Μέσα από ένα «μανιχαϊστικό» μοντέλο «καινού» και «κενού» εξαίρεται η θεμελιώδης σημασία της Αναστάσεως για τον άνθρωπο από τη μία πλευρά και από την άλλη επισημαίνονται οι συνέπειες δογματικές και θρησκειολογικές του «χωρίς Ανάσταση».

Θα ξεκινήσουμε αντίστροφα. Ας δούμε τι συνεπάγεται το «χωρίς Ανάσταση»:

  • α) χωρίς Ανάσταση θα δικαιώνονταν οι Ιουδαίοι που απέρριπταν και λοιδορούσαν τον Χριστό
  • β) ο Σταυρός θα ήταν πράγματι «σκάνδαλον και μωρία»(Α’Κορ.1,23)
  • γ) χωρίς Ανάσταση δεν θα υπήρχε ευαγγέλιο. Οι μαθητές  θα ήταν θύματα της μεγαλύτερης ίσως πλάνης της ιστορίας αλλά σε καμία περίπτωση απόστολοι του χριστιανικού ευαγγελίου
  • δ) χωρίς Ανάσταση δεν θα υπήρχε Εκκλησία. Θα μπορούσε ενδεχομένως να δημιουργηθεί μια κίνηση ανθρώπων που θα τιμούσαν τη μνήμη του μεγάλου και «πεφωτισμένου» Ιησού από τη Ναζαρέτ ή μια εβραϊκή κοινότητα τύπου Qumran, όχι όμως εκκλησία που είναι ο  παρατεινόμενος εις τους αιώνας Χριστός (ι. Αυγουστίνος)
  • ε) χωρίς Ανάσταση δεν θα υπήρχε σωτηρία δοθέντος ότι «extra ecclesia nulla sallus» (Κυπριανός)[3].
  • στ)χωρίς Ανάσταση, κατά τον H.Schlier[4] θα γινόταν λόγος για μια φευκτέα πλάνη στην ιστορία του ανθρωπισμού, οι πιστοί όμως θα ήταν «τραγικοί απατημένοι απατεώνες».

Από το κενό περνάμε στο καινό. Συνοπτικά  θα λέγαμε ότι η σημασία της Αναστάσεως του Κυρίου έχει θεολογική, χριστολογική, εκκλησιολογική και σωτηριολογική διάσταση[5].

α) η θεολογική σημασία της Αναστάσεως

  • Η Ανάσταση φανερώνει το μεγαλείο της δυνάμεως και της δόξας του Θεού.
  • Η Ανάσταση διαφοροποιεί τη χριστιανική οντολογία από την ιουδαϊκή τυπολατρεία.
  • Η Aνάσταση αποτελεί την οριστική αυτοαποκάλυψη του θεού της Παλαιάς  Διαθήκης.
  • Με την Ανάσταση η παντοδυναμία του Θεού γίνεται παντοδυναμία της αγάπης.

β) η χριστολογική σημασία της Αναστάσεως

Η Ανάσταση αποτελεί το κέντρο της χριστολογικής διδασκαλίας όχι μόνο της Καινής Διαθήκης αλλά και της εκκλησίας. Η ορθόδοξη χριστολογία είναι τριαδολογική, σε αντίθεση με τη χριστοκεντρική χριστολογία -που ενίοτε καταντά χριστομονισμός –των προτεσταντών[6]. Θα πρέπει να επισημανθεί το απαράδεκτο της αντιπαράθεσης, από τους προτεστάντες, του Αναστημένου Ιησού του κηρύγματος προς τον ιστορικό Ιησού. Συνεπώς η άποψη ότι «η Ανάσταση σημαίνει την αποκατάσταση του ιστορικού Ιησού» [7]είναι θεολόγικα αβάσιμη και λογικά μη παραδεκτή.

γ) η εκκλησιολογική σημασία της Αναστάσεως

Τονίσαμε ήδη ότι χωρίς Ανάσταση δεν θα υπήρχε εκκλησία. Ο όρος εκκλησία αποτελεί κατά τον Μιρτσέα Ελιάντε τη θρησκειολογική ιδιαιτερότητα του χριστιανισμού. Ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία αλλά εκκλησία. Κέντρο του χριστιανισμού είναι η ιστορία και όχι η φύση, η εσχατολογία και όχι η κοσμολογία. Πολύ εύστοχα ο Μάριος Μπέγζος επισημαίνει ότι «η εκκλησία είναι εν τω κόσμω… χωρίς να είναι εκ της θρησκείας»[8].Ειδικότερα εκκλησιολογικά η ανάσταση συνδέεται με την Πεντηκοστή, την κλήση και τη δράση των μαθητών του Κυρίου, τη διάδοση του ευαγγελίου σε παγκόσμιο επίπεδο (οικουμενικότητα και παγκοσμιότητα, μυστήρια κλπ).

δ) η σωτηριολογική σημασία της Αναστάσεως

Η Ανάσταση του Χριστού που σήμανε την ήττα του θανάτου αποτελεί την απαρχή της σωτηρίας του ανθρώπου, που έγκειται στην ένωση και συσσωμάτωση του ανθρώπου με το Θεό. Η θέωση που σημαίνει τη μετοχή του ανθρώπου στις άκτιστες θείες τριαδικές ενέργειες, είναι αποτέλεσμα της Ανάστασης. Σε τελευταία ανάλυση «αυτός γάρ  ενηνθρώπησεν ίνα ημείς θεοποιηθώμεν» (Μ.Αθανάσιος,PG25,192B).
Θα κλείσουμε την σύντομη αυτή αναφορά μας με ένα τμήμα της «Περί Πάσχα» ομιλίας  του Μελίτωνος Σάρδεων:

καινόν και παλαιόν,αΐδιον και πρόσκαιρον, φθαρτόν και αθάνατον το του πάσχα μυστήριον. Παλαιόν μέν κατά τον νόμον, καινόν δε κατά τον λόγον, πρόσκαιρον δια τον τύπον, αΐδιον δια την χάριν, φθαρτόν δια την του προβάτου σφαγήν , άφθαρτον δια την του Κυρίου ζωήν, θνητόν δια την εν τη γη ταφήν, αθάνατον δια την εκ νεκρών ανάστασιν

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (ενδεικτική)

  • Π.Ανδριόπουλου,Θέματα της θεολογίας της Καινής Διαθήκης, εκδ. Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα 1990
  • Ι.Καραβιδόπουλου, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1983
  • Μ.Μπέγζου, Δοκίμια φιλοσοφίας της θρησκείας, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1991(β’έκδοση)
  • Π.Ι.Μπρατσιώτου, Η Ανάστασις του Χριστού εν τη ορθοδόξω εκκλησία, στο περιοδικό «Εκκλησί», 1953, σελ.131κ.ε.
  • Ι.Παναγόπουλου, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Αθήνα 1994(β’΄εκδοση)
  • Στ.Παπαδόπουλου, Πατρολογία, τ.Β’, Αθήνα 1990
  • Σ.Αγουρίδου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, εκδ. Γρηγόρη, Αθήναι 1971

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


1.Π. Ι. Μπρατσιώτου, Η Ανάστασις του Χριστού εν τη ορθοδόξω εκκλησία, στο περιοδικό «Εκκλησία», 1953, σελ.131κ.ε.

2.Π. Ανδριόπουλου,Θέματα της θεολογίας της  Καινής Διαθήκης, Αθήνα 1990, σελ.298

3. «εκτός εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία»

4.  Π. Ανδριόπουλου, ο.π., σελ.299

5.  βλ.αναλυτικά ο.π.,σελ.301-340

6.  ο.π., σελ.51

7. ο.π., σελ.305

8. βλ.  Μ. Μπέγζου, Δοκίμια φιλοσοφίας της θρησκείας, σελ.85.

Το μικρό αυτό άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Εκπαιδευτικοί Προσανατολισμοί», αριθμ. φυλ. 6-7, Ιανουάριος-Απρίλιος 1995, σελ.26. Εδώ αναδημοσιεύεται με ελάχιστες αλλαγές και διορθώσεις.

Εσκιμώοι, Κινέζοι και νήπια στη χορεία των ορθόδοξων Αγίων

Δύο αξιόλογες μελέτες αγιολογικού και υμνολογικού περιεχομένου. Τα  βιβλία του Θ. Ι. Ρηγινιώτη “Σύγχρονοι Αγιοι” και “Αγια Νήπια”

Γράφει ο Γ.Μ.Βαρδαβάς

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησαν τα δυο καινούργια έργα του δραστήριου θεολόγου εκ Ρεθύμνης Θ.Ι. Ρηγινιώτη. Ο συγγραφέας ως γνωστόν ασχολείται με τον κρητικό στίχο, τη λαογραφία της Κρήτης και το εν γένει κρητικό ιδίωμα. Καρπός της μακροχρόνιας ενασχόλησής του με τα του κρητικού ιδιώματος είναι τα προηγούμενα έργα του “Ο παραμυθάς με το νταούλι” (Ρέθυμνο 1998) και “Τίβοτσι” (Ηράκλειο 2001). Τα καινούργια του έργα αφορούν τη Θεολογική επιστήμη, που εδώ και αρκετά χρόνια υπηρετεί.
Στο βιβλίο “Αγια Νήπια”, ο συγγραφέας εκδιπλώνει το πολύπλευρο ταλέντο του, που, εκτός από τη δημιουργία εξαιρετικών μαντινάδων, επεκτείνεται και στην υμνογραφία. Πρόκειται, όπως δηλώνει και ο υπότιτλος του βιβλίου, για “Παράκληση προς τα νήπια της Βηθλεέμ, τα θύματα της σφαγής των νηπίων”, υπό του Ηρώδου. Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη τους στις 29 Δεκεμβρίου. Στη σύντομη αλλά περιεκτική εισαγωγή του βιβλίου τίθεται το ιστορικό πλαίσιο αλλά και η θεολογική βάση των γεγονότων της σφαγής των νηπίων. Ο συγγραφέας προχωρά ακόμα περισσότερο αναφερόμενος στο πρόβλημα της θεοδικίας εξ ορθοδόξου απόψεως. Σωστά γνωστός πανεπιστημιακός έχει επισημάνει ότι “ο λόγος της Θεολογίας είναι η θεοδικία”. Ο συγγραφέας δεν χαρίζεται και θέτει το πρόβλημα στις σωστές διαστάσεις του: “Γιατί ο Θεός επέτρεψε τέτοια σφαγή; Το ερώτημα είναι ανάλογο με το γιατί ο Θεός, ο πανάγαθος και παντοδύναμος, επέτρεψε το Μεσαίωνα, την αποικιοκρατία ή τους παγκοσμίους πολέμους και επιτρέπει σήμερα την εξαθλίωση των φτωχών λαών…” (σελ. 5). Ακολούθως θέτει το πρόβλημα στις σωστές του διαστάσεις αναφερόμενος στη δικαιοσύνη του Θεού αλλά και στην ανθρώπινη ευθύνη. Παραλλήλως αναφέρεται και σε άλλες περιπτώσεις παιδομαρτύρων (Αγιος Κήρυκος, Αγία Πίστη κλπ). Η εισαγωγή κλείνει με μια σύντομη αναφορά στην ορθόδοξη υμνογραφία. Επεται ο παρακλητικός κανών απ’ όπου σταχυολογούμε ένα μικρό δείγμα:

Αγνών Νηπίων
το χρυσόπτερον σμήνος,
ώσπερ μελισσών
φωλευόντων εν βράχω,
τον ουρανόν εποίησε
κοιλάδα Φωτός, ταύτα
και ημείς υμνήσωμεν
και θερμώς μελωδήσωμεν,
ου φωνή κραυγάζοντες,
ίνα μη φοβηθώσι,
αλλ’ εν σεμνή πραεία
προσευχή, καθώς αρμόζει
εις άγια Νήπια.

Διάσωσον από κινδύνων
τους δούλους σου Θεοτόκε
των εν Βηθλεέμ σου
μαρτύρων κύκλω πετόντων
σοι και ίασαι ασθενείας
και πάθους

Εν τω παραδείσω, εις κήπον
χαράς, οι βλαστοί Κυρίου
εξήνθισαν.
Μητέρες δε μη κλαίετε
βρεφών υμών σφαγήν
ταύτα εν ταις νεφέλαις
υπ’ αγγέλων κρατούνται
νέκταρ αγιότητος
και της ζωής καρπούς
γευόμενα.
Εν μαιευτηρίω
των ουρανών άγγελοι
Κυρίου εγεννήθησαν
νεοσσοί εγγύς της ημέρας
των πρώτων
Χριστουγέννων και
της αθανασίας γάλα
εθήλασαν.

Στο μικρού σχήματος βιβλίο “Σύγχρονοι Αγιοι” ο συγγραφέας με συστηματικό τρόπο αναφέρεται σε αρκετές περιπτώσεις σύγχρονων Αγίων και οσίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Στα θετικά του βιβλίου συγκαταλέγεται και η πλούσια εικονογράφησή του. Στο εξώφυλλο υπάρχει η εικόνα των εν Κίνα μαρτυρησάντων κατά την επανάσταση των Μπόξερ (1900). Εκπλήσσεται κανείς με την οικουμενικότητα της Ορθοδοξίας. Μέχρι και στην Κίνα υπάρχει “νέφος μαρτύρων”, Αγίων που θυσιάστηκαν για το Χριστό. Μεγάλη έκπληξη περιμένει τον αναγνώστη και στο οπισθόφυλλο καθώς εκεί διαπιστώνει ότι στη χορεία των Αγίων της Εκκλησίας μας συγκαταλέγονται και Εσκιμώοι. Πρόκειται για τον Αγιο Πέτρο τον Εσκιμώο (της φυλής των Αλεούτων). Ο συγγραφέας αντί προλόγου παραθέτει το συναξάριο του (σελ. 7-8). Ακολουθεί μια εμπεριστατωμένη ανάλυση της ορθοδόξου σωτηριολογίας. Στο πλαίσιο αυτό αναλύονται οι έννοιες της ειρήνης και της αγιότητας.
Επεται η διαπραγμάτευση του κυρίως θέματος του βιβλίου, που αφορά στους Αγίους και Οσίους του εικοστού αιωνα. Μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται οι εν Κίνα μάρτυρες, ο Αγιος Ιωάννης της Κροστάνδης, ο Αγιος Νεκτάριος, ο Αγιος Νικόλαος Πλανάς, ο Αγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, ο Αγιος Σεραφείμ της Βίριτσα, ο γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης, ο Αγιος Λουκάς ο ιατρός, ο Αγιος Ιωάννης της Σανγκάης, ο γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος, ο γέροντας Ιάκωβος, ο γέροντας Πορφύριος, ο γέροντας Παϊσιος κ.π.α.
Στο βιβλίο υπάρχει και αξιόλογο υμνογραφικό παράρτημα ανθολογημένο από διάφορες πηγές. Αξίζει να αναφερθεί και η ύπαρξη ευσύνοπτου χρονολογικού και γεωγραφικού πίνακα στο τέλος της μελέτης. Παραθέτουμε από το υμνογραφικό παράρτημα τα απολυτίκια του Αγίου Πέτρου του Εσκιμώου και των εν Κίνα μαρτυρησάντων:

Σε τον ήρωα
εν τοις βασάνοις
και αθλήσαντα φρικτώς
εν πάγοις
Νεομάρτυρα Πέτρον
τιμήσωμεν
των Αλεούτων ελπίδα
και καύχημα
και των εν δούλοις λαών
εγκαλλώπισμα
Μάρτυς ένδοξε, τον πάντων
Θεόν ικέτευε
Το έαρ εισελθείν εν ταις
ψυχαίς ημών.

Εκ των ηπείρων του κόσμου
συναχθέντες πάντες εις Κίναν
οι φιλόθεοι στραφώμεν
των Κινέζων μαρτύρων
εορτήν ποιούντες
Αυτοί γαρ ζωήν εδώρισαν
τω Χριστώ αγρίως
αναιρεθέντες ώσπερ αμνοί
και οικούντες παράδεισον
λαούς φρουρούσι της γης
αεί Θεώ πρεσβεύοντες
δι’ ειρήνην παγκόσμιον.

Καταλήγοντας θα λέγαμε ότι τα ανωτέρω έργα αποτελούν μια χρήσιμη προσθήκη στην αγιολογική και υμνολογική βιβλιογραφία.

Πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ», αρ.φυλ. 17636,

Ηράκλειο 12/10/2005, σελ.14.

Το λίνκ του άρθρου είναι:

http://www.patris.gr/articles/70916

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΙΩΑΝΝΟΥ

Ας μας επιτραπεί να πούμε δυο λόγια ως αναγνώστες για τον Γ. Ιωάννου. Αφορμή για να τον γνωρίσουμε στάθηκε ένα αφιέρωμα σε γνωστή κυριακάτικη εφημερίδα. Φυσικά δεν μπορούμε να εκφέρουμε ολοκληρωμένη άποψη για το συγγραφέα δοθέντος του γεγονότος ότι δεν έχουμε διαβάσει όλο το έργο του. Όσα ακολουθούν αποτελούν προσωπικές απόψεις, που προέκυψαν από την ανάγνωση των έργων του «Για ένα φιλότιμο», «Η μόνη κληρονομιά» και «Εφήβων και μη».

Το πρώτο σημείο, που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη του Ιωάννου είναι η απλότητα και η καθαρότητα της γραφής του. Κείμενα εύληπτα και κατανοητά, γλώσσα «σημερινή». Αν για παράδειγμα ρίξει κανείς μια ματιά στο πρωτόλειο του (από πλευράς πεζών) «Για ένα φιλότιμο» νομίζουμε ότι θα σχηματίσει την εντύπωση ότι γράφτηκε σχετικά πρόσφατα αν και πρόκειται για έργο του 1964! Ο Ιωάννου εξομολογείται περιστατικά, που απομόνωσε στη μνήμη του ως στιγμιότυπα. Απλός και απέριττος δίχως επιτηδευμένη γλώσσα δείχνει να συνειδητοποιεί ότι το επιτηδευμένο αποτελεί «επιτήδευμα του ανεπιτηδεύτου» για να θυμηθούμε και λίγο τη θεολογική ορολογία. Η περιγραφή των δυσκολιών της ζωής, που ενδεχομένως υποκρύπτει και προσωπικές του εμπειρίες, γίνεται με τρόπο ιδιαίτερα συγκινητικό. Ο συγγραφέας φαίνεται να κατέχει πολύ καλά τα του ορθόδοξου χριστιανισμού και μας εντυπωσιάζουν αναφορές χριστιανικού περιεχομένου στο έργο του:

Είναι συγκινητικό να αφήνεις κάτι από τον εαυτό σου στην έρημο(……).Θυμήθηκα το τροπάριο : «Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε»

(Γ. Ιωάννου, Η μόνη κληρονομιά, σελ.83)

Αλλά και σε κείμενα του με έντονο σκεπτικισμό είναι παραστατικός:

Υπάρχουν σ’ αυτό τον κόσμο σπουδαιότερα πράγματα απ΄ αυτά που μας είχαν μάθει να προσκυνάμε ως σπουδαία

(Γ. Ιωάννου, Για ένα φιλότιμο, σελ.63)

Κλείνοντας ας πάρουμε  ένα άρωμα βυζαντινής Θεσσαλονίκη[1] με  τον μοναδικό, κατά Ιωάννου, τρόπον:

Από όλες τις παλαιότερες ιστορικές της φάσεις η Θεσσαλονίκη γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή επί Βυζαντίου. Ήταν η δεύτερη πόλη της αυτοκρατορίας και η τρίτη του τότε κόσμου: Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη. Ήταν λοιπόν φυσικό η πολυάνθρωπη και πλούσια δεύτερη πόλη της κραταιάς αυτοκρατορίας να στολιστεί με πολλά μνημεία και κτίρια. Από αυτά άλλα γίνονται από το κρατικό ταμείο, άλλα οφείλονται στην ιδιωτική πρωτοβουλία και άλλα ανήκουν σε ανώτερους βαθμούχους του κράτους. Σήμερα σώζονται αρκετά από αυτά τα μνημεία, όσα σε καμιά άλλη πόλη, εκτός από την Κωνσταντινούπολη, και αποτελούν μοναδική πηγή γνωριμίας με τη βυζαντινή αρχιτεκτονική και τέχνη όλων των αιώνων. Η πόλη αποτελεί ένα βυζαντινό μουσείο, που θα προσπαθήσουμε να περιέλθουμε. Το πιο παλιό μα και το πιο εντυπωσιακό βυζαντινό κατάλοιπο είναι τα τείχη, που περιβάλλουν την πόλη.  Το σπουδαίο αυτό έργο φαίνεται ότι εκτελέστηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του στο τέλος του 4ου μ.Χ. αιώνα. Βέβαια, από τότε και ύστερα τα τείχη υπέστησαν άπειρες επισκευές και διορθώσεις, αλλά το βασικό τους κτίσμα έγινε στην αρχή της βυζαντινής εποχής. Αν ανεβούμε στο ψήλωμα, στο βυζαντινό μοναστήρι Βλαττάδων, βλέπουμε καλά όλη την περίμετρο των τειχών. Είναι τεράστια η περιοχή ακόμα και για τις σημερινές μας εκτιμήσεις. Μπορούμε λοιπόν εκτός από το μέγεθος να καταλάβουμε και την μεγάλη σημασία που είχε τότε η πόλη, αφού για την οχύρωση της γινόταν τέτοια έργα…

(Γ. Ιωάννου, Η βυζαντινή Θεσσαλονίκη, στο «Εφήβων και μη», σελ.57)

Γ. Μ. Βαρδαβάς

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2005


[1].Βλ. ολόκληρο το κείμενο στο Γ. Ιωάννου, «Εφήβων και μη»,σελ.57-61.

«Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ» : ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΔ. Ι. ΖΙΑΚΑ

b137783

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Αρμός» το νέο βιβλίο του Θ. Ι. Ζιάκα με τίτλο «Ο σύγχρονος μηδενισμός». Ο συγγραφέας, γνωστός για τη βαθύτατη -εξαντλητική σχεδόν – ανάλυση της προβληματικής που τον απασχολεί, επανέρχεται με ένα πολύ «επίκαιρο» θέμα. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το συγγραφέα δεν τον ενδιαφέρει να γίνει «αρεστός». Μακριά από τις απαιτήσεις και τα προτάγματα της νεωτερικής «Βουλγάτας», ο συγγραφέας προβαίνει σε μια αντικειμενική επισκόπηση του θέματος.

Τον Θ. Ι. Ζιάκα απασχολεί το ζήτημα του μεταμοντέρνου μηδενισμού, που δεν έχει καμία σχέση με το γνωστό μας βιταλιστικό ή μοντέρνο μηδενισμό: «καθώς αξία γι’ αυτόν είναι η αποδόμηση των αξιών, ο μεταμοντερνισμός αναδεικνύεται στον κατ’ εξοχήν μηδενισμό» (σελ. 36).
Αυτή η απαξίωση των αξιών γίνεται στο όνομα της ισχύος και της δυνάμεως του χρήματος: «Μόνο στη δική μας εποχή η απαξίωση των αξιών έχει αποκτήσει την περιωπή αυτονόητης υπέρτατης αξίας. Μόνο σήμερα αντιμετωπίζουμε σαν γραφικά απολιθώματα όσους εκφράζουν την πίστη τους σε υπερατομικές αξίες. Ποτέ άλλοτε το Χρήμα δεν είχε τόσο ριζικά υποκαταστήσει το Άγιο Πνεύμα στο πλαίσιο του “χριστιανικού πολιτισμού”. Αν η πίστη σε υπερατομικές αξίες, ως αναγκαίες για την κοινωνική ευρυθμία και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του καθενός, συναντά σήμερα μια τόσο χαρακτηριστική δυσανεξία, είναι γιατί η σχετικιστική ουσία του μηδενισμού έχει καταστεί μαζική κουλτούρα» (σελ. 17). Ενισχύεται δε από το νεωτερικό πρόταγμα της θεοποίησης της επιστήμης και της τεχνικής: «Μιλάμε για έναν κόσμο όπου αληθές είναι μόνο το επιστημονικώς αληθές, δηλ. το πειραματικώς επαληθεύσιμο, γεγονός που εντάσσει την επιστήμη στη σφαίρα της τεχνικής. Η τεχνική γίνεται έτσι το κριτήριο της αλήθειας και τίθεται πέραν κάθε ηθικής και πολιτικής απόφανσης (…).Έχει γίνει μια θρησκεία, η οποία δεν δέχεται να την κρίνει κανείς» (σελ. 30).

Τα κύρια σημεία του μεταμοντέρνου μηδενισμού εστιάζονται: α) στην απουσία ταυτότητας, β) στην εκμηδένιση της ελευθερίας του προσώπου και στην αντικατάσταση της από τη συστημική απροσωπία. Το διακύβευμα είναι σαφώς η ατομική ελευθερία. Γι’ αυτό ο συγγραφέας τοποθετεί ως υπότιτλο στο έργο του το «Μικρή αφήγηση για τη μοίρα της ελευθερίας». Αναλύοντας την «απουσία ταυτότητας» ο Ζιάκας οδηγείται στην αναζήτηση του ελληνικού ορισμού της πολιτισμικής ταυτότητας και στη θρησκειολογική ιδιαιτερότητα του χριστιανισμού, που δεν είναι «θρησκεία», αλλά «θεραπεία»: «Όλοι οι μύθοι και όλες οι θρησκείες ενοχοποιούν το θύμα (…) Το Ευαγγέλιο όμως, όπως και η Εβραϊκή Βίβλος, αποκαλύπτουν την αθωότητα του θύματος (…) Χάρη στο κρίσιμο αυτό γεγονός, το οποίο είναι και ο μόνος που ξεσκεπάζει με τρόπο ριζικό, συνειδητό και σκόπιμο, ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία στην κυριολεξία, γιατί αποκαλύπτει το καλά κρυμμένο μυστικό κάθε θρησκείας και συνεπώς κάθε πολιτισμού: το μηχανισμό του αποδιοπομπαίου τράγου. Και αναγορεύει την έγνοια για τα θύματα σε υπέρτατη αξία. Αν η θυσιαστική θεωρία συλλαμβάνει πράγματι την αλήθεια, τότε ορθώς έχει ειπωθεί ότι η θρησκεία είναι αρρώστια και ο χριστιανισμός η θεραπεία της» (σελ. 84).
Ο Ζιάκας προχωρά με ένα «θεώρημα» και ένα «πόρισμα» στην αναζήτηση των «τελεστών» της ταυτότητας και της σχέσης τους με το μηδενισμό: «Θεώρημα: Οι έννοιες πρότυπο, πίστη, μίμηση και παράδοση είναι οι τελεστές της ταυτότητας. Χωρίς αυτούς δεν νοείται ταυτότητα. Πόρισμα: Όταν η αυτοκατανόηση μας απορρίπτει κάθε πρότυπο, πίστη μίμηση και παράδοση, έχουμε προθετικό μηδενισμό. Ενώ, όταν η τετραπλή αυτή άρνηση είναι και πράξη, τότε έχουμε εμπράγματο μηδενισμό» (σελ. 89). Ακολούθως ασχολείται με την «ελληνική» απάντηση.
Η διαφορά στη σκέψη του Ζιάκα -σε σχέση με άλλους στοχαστές- είναι ότι εντάσσει ισότιμα στην ελληνική σκέψη και την προσωποκεντρική οντολογία. Αυτό τον οδηγεί σε αναλυτική διαπραγμάτευση του νηπτικού παραδείγματος: “το «ουδείς αναμάρτητος» προκύπτει πριν απ’ όλα απ’ το «ουδείς α-παθής»” (σελ. 102). Κι αλλού : “Τα πάθη είναι ένας όχλος αυτόνομων (κακομαθημένων) μικρών ή μεγάλων «εγώ»” (σελ. 91). Βαθύς γνώστης της νηπτικής παράδοσης, ο Ζιάκας αναλύει και την τρίβαθμη κλίμακα (μισθωτού – δούλου – φίλου) ως αναβαθμούς ανθρωπολογικής εξέλιξης και ανάπτυξης της θεοείδειας του ανθρώπου (βλ. αναλυτικά, σελ. 121 κ. επ.). Αν αντιπαραβάλουμε στα ανωτέρω την πρόταξη του «αυτοειδώλου» (νοούμενου ως αποθέωσης του α-τόμου) εκ μέρους της νεωτερικής σκέψης οδηγούμαστε στη συστημική απροσωπία: «Η τήρηση της αυτοαναφορικής εντολής, να είσαι ο εκάστοτε εαυτός/πάθος, είναι επαρκής συνθήκη (αναγκαία και ικανή), για την ομαλή αναπαραγωγή στο μαζικό επίπεδο, στο επίπεδο του Καταναλωτή των υπερκειμένων συστημάτων» (σελ. 105). Με αυτά τα δεδομένα ο Ζιάκας φτάνει να ορίσει την ταυτότητα ως «μηχανισμό ρύθμισης των παθών» (σελ. 92) και ως οδοδείκτη της ελευθερίας: «…επειδή εσωτερική αναρχία σημαίνει εξωτερική δουλεία (κατά την ελληνική παράδοση πάντα), η ταυτότητα, ως σύστημα ρύθμισης των παθών, αποτελεί προϋπόθεση για την αληθινή ανάδυση μας στο επίπεδο της «θεοείδειας», δηλαδή στο επίπεδο της ελευθερίας» (σελ. 93).
Συνεχίζοντας την ανάλυση του ελληνικού παραδείγματος αναφέρεται στην «ελληνική παγκοσμιοποίηση»: τη μετάβαση από την πόλη-κράτος στην Οικουμένη (σελ. 169 κ.ε.). Ο συγγραφέας αναφέρεται στα κοινά και τα «ίδια» του ελληνικού και του νεωτερικού παραδείγματος. Αναπόφευκτα οδηγείται στην καταγραφή των εκδοχών της ελληνικής αυτοκατανόησης και στους λόγους που έχουν καταστήσει τον εθνομηδενισμό καθολικό φαινόμενο με κύριο επιφαινόμενο τον «ιστορικό αναθεωρητισμό» (βλ. σελ. 160 κ.ε.). Ο Ζιάκας στο σημείο αυτό υιοθετεί την προβληματική του Γ. Κοντογιώργη, όπως έχει καταγραφεί στα έργα «Το ελληνικό κοσμοσύστημα» και «Η δημοκρατία ως ελευθερία». Για τον Ζιάκα «αν μπορούσαμε να παραλληλίσουμε τις πολεοκρατικές συνιστώσες των παλαιών αυτών μορφών Οικουμένης με τις εθνοκρατικές συνιστώσες της σημερινής νεωτερικής Οικουμένης, θα είχαμε ήδη τη βάση ενός χρήσιμου ιστοριογνωστικού αναθεωρητισμού, ικανού να προταθεί ως γόνιμη αντίθεση στον κυρίαρχο εθνομηδενιστικό αναθεωρητισμό» (σελ. 164-165). Απορρίπτοντας τους νεωτερικούς μαξιμαλισμούς περί «σκοταδιστικού» Βυζαντίου ο Ζιάκας εξηγεί για ποιο λόγο έγιναν οι Έλληνες χριστιανοί (σελ. 193 κ.ε.). Οδηγείται έτσι στις βασικές αρχές της προσωποκεντρικής οντολογίας αναφερόμενος στον Ησυχασμό, τη Φιλοκαλία και τη θεολογία των άκτιστων ενεργειών. Δεν του ξεφεύγει ούτε η βυζαντινή φιλανθρωπία, που από πολλούς σκόπιμα αποκρύπτεται ή τουλάχιστον παραθεωρείται. Αναφέρεται διεξοδικά στη σημασία που είχε για το βυζαντινό ο «ξένος» (με αφορμή το «Δος μοι τούτον τον ξένον…» του Γ. Ακροπολίτη): «Ο φιλοκαλικός άνθρωπος δεν είναι “προϊόν” της τύχης και της ανάγκης. Είναι αποτέλεσμα ελεύθερα επιλεγμένης και ένσαρκης μετοχής στην υπερσυμπαντική Κοινότητα των Ξένων» (σελ. 199).
Για τον Ζιάκα το ελληνικό ανθρωποκεντρικό κεκτημένο φτάνοντας στα πρόθυρα της ολοσχερούς εξαφάνισης του χρειάστηκε «μια βαθειά μετάλλαξη στο ανθρωπολογικό πεδίο, μια μεταφυσική επανάσταση», μια μετάβαση άμεσα ορατή «από το Άτομο στο Πρόσωπο» (σελ.196). Μήπως κάτι ανάλογο είναι αναγκαίο και στους μηδενιστικούς καιρούς μας; Ο συγγραφέας φαίνεται να το υιοθετεί: “Ο μηδενισμός μεταβάλλεται έτσι σε πανδημική ψυχοπαθολογία στον σύγχρονο κόσμο. Είναι ασθένεια κοινωνική. Ασθένεια του πολιτισμού, η οποία δεν επιδέχεται θεσμική αντιμετώπιση, Η θεραπεία της εξαρτάται πλέον από την αλλαγή των θεσμών αλλά από την αλλαγή των ψυχών: από μία μεταφυσική επανάσταση/μεταστροφή”.
Στο πλαίσιο ενός σύντομου σημειώματος δεν είναι δυνατόν να παρουσιαστεί ολόκληρη η προβληματική του σημαντικού αυτού βιβλίου. Θα κλείσουμε με μια καίρια επισήμανση του συγγραφέα, που αφορά στο νεωτερικό δόγμα περί καταστροφής της αρχαίας ελληνικής θρησκείας εκ μέρους των χριστιανών, δόγμα που τελείως επιδερμικά έχουν υιοθετήσει και πολλοί νεοπαγανιστές των καιρών μας. Ο συγγραφέας με πειστικά επιχειρήματα αποδεικνύει τη «μυθικότητα» αυτών των αιτιάσεων τονίζοντας ότι πίσω τους κρύβονται πολλές «συγκαλύψεις»:
1. Οι αρχαίοι θεοί είχαν πεθάνει πριν την εμφάνιση του χριστιανισμού. Ο Ζιάκας αναφέρεται στην περίπτωση του Δημητρίου του Πολιορκητή (337-283 π.Χ.): οι Αθηναίοι του παραχώρησαν τον Παρθενώνα και τον ανυμνούσαν σαν αληθινό θεό! (σελ.190).
2. Ο Πλούταρχος θα ομολογήσει «Πάν ο μέγας τέθνηκεν», ενώ και ο Παυσανίας τον β΄ αιώνα θα αναφερθεί στην εγκατάλειψη των ναών της αρχαίας θρησκείας (σελ. 191, υποσημ. 29).
3. Ο χριστιανισμός είχε ουσιαστικά επικρατήσει, παρά τους διωγμούς, πριν να γίνει επίσημη θρησκεία από το Μ. Θεοδόσιο και πριν εξοστρακιστούν τα άλλα θρησκεύματα με το διάταγμα του 392. Ακόμα και ο… Φ. Ένγκελς ειρωνικά παρατηρεί ότι ο διωγμός του Διοκλητιανού ήταν τόσο αποτελεσματικός, ώστε μετά από 17 χρόνια «ο στρατός ήταν σχεδόν καθ’ ολοκληρίαν χριστιανικός!» (εισαγωγή του Ένγκελς στο έργο του Μαρξ «Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία», βλ. υποσημ. 30, σελ. 191-192).

Σε κάθε περίπτωση «Ο σύγχρονος μηδενισμός» είναι το καλύτερο αντίδοτο για όσους έχουν «μπουχτίσει» από τα δόγματα του νεωτερικού μαξιμαλισμού και τις φιοριτούρες της μεταπρατικής διανόησης.

5/1/2009

Πρώτη δημοσίευση στην ιστοσελίδα «Θεολόγοι Κρήτης«, 14-1-2009.

Αναδημοσίευση στο www.antifono.gr , 3-4-2009 και στο www.antibaro.gr, 16-4-2009 .